Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Η ΣΟΥΦΡΑΖΕΤΑ ΛΑΙΔΗ ΚΟΝΣΤΑΝΣ



Κόνστανς Λίτον
Η σουφραζέτα λαίδη Κόνστανς, μεταμφιεσμένη σε Τζέιν Γουόρτον, γυναίκα της κατώτερης τάξης, σιτίζεται δια της βίας στις φυλακές
Γουόλτον στο Λίβερπουλ
18 Ιανουαρίου 1910


Μ’ επισκέφτηκε και πάλι ο αρχίατρος, που με ρώτησε πόσον καιρό ήμουν χωρίς τροφή. Του είπα ότι είχα φάει ένα μικρό κέικ και μια μπανάνα που μου είχαν στείλει φίλοι στο Αστυνομικό Τμήμα την Παρασκευή, γύρω στα μεσάνυχτα. Είπε: «Α, τότε η σημερινή μέρα είναι η τέταρτη· πολύ χρόνος, θα σου δώσω να φας αμέσως», αλλά έφυγε και δεν έγινε τίποτα μέχρι τις έξι το βράδυ, όταν επέστρεψε με πέντε δεσμοφύλακες,, θαρρώ, και τη συσκευή της δια της βίας σίτισης.
Με προέτρεψε να δεχτώ τροφή με τη θέλησή μου. Του είπα ότι αυτό αποκλειόταν και πως μόνο όταν θα έπαυαν οι νομοθέτες μας ν’ αρνούνται ν’ αναγνωρίσουν πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες, θα έπαυα κι εγώ ν’ αρνούμαι τη λήψη τροφής στη φυλακή. Δεν εξέτασε την καρδιά μου, ούτε έπιασε το σφυγμό μου· δε ζήτησε να το κάνει, ούτε και είπα τίποτα που ίσως τον έκανε να νομίσει ότι θ’ αρνιόμουν να εξεταστώ. Δεν πρόβαλα αντίσταση όταν επιχείρησαν να με καθηλώσουν, αλλά ξάπλωσα μόνη μου στο σανιδένιο κρεβάτι. Δύο από τις δεσμοφύλακες μ’ έπιασαν από τα μπράτσα, μία έπιασε το κεφάλι μου και μία τα πόδια μου. Μια δεσμοφύλακας βοήθησε να με ταΐσουν. Ο γιατρός στηρίχτηκε στα γόνατά μου καθώς έσκυβε πάνω από το στήθος μου για να φτάσει στο στόμα μου. Το έκλεισα κι έσφιξα τα δόντια. Περίμενα αυτή τη στιγμή με τόσο μεγάλη αγωνία μήπως αποκαλυφθεί προηγουμένως η ταυτότητά μου, ώστε ένιωσα χαρούμενη όταν ήρθε η ώρα. Η αίσθηση ότι βρισκόμουν αντιμέτωπη με περισσότερη βία απ’ όση θα μπορούσα να αντέξω, ήταν απόλυτη, αλλά αντιστάθηκα μόνο με το στόμα μου. Ο γιατρός μου πρότεινε να διαλέξω ανάμεσα σε ξύλινο ή ατσάλινο στοματοδιαστολέα· μου εξήγησε λεπτομερώς, όπως έκανε στις περισσότερες ανάλογες περιπτώσεις, ότι ο ατσάλινος σταματοδιαστολέας θα με πονούσε ενώ ο ξύλινος όχι, και μου συνέστησε  να μην τον υποχρεώσω να χρησιμοποιήσει τον ατσάλινο. Αλλά δε μίλησα, ούτε άνοιξα το στόμα μου κι έτσι, αφού προσπάθησε για λίγο με τον ξύλινο, τελικά κατέφυγε στον ατσάλινο. Φάνηκε ενοχλημένος από την αντίστασή μου και ξέσπασε με θυμό καθώς πίεζε τα δόντια μου με το μεταλλικό εργαλείο. Διαπίστωσε ότι πίσω, δεξιά κι αριστερά, είχα ψεύτικα δόντια που στηρίζονταν σε μια γέφυρα η οποία δεν έβγαινε. Η επικεφαλής δεσμοφύλακας ρώτησε αν είχα ψεύτικα δόντια και είπε ότι αν είχα θα έπρεπε να βγουν δεν απάντησα και η διαδικασία συνεχίστηκε. Ο γιατρός ακούμπησε το εργαλείο του πάνω στα ψεύτικα δόντια και το πίεσε με δύναμη στα ούλα. Είπε ότι αν αντιστεκόμουν τόσο πολύ με τα δόντια, θ’ αναγκαζόταν να με ταΐσει από τη μύτη. Ο πόνος ήταν πολύ δυνατός και τελικά θα πρέπει να υποχώρησα, γιατί έχωσε το στοματοδιαστολέα ανάμεσα στα δόντια μου και τον έστριψε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, μέχρι που τα σαγόνια μου άνοιξαν διάπλατα, πολύ περισσότερο απ’ όσο άνοιγαν φυσιολογικά. Μετά έχωσε στο λαιμό μου ένα σωλήνα που μου φάνηκε υπερβολικά πλατύς και είχε μήκος τεσσάρων ποδιών περίπου. Η ενόχληση από το σωλήνα ήταν αβάσταχτη. Ένιωσα να πνίγομαι τη στιγμή που άγγιξε το λαιμό μου και έφτασε  ως κάτω. Μετά έριξαν βιαστικά το φαγητό· μου ήρθε να κάνω εμετό μόλις έφτασε κάτω και η τάση αυτή έκανε το σώμα και τα πόδια μου να διπλωθούν στα δύο, αλλά οι δεσμοφύλακες πίεσαν αμέσως το κεφάλι μου προς τα πίσω κι ο γιατρός στηρίχτηκε και πάλι στα γόνατά μου. Η φρίκη που ένιωσα δεν περιγράφεται. Έκανα εμετό πάνω στο γιατρό και στις δεσμοφύλακες και μου φάνηκε ατέλειωτος ο χρόνος μέχρι να μου βγάλουν το σωλήνα. Καθώς ο γιατρός έφευγε, μου έδωσε ένα χαστουκάκι, όχι δυνατό, αλλά για να δείξει με περιφρονητικό τρόπο την αποδοκιμασία του και φάνηκε ότι πίστευε πως προσποιούμουν την εξαντλημένη. Στην αρχή θεώρησα τόσο αηδιαστικό αυτό που είχε γίνει, ώστε μου ερχόταν να γελάσω νοερά. Τότε ξαφνικά είδα την Τζέιν Γουόρτον  ξαπλωμένη μπροστά μου και μου φάνηκε σαν να είχα βγει από το σώμα της. Ήταν η πιο περιφρονημένη, ανίδεη κι απροστάτευτη κρατούμενη που είχα δει. Όταν θα εξέτιε την ποινή της και θ’ αποφυλακιζόταν, κανένας δε θα πίστευε τα λόγια της, και ο γιατρός, αφού την είχε ταΐσει με το ζόρι και είχε βασανίσει το σώμα της, την είχε χτυπήσει στο μάγουλο για να δείξει πόσο την περιφρονούσε! Αυτή ήταν η Τζέιν Γουόρτον και είχα έρθει να τη βοηθήσω.
Όταν ο γιατρός βγήκε από το κελί, εγώ έμεινα τελείως ανήμπορη. Οι δεσμοφύλακες ήταν ευγενικές και γονάτισαν γύρω μου για να με περιποιηθούν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, δεν μπορούσα να κινηθώ και έμεινα εκεί, μέσ’ σ’ αυτό που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα ήταν ανυπόφορη βρομιά. Με τον εμετό είχα λερώσει τα μαλλιά μου –τα οποία, αν και κοντά, έπεφταν δεξιά κι αριστερά στο πρόσωπό μου-, όλο τον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι μου, και τα ρούχα μου φαίνονταν ποτισμένα από τον εμετό, οι δεσμοφύλακες όμως μου είπαν ότι δεν μπορούσαν να μου βρουν άλλα εκείνη την ώρα γιατί ήταν πολύ αργά και το γραφείο είχε κλείσει. Έμεινα τελείως ακίνητη, μου φαινόταν σαν παράδεισος το να είμαι χωρίς το σωληνάκι που μ’ έπνιγε, χωρίς την υγρή τροφή που μπαινόβγαινε στο σώμα μου και χωρίς το στοματοδιαστολέα ανάμεσα στα δόντια μου. Τελικά οι δεσμοφύλακες μ’ εγκατέλειψαν, είχαν διαταγή να φύγουν, και την εκτέλεσαν με τη συνηθισμένη ταχύτητα. Μετά από λίγο άκουσα τους θορύβους της δια της βίας σίτισης στο διπλανό κελί. Δεν το άντεχα, ήταν η Έλση Χάουι, ήμουν σίγουρη. Όταν η απαίσια  τελείωσε  και οι θόρυβοι σταμάτησαν, χτύπησα τον τοίχο και φώναξα μ’ όλη τη δύναμη της φωνής μου, που δεν ήταν και μεγάλη εκείνη τη στιγμή: «Δεν υποκύπτουμε» και μετά ήρθε η απάντηση με τη φωνή της Έλσης, χωρίς καμιά αμφιβολία: «Δεν  υποκύπτουμε».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου