Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

-Αύριου, πιδί μ’ Τιάκα, να σκουθείς χαράματα, να τιμαρέψ’ς τ’ άλαγο, να του σιλώι’ς καλά, κι να πας στου Τσιουμπανλί για βιρισέδια. Να! … πάρι κι του τιφτέρ’ μι τα ουνόματα κι τα μπόρτσια.

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 

Βασίλης Σ. Σιναπίδης

 

ΧΑΛΒΑΣ ΜΕ ΠΕΤΡΕΣ

 

 

Τον φώναζαν Τιάκα. Ο νουνός του όμως τον είχε βαφτίσει Χρήστο. Τιάκας ήταν το χαϊδευτικό του. Ήταν ένα παλικάρι ψηλό, γιοματούτσικο, σιταρόχρωμο, καμιά εικοσαριά χρονώ. Κάτω απ’ τα δασιά, μαύρα φρύδια του, στραφτάλιζαν, ξακοντίζοντας γλήγορες μαύρες σαϊτιές, τα μικρά έξυπνα μάτια του. Φορούσε τραγιάσκα στο κεφάλι και πουκάμισο άσπρο υφαντό με γαλάζιες κάθετες γραμμές, γιλέκο, σακάκι και πανταλόνι από καφετί αδίμιτο ντόπιο πανί, όλα υφαμένα στον αργαλειό απ’ τη χρυσοχέρα γριά μάνα του, την Άμια –Μαργώ. Όταν καθόταν στο σκαμνί του αργαλειού της η Άμια –Μαργώ, τα χέρα της δούλευαν σαν τη μηχανή, και περνούσε γλιστρώντας ’πιτήδεια με τα λιγνά, μακριά της δάχτυλα τη σαΐτα με το φάδι, μια με το δεξί και μια με το ζερβί της χέρι, καταχτυπώντας κάθε τόσο το χτένι με δύναμη για να σφίξει καλά πάνω στο στημόνι. Τούτο βογγούσε παραπονιάρικα , πονεμένα: «Ντούκου-ντρίτς!.... «Ντούκου-ντρίτς!....».

Σήμερα ο Τιάκας σηκώθηκε πουρνό-πουρνό, χαράματα. Αποβραδίς ο θειός του ο Νταη-Νικόλας ο Κανακάρης, που ’χε το μεγαλύτερο μπακάλικο του Κάστρου, καθώς τον καληνυχτούσε, βάζοντας τη στερνή μεγάλη κλειδαριά στο μεσιανό κεπέγκι της πόρτας  του μαγαζιού, και καθώς τη ζουπούσε πάνω στον πέτρινο κατέφλιο για να κλειδώσει καλά, του παράγγειλε:


-Αύριου, πιδί μ’ Τιάκα, να σκουθείς χαράματα, να τιμαρέψ’ς τ’ άλαγο, να του σιλώι’ς καλά, κι να πας στου Τσιουμπανλί για βιρισέδια. Να! … πάρι κι του τιφτέρ’ μι τα ουνόματα κι τα μπόρτσια.

Ο Νταη-Νικόλας ο Κανακάρης ήταν ένας κοντός άντρας με γρυπή μεγάλη μύτη, με χαλαρό προγούλι, και με μικρά πονηρά μάτια, κοκκινοπρόσωπος, καμιά εξηνταριά χρονών. Στο εμπόριο και στο μπακαλίκι ήταν ο πρώτος στο Κάστρο, ο δάσκαλος, ο καθηγητής. Δεν τον έφτανε κανένας στα μυστικά και στα τερτίπια του έμπορα. Ήξερε να γελάει το μουστερή και να τον γδύνει και να του λέει τούτος και φχαριστώ. Ήταν σπουδαγμένος απ’ τους Οβραίους, γιατί από μικρός δούλεψε σ’ οβραίκικο μαγαζί. Αργότερα ξεπέρασε και τους δασκάλους του κι έγινε ανώτερος κι από δούτους. Στον Τιάκα όμως είχε εμπιστοσύνη. Η Άμια-Μαργώ ήταν πρώτη ξαδέρφη του. Πήρε τον Τιάκα, τον ανεψιό του, για τσιράκι, να του μάθει τα μυστικά της τέχνης του. Ήταν έξυπνο παιδί ο Τιάκας, του ’μοιαζε, τον αγαπούσε, κι ήθελε να τον κάνει ξεφτέρι.

-Καλά, Νταη-Νικόλα, απάντησε οΤιάκας, θα κάμου καταπώς μοι λές!

-Πρόσιξι όμους Τιάκα!... Τσιουμπανλιώτ’δις είνι τζιααναμπέτ’δις και κατ’μούρδις (τσιγκούνηδες). Για να εισπράξ’ς τα βιρισέδια χρειάζιτι εξυπνάδα κι πουνηριά!...

-Ιν τάξ’ Νταή!... Μη σταναχουριέσι!... Θα τα καταφέρου μια χαρά!...

Αυτά ειπώθηκαν αποβραδίς ανάμεσα στο θειό και στον ανεψιό. Και τώρα ο Τιάκας, καθώς έφερνε το μυαλό του τη συζήτηση τούτη, τιμάρευε και σέλωνε τον Αράπη, το περήφανο κατάμαυρο άλογο του θειού του, που γυάλιζε το πετσί του σαν τον έβενο και σκάλιζε το χώμα με το μπροστινό του ποδάρι, γεμάτο θυμό και βαρβατιά. Ο Αράπης ήτανε ένα άτι αράπικο, αμουνούχιστο, δυο χρονώ. Το ’χανε βαφτίσει Αράπη και για το χρώμα του, και για την καταγωγή του. Το ’χε αγοράσει ο Νταη-Νικόλας πριν από ’να χρόνο στο μεγάλο παζάρι του Κάστρου, από ’ναν Εντίρνελη (Αδριανουπολίτη) ζωέμπορα, δέκα λίρες τούρκικες χρυσές. Το φρόντιζε ο Τιάκας, το χτένιζε, το ξύστριζε, το σκούπιζε, το τάιζε, το πότζε και το καβαλίκευε, δένοντας τα πόδια του δυο-δυο με μια τριχιά, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μάθει αραβάνι (πλαγιοποδισμό).

Ο Τιάκας τον αγαπούσε τον Αράπη, όμως κι ο Αράπης έξυπνο ζωντανό, σαν εκείνο το μικρό παιδί, ένοιωθε την αγάπη του και την ανταπόδινε με το παραπάνω. Μόλις άκουγε τα βήματα του, χλιμιντρούσε από μακριά μεσ’ στ’ αχούρι του, σα να ’λεγε:

-Έλα φίλε μου Τιάκα να με ταΐσεις, γιατί πεινώ, έλα να με πας στο ποτάμι για πότισμα, γιατί κάηκα από τη δίψα!...

Μια μέρα, που ο Τιάκας έκαμνε καβάλα με τον Αράπη μεσ’ στον Αντά (νησάκι), χωρίς σέλα, με γυμνό τ’ άλογο, γλίστρησε κι έπεσε μπρούμυτα. Δε χτύπησε βέβαια πολύ πάνω στο μαλακό αμμουδερό χώμα του αντά, όμως τ’ άλογο στάθηκε ασάλευτο δίπλα του, λες και καρφώθηκε στο χώμα. Έσκυβε μάλιστα και τον άγγιζε με τη μούρη του, σα να ’θελε να νοιώσει αν ζει, αν χτύπησε, αν λιγοθύμησε. Ένοιωθε το ζεστό του χνώτο, την ανάσα του, πάνω στο μάγουλό του.

 

*

 

Καθώς ο ήλιος ανέβαινε ολόχρυσος του αψήλου πάνω απ’ τους λόφους του Κάστρου τους κοκκινόχρωμους, με τις ανθισμένες μυγδαλιές, τις κυδωνιές και τ’ αμπέλια, κάλπαζε ο Τιάκας πάνω στη δημοσιά, που φιδοσέρνεται ζευγαρωτά με το ποτάμι το κόκκινο, που κυλά τα θολά νερά του κατά τη Μαρίτσα, κι από κει στη μεγάλη θάλασσα, στον κόλπο της Αίνου. Ο Αράπης έφευγε γοργά, αλλά μαλακά, χωρίς να κουράζει και να κουνά τον αναβάτη, με την περπατησιά, που του ’χε μάθει ο Τιάκας, το περήφανο και καμαρωτό αραβάνι. Τα θολά νερά του ποταμιού άστραφταν στις πρωινές αχτίδες του ήλιου σαν πλατινένια, κι οι λεύκες με τις ιτιές στραφτάλιζαν μ’ ασημιά παιχνιδίσματα, καθώς σάλευαν και θρόιζαν τα φύλλα τους στον αυγινό δροσερό αγιάζι. Ο Τιάκας ανάσαινε τη δροσιά βαθία ως τα φυλλοκάρδια του, κι ένοιωθε όλο το κορμί του να ζωηρεύει, να δυναμώνει, το αίμα του να κυκλοφορεί μ’ ορμή μέσ’ στις φλέβες του, και δόσ’ του σπιρούνιαζε τον Αράπη να προλάβει να φτάσει το χωριό, προτού τον πάρει το μεσημέρι.

Ο Τιάκας έφτασε στο χωριό, το Τσιομπανλί, κατά το μεσημέρι. Ήταν άνοιξη, Απρίλης μήνας, κι ο καιρός ήταν δροσερός. Ξεπέζεψε, ξεσέλωσε τ’ άλογό του όξω απ’ το μοναδικό μαγαζί του χωριού, πού ’ταν καφενείο, μπακάλικο και ταβέρνα μαζί, και δένοντάς το απ’ το γιουλάρι σ’ ένα δέντρο εκεί κοντά, σκούπισε μ’ ένα πανί τον ιδρώτα του καλά-καλά απ’ όλο του το σώμα, και το σκέπασε με μια μπατανία, για να μη κρυώσει. Ύστερα μπήκε μεσ’ στο μαγαζί με σερμπέζικη περπατησιά, και φώναξε δυνατά, καταπώς συνηθίζουν στα χωριά να κουβεντιάζουν οι άνθρωποι, αυθόρμητα, αληθινά, χωρίς να κρύβουν τη σκέψη τους, χωρίς να ’χουν μυστικά, ώστε να τους ακούνε όλοι:

-Ντάη-Νιράντζ’!... καλημέρα!... Δώσι λίγου ταή στ’ άλαγο κι άμα τραβήξ’ καλά τουν ίδρου τ’, πότ’ σ’ του κι κάνα-δυο κουβάδις νιαρό (νερό), γιατί κουράσ’ κι πουλύ κι στέγνωσι του λαρύγγι τ’…

-Ω!... Καλουσόρ’σις Τιάκα!... Για βιρισέδια, για μπόρτσια θα ήρτις πάλι στου χουργιό!... Τι κάμ’ Νταη-Νικόλας Γιμάζ’ του κιμέρ’τ’ μι λίρις; Τι θα τ’ς φκιάσ’; Μαζί τ’ μού θα τ’ς πάρ’;

-Κάθι ένας Νταη-Νιράντζ’ έχ’ τουλουγαριασμό τ’!... Κοίταξι συ τ’ δ’λειά σ’ κι κείνους τ’ θ’κια τ’!... "Όσα ξέρ’ νοικοκύρ’ς, δεν τα ξέρ’ κόσμους ούλους!...", απολογήθηκε ο Τιάκας, λίγο στενοχωρημένος, γιατί ο Νταη-Νεράντζης πείραζε μπροστά σ’ όλους το θείο του και κορόιδευε την αχορτασιά και την τσιγκουνιά του. Ο Νταη-Νεράντζης πάλι, λίγο ντροπιασμένο με την απάντηση του Τιάκα, για ν’ αλλάξει κάπως την κουβέντα, και να διασκεδάσει την εντύπωση που έκαμαν τα λόγια του, -άλλα λόγια ν’ αγαπιούμαστε, που λέει κι ο λόγος-, αποκρίθηκε:

-Καλά, καλά πιδί μ’ Τιάκα!... Όμους δεν ήρτις σι καλόν κιρό… Χουριανοί είνι ’χρταδις, χουρίς παράδις. Φέτους δεν έχουν προυβατίνις γάλα, του μαξούλ’ είνι λιγουρστό… Κι κείνου π’ απουμνήσκ’ του παίρνουν ντιπ-τζάμπα μαντρατζήδις… Μι του ζόρ’ θα τα πάρ’ς τα λιφτά!...

Κοίταξι Νταη-Νιράντζ’ τ’ς θ’κιές τα’ς έγνις!... Ξέρου γω τ’ δ’λειά μ’!... Τάισι σου τ’ άλαγου κι χιούτς μη χουρατέβ’ς!...

Οι χωριανοί, που ’ταν μέσα στο μαγαζί, ένα γύρω στις πέκιες και στις ψάθινες παλιές καρέκλες, ξεφυσώντας το σέρτικο ντόπιο καπνό ανάμεσα απ’ τις παχιές, κατεβατές μουστάκες τους, που ’ταν κίτρινες και καμένες απ’ την αθάλη του καπνού, με τις γαλάζιες ’φαντες φορεσιές και τα κόκκινα ζουνάρια τους, άκουαν βουβοί όλη τούτη τη συζήτηση, και κουνούσαν τα κεφάλια τους με τα γαλάζια θρακιώτικα σαρίκια.

 

*

 

Όλη μέρα ο Τιάκας έτρεχε από σπίτι σε σπίτι για να μάσει τα βερεσέδια. Άλλος έλειπε στο χωράφι, άλλος ήταν στα πρόβατα, άλλος είχε πάει τα χαϊβάνια να ποτίσει… Αλλού του ’διναν αόριστες υποσχέσεις, όταν θ’ αλωνίσουμε, όταν θα πουλήσουμε το στάρι, όταν θα μάσουμε το σουσάμι, κι άλλα τέτοια… Ήταν νηστικός απ’ το πρωί. Γάνιασε ο καημένος, απόστασε, πιάστηκαν τα πόδια του, κι αργά το δειλινό, όταν βασίλεψε για καλά ο ήλιος, πήγε στο μαγαζί να δειπνήσει.

Ο Νταη-Νεράντζης όμως ήταν λίγο κακόκεφος, και πήγε στο σπίτι να ξαποστάσει από νωρίς, κι έπεσε με τα ’ρνίθια, δηλαδή την ώρα που κοιμούνται οι κότες. Ο Αράπης χλιμίντριζε δεμένος όω απ’ το μαγαζί κι έσκαφτε το χώμα από πείνα κι ανυπομονησία να φύγει να πάει στο Κάστρο, να χορτάσει την πείνα του, γιατί ο σανός και το λίγο κριθάρι, που του ’δωσε ο Νταη-Νεράντζης μέσα στον τορβά, εν του ’καμαν τίποτα. Πεινούσε το ζώο πολύ… Είχε τρέξει τριάντα τόσα χιλιόμετρα, κι έπρεπε αύριο να τρέξει άλλα τόσα….

Ο Τιάκας πάλι απ’ τη μεριά δεν έπεφτε παρακάτω.

Ήταν θεονήστικος και γουργούριζαν τ’ άντερα του. Τι να κάμει όμως; Οι χωριανοί μαζεύτηκαν στο μεσοχώρι, όξω απ’ το μαγαζί, άλλοι στους πάγκους κι άλλοι στα πεζούλια κι έπιασαν κουβεντολόι. Ο Τιάκας τους ζήτησε ν’ αγοράσει ψωμί, τυρί, αυγά για να φάει. Θέλεις όμως γιατί ήταν αφιλόξενοι οι χωριανοί, θέλεις από τεμπελιά, θέλεις από άχτι γιατί ήταν ανεψιός του Νταη-Νικόλα του Τσιορμπατζή (άρχοντα), που εκμεταλλεύονταν όλα τα χωριά, από συναίσθημα κρυφής εκδίκησης, αρνήθηκαν να του πουλήσουν φαγώσιμα, ή να του φέρουν να δειπνήσει. Για τον Αράπη βρήκε λίγο κριθάρι ακόμα κι άχυρο, που τ’ ακριβοπλήρωσε. Κείνα τα χρόνια οι χωριανοί υπόφερναν. Ο σουλτάνος τους έπαιρνε τη "μερίδα του λέοντος", η φορολογία του εισοδήματος ήταν αβάσταχτη. Ό,τι απόμενε απ’ τη φορολογία, τους το τρώγανε οι τοκογλύφοι κι οι μπακάληδες με διάφορα κόλπα. Εδώ που τα λέμε οι χωριανοί είχαν δίκιο, που ήταν αφιλόξενοι, γιατί ήταν στερεμένοι, γυμνοί, φτωχοί, κακομοίρηδες.

Ο Τιάκας ωστόσο ήταν Καστρινός, ανεψιός του κυρ-Νικόλα του Τσιορμπατζή, ήρθε για βερεσέδια, δε μάζεψε σχεδόν τίποτα, και πεινούσε κιόλας, έπρεπε να βρει τρόπο να γεμίσει την κοιλιά του. Κι άρχισε τότε μέσα στο νου του ένας αγώνας, μια πάλη, "η πενία κι η πείνα τέχνας κατεργάζονται". Ύστερα το ’χε και σε ντροπή να τον κοροϊδεύουν οι χωριανοί, οι τσομπάνηδες, οι λεντσπέρηδες. Αυτός ήταν Καστρινός, από τρανό σόι, και μάλιστα Δυμοτειχιανός, και "στου Δυμουτιανό μπρουστά μαϊμούν’ δε χόριψι". Θυμήθηκε τούτο το λόγο και το μασάλι, που του ανιστόρησε κάποτε ο παπούς του: Τα παλιά τα χρόνια στην Αντριανού πήγε κάποιος Δυμοτιανός για να ψουνίσει, κι εκεί ψηλά στο Μπεζεστένι (σκεπαστή αγορά), αφού πέρασε πρωτύτερα και θαύμασε το Σουλτάν-Σελήμ, το ωραιότερο και σπουδαιότερο τζαμί των Μουσουλμάνων, του ’ρθε στο νου το δίστιχο:

“Σαν πας στην Αντριανούπολη, ψηλά στο Μπεζεστένι,

να πάρεις λίτρα τη μπογιά, οκά το κοκκινάδι”,

και καθώς ετοιμαζόταν να μπει για να ψουνίσει κάτι για τη γυναίκα του, να σου μπροστά του ένας γύφτος με μια μαϊμού, μ’ ένα ντέφι στο χέρι και μια ζοπανίκα (μαγκούρα) κάτω απ’ τη μασχάλη του, που φώναζε:

-Έλα κερά-Κατίγκω (έτσι έλεγε τη μαϊμού), χόρεψε να δγει ο κόσμος το τέχνη σου. Κάμε πως ντρέπεσαι το κορίτσι, πως βάζει το φούστα του, πως βάζει το πούντρα του, πως χτενίζεται, πως ξαπλώνει στο κρεβάτι.

-Γύρω του μαζεύτηκε κόσμος πολύς, Τούρκοι και Ρωμιοί· τσούρμο τα τουρκάκια με τα φέσια και τα γεμενιά, τσούρμο και τα ρωμιόπουλα με τα’ αδίμιτα παντελόνια, που ’ταν κάπως μακριά κι είχαν κάνει γόνατο απ’ το τρέξιμο και την ασιδηρωσιά, τα μαύρα τσουράπια και τα κουντούρια. Δίπλα κι ο κυρ-Σταμπόλης ο Δυμοτιανός με τα κατάμαυρα μάτια και το περήφανο τσιγκελωτό μουστάκι, με το καλπάκι και τα σαλβάρια του, περίεργος να δει τα καμώματα της μαϊμούς. Η μαϊμού όμως δε χόρευε. Του κάκου ο γύφτος την παρακαλούσε και την φοβέριζε. Τέλος καταϊδρωμένος σταμάτησε και ρώτησε:

-Ρε παιδιά, μπας και είναι μαζί σας κάνα Δυμοτιανό; Το Δυμοτιανό είναι πολύ έξυπνο, δαιμονισμένο, τζαναμπέτικο, τα μάτια του ζαλίζουν, γητεύουν το μαϊμού. Στο Δυμοτιανό μπροστά μαϊμούνι δε χορεύει!... Άμα είναι κάνα Δυμοτιανό, ας φύει από δω, να χορέψει το μαϊμού, να βγάλω το ψωμί μου!...

Ο θρύλος λέει πως όταν έφυγε ο κυρ-Σταμπόλης, η μαϊμού χόρεψε. Κι από τότε έμεινε ο λόγος, που με περηφάνεια λένε οι Δυμοτιανοί: “Στου Δυμουτιανό μπρουστά μαϊμούν’ δε χόριψι”.

 

*

 

Τέτοια ανάδευε ο Τιάκας μέσα στο μυαλό του, ώσπου καψάλισε τη σκέψη του μια ιδέα καλή, μια ιδέα έξυπνη.

-Ρε νταήδις, είπε, γυρνώντας στους χωριανούς, έφαατι καμιά φουρά χαλβά μι πέτρις;

-Χαλβά μι πέτρις; Απολογήθηκε ο Νταϊ-Γραμμένος ο Λαμπρυνούδης, τιρλάθ’κις πιδί μ’ Τιάκα;

Δεν τιρλάθ’κα Νταϊ-Γραμμένου, τα μυαλά μ’ τα ’χου τιτρακόσια. Φέρι συ ένα καζανούδ’ κι καμπόσα ξύλα, κι θα σας κάμου γω ένα χαλβά μι πέτρις, π’ θα αγλύφτ’ς κι τα δάχ’λα σ’ μπιλέ.

-Δεν είνι καλά του πιδί!..., πρόσθεσε κι ο Νταϊ-Καραφύλλης ο Καμαριανούδης… Χαλβάς μι πέτρις!... Μπουνακλάντσι (ξεκούτιασε) του ζαβαλίδ’κου.

-Χιούτς δε μπουνακλάντσα Νταϊ Καραφύλ’… φέρι συ καμιά κατοστή γκουντουρλά (στρόγγυλα) τσιακίλια  (βότσαλα) που του ρέμα, κι κάνα-δυο κουβάδις νιαρό π’ τουν τσισμέ, κι θα σοι κάμου γω χαλβά μι πέτρις, π’ να γλύφτ’ς κι τα δάχ’λα σ’!...

Όσο να γυρίσει να δεις, όσο να πεις κρομύδι, σηκώθηκαν οι νταήδες γεμάτοι περιέργεια, -ακούς εκεί χαλβά με πέτρες, πράγμα που δεν ξανακούστηκε ποτέ στον κόσμο-, και σα να ’ταν παλικαράκια, άντρες περασμένοι αυτοί, έτρεξαν άλλοι στα σπίτια τους, άλλοι στο ρέμα, άλλοι στον Τσεσμέ, κι έφτιαξαν μάνι-μάνι μια φωτιά, έβαλαν πάνω σε πέτρες πελώριες μια θεόρατη καζάνα, σα να τοίμαζαν το συσσίτιο του λόχου, τη γέμισαν νερό, έριξαν μέσα και τα καλοπλυμένα γυαλιστερά χαλίκια, κι ο Τιάκας ορθός με μια ποδιά και  μια πελώρια κουτάλα, άρχισε ν’ ανακατεύει τις πέτρες μέσ’ στο νερό, τράκα-τρουκ, τράκα-τρουκ, τράκα –τρουκ!...

Σε λίγο το νερό άρχισε να βράζει. Τότε ο Τιάκας με ύφος αρχιμάγειρα του παλατιού διάταξε: -Νταϊ-Πουστόλ’ φέρι συ πεντ-έξ’ ουκάδις στιαρίσιου σιμιγδάλ’ χουντουκουμμένου π’ του καλό!... Νταη-Σαράντ’ φέρι συ καμπόσου μπβαλίσιου (βουβαλίσιο) βούτυρου!...  Νταη-Λυμπέρ’ φέρι κι συ κανα- δυό ουκάδις ζάχαρ’!... Νταϊ Βαϊτσ’ φέρι κι συ λίϊ κανέλλα!...

Έτρεξαν όλοι οι νταήδες με προθυμία. Σε λίγο μαζεύτηκαν όλα τα χρειαζούμενα υλικά. Τα ’ριξε ο Τιάκας μέσα στο καζάνι, και τα ανακάτευε με απαράμιλλη γρηγοράδα, και με ύφος θριαμβευτή.

Οι χωριανοί σεργιάνιζαν άφωνοι τη ζαχαροπλαστική μαεστρία του Τιάκα, για να δουν τι θα ’βγαινε στο τέλος. Το καζάνι έβραζε, χόχλαζε, μοσχομύριζε βούτυρο, σιμιγδάλι, καθώς τώρα άρχισε να ψήνεται το περιεχόμενο και να ροδοκοκκινίζει.

Κάποτε η μυσταγωγία τελείωσε. Ο Τιάκας κατέβασε το καζάνι απ’ τη φωτιά κι έκραξε μεγαλόφωνα:

-Άιντι νταήδις!... φέρτι τώρα τα τσιανάκια κι τα χλιάρια σας, να σας μοιράσου του χαλβά, να φάου κι γω να φάτι κι σεις!... Όμους κάμ’τι ντικάτ’ (προσοχή) στα λόια μ’: Να τρώτι μόν’ του χαλβά κι να σαβουρντάτι (πετάτε) τ’ς πέτρις!!...

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου