Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Ένας φοβερός ληστής, που κατατρομοκράτησε και καταδυνάστευσε τη Θράκη επί δώδεκα χρόνια περίπου, ήταν ο Βούλγαρος Πέτκο Βοϊβόντα-Του συγγραφέα και ιστορικού ερευνητή Παντελή Αθανασιάδη

Λήσταρχος ή

επαναστάτης ο Πέτκο;

-----------------------------

         



Ένας φοβερός ληστής, που κατατρομοκράτησε και καταδυνάστευσε τη Θράκη επί δώδεκα χρόνια περίπου, ήταν ο Βούλγαρος Πέτκο Βοϊβόντα.

Ήδη έχει γίνει κατά την παρουσίαση της Μαρώνειας, μια ακροθιγής αναφορά για την κακοποιό δράση του Βούλγαρου ληστή Πέτκο, στην περιοχή εκείνη.

Ωστόσο, η περίπτωση του Πέτκο, αποτελεί σήμερα ένα ιστορικό αίνιγμα, καθώς από μια πλευρά ιστοριογράφων, παρουσιάζεται ως επαναστάτης, ακόμα και ελευθερωτής, ενώ από τις προξενικές αναφορές της εποχής και από τα δημοσιεύματα, σκιαγραφείται ως φοβερός λήσταρχος. Είναι γεγονός, ότι ο Πέτκο έκανε επιθέσεις εναντίον των Οθωμανών, αλλά δεν παρέλειπε να εξοντώνει ελληνικά χωριά και μάλιστα σε περιοχές, στις οποίες απέβλεπε να κυριαρχήσει ο βουλγαρικός εθνικισμός, αλλοιώνοντας τη σύνθεση του πληθυσμού. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, είναι τα όσα υπέστησαν η Μαρώνεια και τα χωριά πέριξ της Αλεξανδρούπολης (τότε Δεδέαγατς).

Ίσως την εγκυρότερη απάντηση για τους σκοπούς και επιδιώξεις του Πέτκο, δίνει ο Ν. Γ. Χατζόπουλος, λίγα χρόνια μετά την έξαρση της δράσης του Βούλγαρου ληστή, αν δεχθούμε ότι ο Πέτκο είχε επαναστατικές ιδέες. Οι στόχοι του όμως, ήταν ουσιαστικά, η ανατροπή του πληθυσμιακού καθεστώτος της περιοχής και η δημιουργία συμπαγών βουλγαρικών θυλάκων, έως τη θάλασσα του Θρακικού Πελάγους. Άλλωστε τα μέλη της οικογένειας των Καλογιάννωφ ή Καλογιάννογλου είχαν διακριθεί στο Δουάν Ασάρ (στη σημερινή δηλαδή Αισύμη του Έβρου) “επί βουλγαρισμώ” όπως είδαμε, ότι επεσήμαινε ο Χατζόπουλος.     

Ο Χατζόπουλος έγραψε από τις Φέρρες στις 25 Ιουλίου 1882[1], μια αναφορά προς την Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα της Κωνσταντινούπολης, εκφράζοντας την αγωνία του για τους κινδύνους της Βουλγαρικής προπαγάνδας, η οποία είχε αρχίσει πλέον να γιγαντώνεται στη Θράκη με επικίνδυνους ρυθμούς. Στόχος του, να αφυπνίσει συνειδήσεις.

          Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι ζητάει να κινητοποιηθούν πεπειραμένοι δάσκαλοι, να καταγράψουν την κατάσταση με επιτόπιες επισκέψεις, ώστε να μη διασπαθίζονται αναποτελεσματικά, τα χρήματα που διέθεταν οι φιλογενείς συμπατριώτες μας της Κωνσταντινούπολης.

          Ταυτόχρονα διαβλέπει κανείς την οξυδέρκεια του Χατζόπουλου (ο οποίος προειδοποιεί για τις προσπάθειες σχηματισμού πλασματικής εικόνας ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού της Θράκης, που επεδίωκαν οι Βούλγαροι) και την γεωπολιτική αντίληψη που διαθέτει (με την αξιολόγηση της γεωγραφικής σημασίας δύο επαρχιών).

          “Αρκεί- γράφει στην αναφορά του- να ρίψει τις βλέμμα επί του γεωγραφικού χάρτου της Θράκης και θα κατανοήσει ευθύς την σπουδαιότητα των επαρχιών Μαρωνείας και Διδυμοτείχου και τους μυχίους πόθους της Πανσλαυϊστικής Προπαγάνδας, ήτις προπαρασκευάζουσα τον σχηματισμόν Βουλγαρικής Επαρχίας παρά την Μεσόγειον, προλειαίνει την οδόν του πολλού Βουλγαρικού πληθυσμού της Ανατολικής Ρωμυλίας και Βουλγαρίας δια τα περί Θράκης σχέδια αυτής και διευκολύνει ούτω δια της θρησκευτικής οδού την πραγματοποίησιν της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.

          Θα παρείσχετο πολύτιμος υπηρεσία από την Σεβ. Αδελφότητα αν είς των διδασκόντων εν Δεδέ Αγάτς, Σουφλή, Διδυμοτείχω ή Γκιουμουλτζίνη, πεπειραμένος και γινώσκων εξ αντιλήψεως τα μέρη, αναλάμβανε να περιέλθει εκ νέου τα κεντρικώτερα μέρη και πέμψει ακριβή περιγραφήν της καταστάσεως των μερών και των πραγματικών αναγκών όπως μη δαπανάται το χρήμα της Σεβ. Αδελφότητος και εις μέρη ένθα ανάγκη δεν υπάρχει”.

Με οξυδέρκεια ο Χατζόπουλος απευθυνόμενος προς την Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα της Κωνστανινούπολης, προειδοποιεί από τις Φέρρες, με το ίδιο έγγραφό του, ότι οι Βούλγαροι θέλουν να δημιουργήσουν συμπαγή πληθυσμιακά σύνολα:

“Ουδένα λανθάνουσιν αι ενέργειαι των Παμβουλγαριστών οίτινες εργάζονται μετά δραστηριότητος ίσης προς την μυστικότητα και επιτηδειότητα αυτών, ουδενός φειδόμενοι μέσου και του καταχθιονιωτέρου όπως ενώσωσιν εις έν όλον συμπαγές τους ομοφύλους αυτών και εύρωσιν διέξοδον εις την Μεσόγειον, δι' ού φρονούσιν ότι θα καταβροχθίσωσι και τας άλλας συνοίκους φυλάς”.

Με το ίδιο έγγραφο προειδοποιεί, ότι κινδυνεύει το Δεδέαγατς, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται σαν εμπορικό λιμάνι και από την Βουλγαρική και από την Καθολική προπαγάνδα:

“Δεν πρέπει-έγραφε- να μένωσιν απαρατήρητα τα εξής:

α) Ότι τα πέριξ Βουλγαρικά χωρία, μάλιστα δε το Δουάν Ασάρ ηγόρασαν τόπους δια σχολεία και εκκλησίας Βουλγαρικάς και ότι καθημερινώς συνοικίζονται εις Δεδέαγατς Βουλγαρικαί οικογένειαι και ότι μετ’ επιτάσεως λέγεται ότι το μόλις απέχον εκ Δεδέαγατς 1½ ώραν Βουλγαρικόν χωρίον Γενήκιοϊ (το χωριό Ιάνα[2] που σήμερα είναι εγκαταλειμμένο) θα μετοικήσει ολόκληρον ή το ήμισυ εις Δεδέαγατς διότι εις Γενήκιοϊ υπάρχει έλλειψις ποσίμου ύδατος.

β) Διότι αι άλλαι εθνικότητες αι μεν ήρξαντο οικοδομούσαι σχολεία ως η Οθωμανική παρ. χαρ. αι δε διανοούνται να κτίσωσι τοιαύτα με διδασκάλους Δυτικούς διδάξοντας την Γαλλικήν ήτις πολύ θα δελεάσει τους απλοϊκούς”.

          Στο ίδια κείμενο υπάρχει και ένα άλλο απόσπασμα, που αφορά τον βουλγαρικό κίνδυνο. Συγκεκριμένα ο Χατζόπουλος αναφερόμενος στην επαρχία Μαρωνείας και Αλεξανδρουπόλεως επισημαίνει με αληθινά στρατηγική σύλληψη, ότι αυτή εφάπτεται με τη Μεσόγειο Θάλασσα και τονίζει:

          “Αποτελεί εκ της θέσεως ταύτης σπουδαιότατον σημείον περί ό συγκεντρούνται πάντες οι πόθοι και άπασαι αι προσπάθειαι της βουλγαρικής προπαγάνδας, ιδία δε εις το Καϊμακαμλήκιον Δεδέαγατς, εν ώ υπάρχουσιν 15 πολυπληθή βουλγαρικά χωρία, εν οίς και χωρία αναφανδόν συντεταγμένα τη εξαρχία και υπό τας εμπνεύσεις αυτής εργαζόμενοι. Δια τούτο δε και η επαρχία Μαρωνείας, μετά την Μακεδονίαν, θεωρείται υπό των Πανσλαβιστών ως η μόνη διέξοδος του Βουλγαρικού όγκου, εις τα ακτάς της Μεσογείου”.  

          Άλλωστε ο ίδιος ο Πέτκο, όπως θα δούμε παρακάτω, διεκδικούσε υπέρ της Βουλγαρίας, ολόκληρη τη Ροδόπη με τις σημαντικές περιοχές του Αχή Τσελεμπή και της Κομοτηνής!

***

          Το πλήρες όνομα του Πέτκο, είναι, όπως γράφει η Βουλγαρική Εγκυκλοπαίδεια της Ακαδημίας Επιστημών, που δημοσιεύει ένα πενιχρό βιογραφικό του, Πέτκο Κυριάκωφ Καλογιάννωφ. Γεννήθηκε το 1844 και πέθανε το 1900.

          Αποκαλώντας τον καπετάνιο, γράφει επίσης, ότι είναι Βούλγαρος εθνικός επαναστάτης. Το 1861 οργανώνει τις “τσέτες” των κλεφτών και αρματολών της Ροδόπης. Συμμετέχει με ομάδα “ντρουζίνα” από 150-200 άτομα και μετά από αυτό παίρνει μέρος στην Επανάσταση της Κρήτης το 1866. Κατά το Ρωσοτουρκικό απελευθερωτικό πόλεμο το 1877-78 αναπτύσσει δράση με το τμήμα του στα μετόπισθεν των τουρκικών στρατευμάτων στο Μπελομόριε (Αιγαίο). Κάνει αγώνα ενάντια στη σκηνοθετημένη από την Τουρκία εξέγερση, τη λεγόμενη Επανάσταση της Ροδόπης, από το Φεβρουάριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1878. Μετά την Επανάσταση βρίσκεται κυνηγημένος σαν ρωσόφιλος από την κυβέρνηση Σταμπούλωφ.  

          Αυτά τα λίγα, από την Εγκυκλοπαίδεια της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρίας.

          Για να αντιληφθεί κανείς το κλίμα που επικρατούσε στη Βουλγαρία, θα πρέπει να αναφερθεί, ότι ο Σταμπούλωφ, αναδείχθηκε, μέσα από μια αλλοπρόσαλλη πολιτική πορεία. Ξεκίνησε από εθελοντής με τους Ρώσους στο ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878 για να καταλήξει διώκτης των ρωσόφιλων περίπου στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Πρωτοστάτησε στην εκλογή του πρίγκιπα Φερδινάνδου του Κόμπουργκ ως ηγεμόνα της Βουλγαρίας (το 1908 ανακηρύχθηκε τσάρος) από τον οποίο διορίστηκε πρωθυπουργός, αξίωμα που διατήρησε επί οχτώ χρόνια. Βίαιος και αυταρχικός, καταδίωξε αμείλικτα τους αντιπάλους του, ασκώντας έντονη αντιρωσική πολιτική και  προωθώντας τα συμφέροντα των αυστριακών. Η πολιτική του όμως εμπόδιζε τους Ρώσους να αναγνωρίσουν το Φερδινάνδο, με αποτέλεσμα αυτός να τον αποπέμψει το 1894. Στις 15 Ιουλίου 1895 πολιτικοί του αντίπαλοι, τον κατέσφαξαν μέσα στη Σόφια. Ο Σταμπούλωφ υπήρξε ένας από τους απηνείς διώκτες του Πέτκο, που τον κρατούσε εγκάθειρκτο στη Βάρνα, όπου και πέθανε αργότερα, το 1900.

***

          Ας δούμε τώρα και τις καταγγελίες για τη ληστρική δράση του Πέτκο, με βάση πάντα, τα στοιχεία που προκύπτουν από τις προξενικές αναφορές της εποχής εκείνης. Οι Έλληνες πρόξενοι άμεσοι γνώστες των τεκταινομένων στις περιοχές τους και αποδέκτες των φόβων και των παραπόνων των Ελλήνων, αποτελούσαν τα μάτια και τα αυτιά της ελληνικής κυβέρνησης στις περιοχές όπου υπήρχε υπόδουλος Ελληνισμός.

          Μια πρώτη επισήμανση της δράσης του Πέτκο, περιλαμβάνεται στην αναφορά του υποπρόξενου Δεδέαγατς Γ. Καραγιαννόπουλου προς το υπουργείο Εξωτερικών. Συγκεκριμένα στις 7 Φεβρουαρίου 1878[3] ανέφερε ότι στις 27 Ιανουαρίου τριάντα ληστές υπό τον Βούλγαρο λήσταρχο Πέτκο “φέροντες ελληνικάς σημαίας” εισήλθαν τα χαράματα στο Οθωμανικό χωριό Τασλίκιοϊ  (ΣΣ. Το σημερινό χωριό Πετρωτά Ροδόπης) που απείχε από το Δεδέαγατς τέσσερις ώρες και απήγαγαν όλους τους Οθωμανούς λέγοντας ότι είναι απεσταλμένοι των Ρώσων για να τους υποτάξουν. Κατόπιν τους αφόπλισαν- δείγμα υποταγής- και αφού λαφυραγώγησαν το χωριό σκότωσαν ορισμένους και αποχώρησαν.

          Οι Χριστιανοί και Οθωμανοί κάτοικοι της Μάκρης που απείχε δυο ώρες από το Τασλίκιοϊ, φοβούμενοι μήπως υποστούν τα ίδια, γνωστοποίησαν την επίθεση στον Καραγιαννόπουλο και ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια. Αυτός συνεπικουρούμενος και από τους άλλους πρόξενους έθεσε το θέμα αμέσως στους Ρώσους,

          Από την αναφορά αυτή του Καραγιαννόπουλου, αλλά και από άλλες προξενικές αναφορές φαίνεται η δολιότητα του Πέτκο, ο οποίος συνήθιζε στις ληστρικές επιδρομές του να υψώνει ελληνική σημαία και να μιλάει ελληνικά για να παραπλανά τις αρχές και τα θύματά του.  

***

Μια άλλη σημαντική αναφορά για τον Πέτκο έχουμε από κατοίκους της σημερινής Αλεξανδρούπολης, στις 6 Μαρτίου 1878[4]. Τότε πολλοί κάτοικοι με επιστολή τους προς τον υπουργό Εξωτερικών επαίνεσαν ένθερμα τις ενέργειες του Καραγιαννόπουλου για την προστασία των Ελλήνων, αλλά και για τη διατήρηση της τάξης κατά την είσοδο των Ρώσων.

          Η ιστορική αυτή επιστολή όπως διασώθηκε στο Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, έχει ως εξής:

          “Κύριε υπουργέ,

          Οι ευσεβάστως υποφαινόμενοι υπήκοοι της Α. Μεγαλειότητος, έχοντες υπ’ όψιν ότι καλοί υπάλληλοι δια καλής μορφούνται αμοιβής μάλιστα ηθικής, παρακαλούμεν Υμάς, όπως επιτρέψη ημίν, εξιστόρησιν εν βραχεί τα της πολιτείας του ενταύθα Υποπροξένου κ. Καραγιαννοπούλου, να συστήσωμεν εις την εθνικήν μέριμναν της Κυβερνήσεως τον Έλληνα τούτον υπάλληλον.

          Ελθών ενταύθα ο κ. Καραγιαννόπουλος κατά τον παρελθόντα Μάιον εύρε λίαν προβληματικήν την δημόσιον ασφάλειαν της πόλεως συνεπεία των εν αυτή ως εν πάση νεοσυστάτω πόλει, συσσωρευμένων πλείστων πάσης ποιότητος ατόμων. Ενζήλως επελήφθη του ζητήματος τούτου, αποκαταστήσας πραγματικήν την ασφάλειαν του τόπου, δια της βαθμιαίας απομακρύνσεως πάντων των αέργων και ταραξιών Ελλήνων, εφ’ ώ και εδέχθη τας ευχαριστίας των κατοίκων και των συναδέλφων αυτού.

          Ως βεβαίως γνωρίζετε, η Θράκη και ιδίως τα περί το Δεδέαγατς διαμερίσματα, αυτής, προ ετών πολλών καταμαστίζονται υπό της ληστρικής συμμορίας του περιβοήτου Βουλγάρου Πέτκου, ο οποίος ολοκλήρους κώμας και χωρία μέχρι τούδε κατέστρεψε καθόσον πλην των υπ’ αυτού ενεργηθεισών ληστοπραξιών συνέπεσεν ως εκ των συχνών αυτού επισκέψεων εις τας κώμας να ενοχοποιηθώσιν εκ των Οθωμανών πολλοί ευκατάστατοι και ευυπόληπτοι Έλληνες Χριστιανοί ως λησταποδόχοι, επί μόνω τω σκοπώ βεβαίως, όπως φορολογηθώσιν υπό των ακεραίων (;) Οθωμανικών Αρχών. Πολλάς πλουσίας οικογενείας καταστρέφωσιν επί τη αφορμή ταύτη. Και εις το ζήτημα τούτο επιτυχώς μέχρι τούδε ενήργησεν ο κ. Καραγιαννόπουλος πολλούς μεν  των επί λησταποδοχή συκοφαντηθέντων υπό των Οθωμανικών ονύχων διασώσας, τινάς δε των πραγματικών λησταποδόχων καταδιώξας και εν γένει ενεργήσαντες ούτως, ώστε ήδη από τινων μηνών τουλάχιστον τα της πόλεώς μας περίχωρα εισίν απαλλαγμένα της παρουσίας του ληστάρχου τούτου. Περί πάντων τούτων δύναται να μαρτυρήσει και το εν Αδριανουπόλει Προξενείον.

          Η διαγωγή αύτη του κ. Καραγιαννοπούλου τοσούτον διέσωσε και εκραταίωσε το όνομα αυτού παρ’ άπασι τοις περί το Δεδέαγατς διαμερίσμασιν, ώστε ήδη από τινος χρόνου πάντες οι κάτοικοι αυτών Έλληνες και Τούρκοι και Βούλγαροι, διά πάσαν ανάγκην προς αυτόν και μόνο απευθύνονται.

          Ως γνωρίζετε η Θράκη άπασα και ιδίως η ημετέρα πόλις εις λίαν ακροσφαλή   περιέστησαν θέσιν συνεπεία του τελευταίου πολέμου και την πολυπληθή μετανάστευσιν των διαφόρων Τουρκικών ορδών. Δεν δυνάμεθα, κύριε υπουργέ ή να ανακηρύξωμεν γεγονυία τη φωνή, ότι το Δεδέαγατς , ού η ύπαρξις ευρέθη επί ξηρού ακμής (ως μαρτυρούσιν τα εις όλον τον κόσμον διαβιβασθέντα τηλεγραφήματα, ότι το Δεδέαγατς κατεστράφη) εις μόνον τον Έλληνα υποπρόξενον οφείλει την σωτηρίαν αυτού. Καθότι ο κ. Καραγιαννόπουλος δια της προτέρας αυτού διαγωγής είχεν αποκτήσει την εμπιστοσύνην και αγάπην πάντων των Οθωμανών και των Οθωμανικών Αρχών, Καϊμακάμη, Καδή, Αστυνόμου, Φρουράρχου και αυτών μάλιστα των προεξαρχόντων Κιρκασίων. Τούτους καθ’ όλον το διάστημα των ωδίνων εφιλοξένει εν τη οικία αυτού και ούτω κατώρθου να ενεργώσιν υπό τας εμπνεύσεις αυτού. Πλην τούτου ο κ. Καραγιαννόπουλος καθ’ εκάστην εσπέραν συσσωματών περί αυτόν πολλούς των Ελλήνων εφρούρει καθ’ όλην την νύκτα ένοπλος την πόλιν. Ημέραν τινά οι Κιρκάσιοι κακά διανοηθέντες δεν ήθελον να αναχωρήσωσιν. Άμα μαθών τούτο ο κ. Καραγιαννόπουλος, πέμπει προς αυτούς φίλον τινα Κιρκάσιον, πρώην επί την δεκάτην υπάλληλον, ο οποίος νουθετήσας έπεισεν αυτούς να επιβιβασθώσιν αυθωρεί επί των αναμενόντων αυτούς δύο Αυστριακών ατμοπλοίων. Δι΄ όλων τούτων των μέσων αληθώς έσωσε την πόλιν ο κ. Καραγιαννόπουλος.

          Μετά την έλευσιν των Ρώσων ούτως επιτυχών επολιτεύθη, ώστε κατώρθωσε, συμπήξας εις ταυτό άπαν το ενταύθα Χριστιανικόν στοιχείον, να παραστήση αυτό ως Ελληνικόν εις τας Ρωσσικάς στρατιωτικάς αρχάς αίτινες ως εκ τούτου ηναγκάσθησαν να μορφώσωσιν ενταύθα πάντας τους κλάδους της υπηρεσίας αποκλειστικώς ελληνικούς, μ’  όλας τας εναντίας παραστάσεις και τας παρά τοις Βουλγάροις ραδιουργίας, των ενταύθα ολιγίστων Καθολικών.

          Πάντα ταύτα αναγκάζουσιν ημάς, κύριε υπουργέ, να αποδώσωμεν τον  δίκαιον έπαινον των κ. Καραγιαννοπούλω, τιμήν φέροντι τω έθνει και τω ελληνικώ Δεδέαγατς. Ούτω ενεργούντες ελπίζομεν ότι θέλομεν εφελκύσει την επί του υπαλλήλου τούτου μέριμναν της Σεβαστής Κυβερνήσεως προς όφελος του εν τη Θράκη ψυχορραγούντος εθνισμού μας.

 

Ευπειθέστατοι Έλληνες”

 

          Την επιστολή υπογράφουν οι Π. Γ. Κόκκινος, Ι. Κ. Μαλιαρός, Ι. Λαμπουσιάδης, Ε. Δ. Αναγνώστου, Ι. Φιμερέλης, Δ. Αποστολίδης, Μιχαήλ Αποστολίδης, Δ. Κυριαζόπουλος, Γ. Δουζίνας, Παναγιώτης Ζερβός, Βασίλειος Κουβαράς, Κ. Φιμερέλης, Μιχαήλ Ταβακόπουλος, Αναστάσιος Φωκάς, Νικόλαος Κ. Αγγελής, Θ. Παρασχίδης, Βασίλειος Μενεγάκης, Ν. Γ. Παλαμάρης, Σπύρος Λαχανάς, Δημήτριος Σταύρου, Νικόλαος Λαγόπουλος, Δ. Κόκκινος, Δ. Παρασκευόπουλος, Α. Οικονομίδης, Γ. Νικολαϊδης, Κ. Κουμπής, Βαγγέλης Αγγεληνός και Σταύρος Καπετάνου. Ελάχιστα ακόμη ονόματα, είναι δυσανάγνωστα ή έχουν καταστραφεί στο καταταλαιπωρημένο αυτό έγγραφο.

          Και η επιστολή αυτή, όταν έφτασε στο υπουργείο Εξωτερικών, με ιδιόχειρη σημείωση εστάλη στο αρχείο.

          Δυο μέρες μετά την επιστολή των κατοίκων του Δεδέαγατς, και συγκεκριμένα στις 8 Μαρτίου εξαιτίας της καταδίωξης του Πέτκο και της συμμορίας του, η Μαρώνεια υπέστη μια πρωτοφανή τουρκική επίθεση και λεηλασία. Για το γεγονός αυτό υπάρχει μάλιστα διασταύρωση και επιβεβαίωση διπλωματική και δημοσιογραφική.

Αγανακτισμένοι οκτώ κάτοικοι, έστειλαν στις 12 Μαρτίου επιστολή στο “Νεολόγο” της Κωνσταντινούπολης για τα παθήματά τους, στην οποία έγραφαν μεταξύ άλλων:

          “Ίσως εκ φήμης εμάθατε ότι την 8 Μαρτίου λόγω καταδιώξεως της ληστρικής συμμορίας του Πέτκου, ήτις λυμαίνεται από καιρού την επαρχίαν Μαρωνείας, εν τη εφαρμογή των καταδιωκτικών μέτρων εκ μέρους στρατιωτικού αποσπάσματος, υπό την οδηγίαν ενός λοχαγού και ενός χρέη αστυνόμου εκτελούντος εν Γκιουμουρτζίνη Χασάν αγά, μετά δύο έως τριών χιλιάδων μεταναστών και περιοίκων, επέδραμον κατά της ομωνύμου ελληνικής πολίχνης, εξαιρέσει του στρατιωτικού αποσπάσματος και ως πειναλέοι γύπες θραύσαντες δια πελέκεων τας θύρας των οικιών διήρπασαν 170 τοιαύτας, μηδέν από του πολυτιμοτέρου μέχρι του ευτελεστέρου ράκους ή σκεύους αφέντες, αφού προηγουμένως εξήγαγον πάντας τους κατοίκους διανυκτερεύσαντας εν υπαίθρω και εφόνευσαν εξ απροσεξίας τρεις πολίτας και ένα Σαμόθρακα, της καταδιώξεως ούτω περατωθείσης, υπέστρεψαν έκαστος εις τα ίδια, φέρων μεθ’ εαυτού την πολύτιμον λείαν του και κατέλιπον αύθις ελευθέραν την κατά τα μέρη εκείνα ενδιαίτησιν των ληστών...”.

          Οι Μαρωνίτες πρόσθεταν, ότι επιτόπου μετέβη ο μητροπολίτης Ιερώνυμος, ο οποίος έχοντας μαζί του το στρατιωτικό απόσπασμα της πόλης, κατόρθωσε να ανακαλύψει στα κοντινά μουσουλμανικά χωριά, πολλά από τα κλοπιμαία που επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους. Επίσης εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους προς το Μητροπολίτη υπενθυμίζοντας και μια άλλη άγνωστη σήμερα πράξη του, την απελευθέρωση 60 Βουλγαροπαίδων της Γκιουμουρτζίνας “εξ αρπακτικών χειρών”. Δεν κατονομάζουν τους απαγωγείς, αλλά είναι πολύ πιθανόν να ήταν οι φοβεροί Κιρκάσιοι.

          Γι’ αυτή τη ληστρική επιδρομή εναντίον της Μαρώνειας, η οποία υφίστατο τις συνέπειες της παρουσίας εκεί του Πέτκο, ο υποπρόξενος Καραγιαννόπουλος έστειλε από το Δεδέαγατς στις 18 Μαρτίου 1878[5] έκθεση στο υπουργείο των Εξωτερικών στην οποία περιέγραφε-από τη δική του οπτική γωνία βέβαια- ότι ο “λήσταρχος Πέτκος” με δώδεκα άλλους συνεργάτες του και μερικούς Βουλγάρους “ους παραλαμβάνει εκάστοτε όταν πρόκειται να κακουργή επετέθη κατ΄ Οθωμανών τους οποίους συνήντησε μεταξύ του χωρίου Κιρκά υπαγομένου εις της περιφέρειαν Γκιουμουλτζίνας και του χωρίου Καρά- καγιά (Σ.Σ. τον εγκαταλελειμμένο σήμερα οικισμό Μαυρόπετρα κοντά στην Αισύμη) υπαγομένου ενταύθα και εφόνευσε τρεις και δύο επλήγωσε καιρίως”.

          Εξαιτίας της στυγερής αυτής πράξης και των πολλών παραπόνων που είχαν διατυπωθεί για τις έκνομες δραστηριότητες του Πέτκο, Οθωμανικός στρατός από τη Γκιουμουλτζίνα με πολλούς άοπλους Οθωμανούς πολίτες των περιχώρων, συνολικά πλέον των 1.000 ατόμων πορεύθηκε τα ξημερώματα της 8ης Μαρτίου στη Μαρώνεια “ένθα πάντοτε διαιτάται ο λήσταρχος” και αφού περικύκλωσαν την πόλη, μπήκαν μέσα 300 και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι όπου διέμενε ο Πέτκο ζητώντας από αυτόν να παραδοθεί.

          Εκείνος- κατά την περιγραφή του Καραγιαννόπουλου- αρνήθηκε και ξέσπασε από τις αντιμαχόμενες πλευρές, ένοπλη σύρραξη. Σκοτώθηκαν τριανταδύο  Οθωμανοί και τέσσερις ληστές. Δύο  Βούλγαροι και δύο Έλληνες Οθωμανοί υπήκοοι. Ο ένας κατάγονταν από την Αίνο και ονομάζονταν Κόμνος και ο άλλος από τη Σμύρνη και ονομάζονταν Βαγγέλης.

          Μέσα στην αναμπουμπούλα της μάχης ο Πέτκο, παρά τη στενή πολιορκία, κατόρθωσε να διαφύγει με τους υπόλοιπους οπαδούς του. Οι Οθωμανοί αντί να συνεχίσουν την καταδίωξη άρχισαν να αποβάλλουν κάθε έννοια πειθαρχίας και να επιδίδονται σε εκτεταμένες λεηλασίες “και ούτω η Ελληνική αύτη κωμόπολις αριθμούσα τεσσάρων αιώνων ύπαρξιν και ακμάζουσα άλλοτε επί πλούτω κατεστράφη εντελώς, ένεκεν του ληστάρχου τούτου και των καταδιωκόντων αυτόν βαρβάρων Οθωμανών”.

          Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη. Οι Ρώσσοι του Δεδέαγατς, που είχαν δυνάμεις αδιαφόρησαν αν και όπως βεβαιώνει ο Έλληνας υποπρόξενος ενώ πολλές φορές παρακάλεσε υποδεικνύοντας και τους τρόπους σύλληψης του Πέτκο, δεν εισακούσθηκε.

          Αλλά και το Οθωμανικό στοιχείο “εντελώς αδρανές, κούφον και βάρβαρον ως γιγνώσκετε, ουδέν δύναται να εκτελέση”.

          Μπροστά στο αδιέξοδο αυτό ο Καραγιαννόπουλος αποκαλύπτει προς το υπουργείο Εξωτερικών, ότι ήρθε σε επαφή με τον Πέτκο. Συγκεκριμένα στην ίδια έκθεση σημειώνει συμπερασματικά:

          “Δια τούτο χάριν του τόπου απεφάσισα να διέλθω την ευρωπαϊκήν οδόν και επί τούτω απέστειλα άνθρωπόν μου πιστόν όπως ανταμώση τον ίδιον τον Πέτκον και δια πολλαπλών μέσων και υποσχέσεων καταπείσω αυτόν να εγκαταλείψει την Θράκην και μεταβή όπου θέλει να πολεμήση τουλάχιστον υπέρ του Ελληνισμού”.

          Είναι αινιγματική η προτροπή του Καραγιαννόπουλου προς τον Πέτκο να πολεμήσει τουλάχιστον υπέρ… του Ελληνισμού εκτός όμως της Θράκης, αλλά η εξέλιξη των γεγονότων, παρά την έλλειψη πληροφοριών, δεν φαίνεται να μετέβαλε την κατάσταση.

Στις 17 Μαΐου 1877[6] ο πρόξενός της Αδριανούπολης Γεννάδης Νικ. βασιζόμενος σε πληροφορίες που του έδωσε προξενικός πράκτορας του Δεδέαγατς, αποκαλύπτει προς την Ελληνική Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, ότι ο πανούργος Πέτκο, σφετερίζονταν ακόμα και τις ελληνικές φορεσιές, προκειμένου να εξαπατά τους διώκτες του. Γράφει:

          “... ληστρική συμμορία εξ 20 ατόμων συγκειμένη ανεφάνη αίφνης εις Μαρώνειαν κωμόπολιν πλησίον του Δεδέαγατς κειμένην και εν καιρώ ημέρας εισβαλούσα εις αυτήν  συνέλαβεν τον πρόκριτον του χωρίου Θωμάν Γιαννούδην αφήρεσε παν ό,τι εύρεν εν τη οικία του εις χρήματα και πολύτιμα είδη αξίας εν όλω 2 περίπου χιλιάδων λιρών, αιχμαλωτίσασα δ’ αυτόν και τους δύο εν Μαρωνεία εδρεύοντας ζαπτιέδες απήλθεν εκείθεν.

          Προς καταδίωξιν των ληστών εξήλθον διάφορα αποσπάσματα χωροφυλάκων αλλ’ άχρις ώρας η καταδίωξις ουδέν επήνεγκεν αποτέλεσμα. Περί των ληστών αυτών αι ενταύθα εγχώριαι αρχαί ως και εν Δεδέαγατς διϋσχυρίζονται ότι εισίν Έλληνες εξ Ελλάδος δια θαλάσσης εισβαλόντες αυτόθι, φέρουσι το ελληνικόν ένδυμα (φουστανέλας) και λαλούσι την Ελληνικήν. Καθ’ ας όμως έλαβον εγώ πληροφορίας  η συμμορία αύτη είναι η άλλοτε υπό τον Βούλγαρον αρχιληστήν Πέτκον αναφανείσα εις τα μέρη εκείνα και σύγκειται εξ ανθρώπων διαφόρων φυλών και θρησκευμάτων. Τούτο ουδόλως αμφιβάλλω ότι γιγνώσκουσι οι Τούρκοι εκ προθέσεως δε και δια σκοπούς λίαν ευνοήτους διαδίδουσι τ’ ανωτέρω. Τας διαδόσεις δε ταύτας ας υποστηρίζει και ο εκτάκτως αποσταλείς ενταύθα ως πρόξενος της Αγγλίας κ. Βλουντ εννοείται ότι θα καταπολεμήσωμεν δεόντως...”.

          Στο ίδια έγγραφο ο Γεννάδης αφηγείται και άλλες περιπτώσεις ληστειών σε διάφορα μέρη της Θράκης.   

          Μετά την ειδοποίηση του Γεννάδη για τις κατηγορίες των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων και για τις υποψίες του ότι επρόκειτο για τη συμμορία του Πέτκο, ο πρεσβευτής Α. Κουντουριώτης με ιδιόχειρη σημείωσή του στο περιθώριο του εγγράφου του Γεννάδη, διέταξε τον Διερμηνέα της Πρεσβείας Αλ. Δρακόπουλο να κάνει διάβημα για τις αυθαίρετες ερμηνείες των τουρκικών αρχών, ότι επρόκειτο για Έλληνες ληστές, που εισέβαλαν δια θαλάσσης.

          Ο Δρακόπουλος επισκέφθηκε τον υφυπουργό Εξωτερικών της Υψηλής Πύλης έκανε το διάβημα και ο ίδιος σημείωσε στη δεύτερη σελίδα του εγγράφου του Γεννάδη, ότι ο υφυπουργός τον άκουσε προσεκτικά, κράτησε σημειώσεις και υποσχέθηκε ότι αυθημερόν θα έστελνε σχετική διαταγή, στο Γενικό Διοικητή του Βιλαετίου της Αδριανούπολης.   

          Οι Ρώσοι που αμνήστευσαν τα αδικήματα του Πέτκο, όταν κατέλαβαν τη Θράκη, έκαναν συνεργάτη τους το Βούλγαρο ληστή και τον περιέβαλαν με εμπιστοσύνη. Με αποτέλεσμα, οι σύντροφοί του να κάνουν επιδρομές και μέσα στο Δεδέαγατς.

          Ο Καραγιαννόπουλος στις 21 Μαΐου 1978[7] με αναφορά του με αρ. πρωτ. 86, περιγράφει προς το υπουργείο των Εξωτερικών νέα κατορθώματα της συμμορίας Πέτκου, αλλά και τη φανερή προστασία που του παρείχαν οι Ρωσικές Αρχές κατοχής:

          “ Κατόπιν πολλών προς το υπουργείον αφηγήσεών μου περί του εν Θράκη ληστάρχου Πέτκου έρχομαι και αύθις να υποβάλω υμίν, ότι ούτος υποθαλπόμενος  πλέον φανερά παρά της Ρωσσικής Αρχής κατέστη έτι επιφοβώτερος. Την παρελθούσαν Δευτέραν δύο Βούλγαροι της συμμορίας αυτού εν πλήρει μεσημβρία εκ τινός ενταύθα καφφενείου απήγαγον Οθωμανόν τινα όν και εκρεούργησαν. Ημέρα δεν παρέρχεται να μην φονευθή παρά της συμμορίας αυτού ή άλλων Βουλγάρων πλήθος Οθωμανών. Εννοείται λοιπόν ότι οι κατά των Οθωμανών βανδαλικαί αύται πράξεις, θα επιφέρουν  όταν επιστή η επικράτησις του Οθωμανικού στοιχείου την αυτοδικίαν καθ’ όλου του Χριστιανισμού. Ως εκ τούτου δια να προλάβω την κατά των Ελλήνων προβλεπομένην αντεκδίκησιν ηναγκάσθην διότι οι Οθωμανοί ευλόγως δύνανται να υποθέσωσιν ότι εις όλα ταύτα ενέχονται αμφότερα τα Διοικητικά Συμβούλια Δεδέ- Αγάτς και Μάκρης τα εξ Ελλήνων συγκεκροτημένα να παροτρύνω ταύτα να παραιτηθώσιν και συγχρόνως δια πολλών οργάνων να φθάσουν εις τα ώτα των Οθωμανών ότι τα Ελληνικά Συμβούλια ταύτα αφού δεν ηδυνήθησαν δια του ορθού λόγου να καταπείσωσιν τας Ρωσσικάς Αρχάς όπως επιφέρωσιν την εξάρθρωσιν του Πέτκου και την χειραγώγησιν των Βουλγάρων παρητήθησαν. Ακολούθως θέλω καταστήσει γνωστόν προς το Β. Υπουργείον αν εγένετο δεκτή η σημερινή παραίτησις των εν λόγω συμβουλίων ως και κατάλεπτον έκθεσιν των κακουργημάτων των Βουλγάρων αποστείλω”.

          Λίγες μέρες αργότερα, ο Καραγιαννόπουλος επιχειρεί μέσα από σειρά επαφών και διαβουλεύσεων με τις ρωσικές αρχές του Δεδέαγατς, να λύσει το πρόβλημα του Πέτκου, γιατί η περιφέρεια στέναζε από τις θηριωδίες της ομάδας του. Έτσι μετά από συζητήσεις με Ρώσους στρατιωτικούς, στέλνει στις 27 Μαρτίου 1878[8] νέα αναφορά στο υπουργείο Εξωτερικών, αποκαλύπτοντας μεταξύ άλλων, ότι η συμμορία του Πέτκου είχε “σπιτωμένες” στην πόλη τις ερωμένες και τις συζύγους των ληστών και ότι οι Ρώσοι επεφύλασσαν για τον Πέτκο και τους άνδρες του ρόλο εμπροσθοφυλακής, γιατί γνώριζαν καλά τις τοποθεσίες της Θράκης. Κάτι ανάλογο δηλαδή με το ρόλο που επεφύλασσαν οι Αμερικανοί στον UCK των αλβανόφωνων του Κοσσυφοπεδίου, αν χρειάζονταν να κάνουν χερσαίες επιχειρήσεις το 1999, πριν επέλθει η ειρήνευση.

          Είναι πολύ ενδιαφέρον το έγγραφο αυτό, που δημοσιεύεται ολόκληρο και αναφέρει προς το υπουργείο Εξωτερικών:

          “Εις την υπ’ αριθμ. 86 και από 21 υφισταμένου ε.ε. προς το Β. Υπουργείον αποσταλείσαν έκθεσίν μου ανέφερον εν βραχεί την προς τον λήσταρχον Πέτκον εύνοιαν των Ρωσσικών Αρχών, ήτις κατέστησεν αυτόν και τους λοιπούς Βουλγάρους θηριωδέστερους και των Οθωμανών και την συνεπεία ταύτης παραίτησιν των Συμβουλίων Δεδέ- Αγάτς και Μάκρης. Ήδη εν πρώτοις αναφέρω ότι η παραίτησις των Συμβουλίων τούτων δεν εγένετο δεκτή κατ’ επίμονον άρνησιν του ενταύθα Μαγιόρ (εννοεί τον Ρώσο στρατηγό- διοικητή, που τον αποκαλούσαν με το βαθμό του Μαγιόρ Τζενεράλ) και τας δοθείσας προς αυτά προφορικάς υποσχέσεις του, ότι του λοιπού δεν θα επαναληφθώσιν τα τοιαύτα. Κατά συνέπειαν όθεν της υποσχέσεως ταύτης τα Συμβούλια εξακολουθούν ως και πριν, θεωρών πλέον περιττήν πάσαν περί Πέτκου και Βουλγάρων αφήγησιν καθόσον αρκούντως μέχρι τούδε εξέθηκα, περιορίζω την έκθεσίν μου ταύτην εις λεπτομερή των γεγονότων…. (μια λέξη δυσανάγνωστη) την ψυχικήν ευγένειαν των Ρώσων αξιωματικών και τον προς το καθήκον σεβασμόν.

          Ημέραν τινά ο ενταύθα Β. Πράκτωρ της Αυστροουγγαρίας κύριος Σούχορ μεθ’ ενός μέλους του ενταύθα Διοικητικού Συμβουλίου κυρίου Καραπαναγιώτου, μεταβάντες τη προτροπή εμού εις την οικίαν του λοχαγού Garbatorski όπου ευρίσκετο ο Στρατιωτικός Διοικητής, ο λοχαγός Albinski και άλλοι αξιωματικοί και παραστήσαντες τω Στρατιωτικώ  Διοικητή, ότι η ανασφάλεια του τόπου πολλού γε δη από του να είναι ευάρεστος, ότι ο τόπος κινδυνεύει ένεκεν της συμμορίας του Πέτκου και των λοιπών Βουλγάρων και ότι τέλος πρέπει να ληφθεί εκ μέρους αυτού η δέουσα πρόνοια, έσχον την εξής απάντησιν. Πώς δύνασθε ν’ αποδείξητε ημείς ηρώτησεν ως αξιωματικός ο Garbatorski ότι πάντα ταύτα διαπράττονται παρά του Πέτκου και λοιπών Βουλγάρων; Έπειτα τι μέλλει ημίν, είπεν άλλος αξιωματικός ο Albinski, ειλικρινέστερος τουλάχιστον, εάν φονεύωνται Οθωμανοί; Μέχρι τούδε μόνον Οθωμανοί εφονεύθησαν.

          Ετέραν ημέραν ο ίδιος ο κύριος Σούχορ και Καραπαναγιώτης μετά του υπολοχαγού Granmer και του λοχαγού Taksevski όστις πλέον της Ρωσσικής Γαλλικάς τινάς λέξεις ψελλίζει, είπεν αυτοίς τα ακόλουθα άτινα επεκύρωσεν ο Granmer “Maintenant notre ami Petko” (Τώρα, ο φίλος μας ο Πέτκο) ο δε λοχαγός Thuberef είπεν ότι, επειδή ο Πέτκος γνωρίζει καλώς τας τοποθεσίας των μερών τούτων εκρίθη καλόν να προσληφθή ως εμπροσθοφυλακή προς απόκρουσιν της επαναστάσεως των Οθωμανών (είχε εκδηλωθεί ήδη η εξέγερση των Πομάκων της Ροδόπης εναντίον των Βουλγάρων και των Ρώσων).  

Εν άλλη δεν ημέρα εξελθόντες εις περίπατον εγώ ο Σούχορ, ο Καραπαναγιώτης, μετά του Garbatorski ηκούσαμεν εις τον άνω λεγόμενον μαχαλάν, ένθα υπάρχει ως γνωστόν κατοικία των γυναικών της συμμορίας του Πέτκου, άσματα ευωχουμένων. Ο κ. Σούχορ λέγει τότε τω λοχαγώ Garbatorski, ότι υποθέτει ότι οι ψάλλοντες εισίν οι λησταί οι εν των  καφφενείω συλλαβόντες τους Οθωμανούς. “τι βγαίνει από ένα Οθωμανόν, είπεν ο λοχαγός Γερμανιστί, εγώ σας βεβαιώ, ότι ουδένα Χριστιανόν θέλει κακοποιήσει”.

Τας αυτάς περί Ρώσσων πληροφορίας υπέβαλε και ο κ. Σούχορ προς την εν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν αυτού. Τας αυτά δεν και έτι πλείονας έλαβε παρ’ εμού και ο του Αρχιερέως Γκιουμουρτζίνης Ιερωνύμου, προς εμέ συσταθείς κ. Γκρασπερέτ, Γάλλος το γένος στρατηγός της Αμερικής, όστις κατά διαταγήν φαίνεται της κυβερνήσεώς του, περιηγείται την Θράκην συλλέγων πληροφορίας. Ο λίαν ούτος φιλέλλην, ο πολλά υπέρ του Ελληνισμού εκφρασθείς ανεχώρησε σήμερον δια Κωνσταντινούπολιν. Τοιαύτα περί Ρώσων αξιωματικών, περί δε του Πέτκου έμαθον ότι την παρελθούσαν Κυριακήν εισελθόντες οι Οθωμανοί εις το Χριστιανικόν χωρίον Πλαβού της περιφερείας Αδριανουπόλεως ήρχισε σφοδρός μετά της συμμορίας αυτού πυροβολισμός, φονευθέντων πολλών εκατέρωθεν, ο δε Πέτκος πληγωθείς κατά την παρειάν νοσηλεύεται εις Αδριανούπολιν παρά Ρώσων ιατρών”.      

          Χαρακτηριστικό γεγονός εξάλλου είναι, η μεγάλη έριδα που είχε ξεσπάσει την άνοιξη του 1878 μεταξύ του υποπρόξενου Καραγιαννόπουλου και ελαχίστων Ελλήνων υπηκόων οι οποίοι συνεργάσθηκαν με τους Ρώσους, και το όνομα του Πέτκου, μπήκε ανάμεσά τους.

          Στις 12 Ιουνίου 1878 ο Καραγιαννόπουλος και αφού είχαν προηγηθεί άλλα έγγραφά του με βαριές κατηγορίες για τους ελάχιστους συνεργάτες των Ρώσων, με την υπ’ αριθμ. 112 αναφορά του[9] καταγγέλλει ευθέως τον Συριανό έμπορο Ιωάννη Φιμερέλη, που οι Ρώσοι τον διόρισαν πρόεδρο του  Διοικητικού Συμβουλίου Δεδέαγατς, ότι υπέθαλπε “τον λήσταρχον Πέτκον όπως κερδίση την εύνοιαν των Ρώσων και κραταιωθεί εν τη θέσει του ταύτη”.   

          Είναι όμως άκρως αποκαλυπτική και η αφήγηση[10] της συνάντησης που είχε με τον Πέτκο στο Δεδέαγατς, ο Έλληνας υποπρόξενος της Αίνου Εμμανουήλ Ξένος. Το διασωθέν έγγραφο, είναι αντίγραφο αναφοράς του στις 2 Οκτωβρίου 1878[11] προς την Ελληνική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης. Αφορμή της αφήγησής του, ήταν μια επίθεση εναντίον Οθωμανών, την επομένη της αναχώρησης των Ρώσων, από το χωριό Μεγάλη Διασορνή, δύο ώρες μακριά από την Αίνο, κατοικούμενο από Χριστιανούς και Οθωμανούς με 70 σπίτια. Το βράδυ της 29ης Σεπτεμβρίου 1878,τουλάχιστον δώδεκα ένοπλοι  Βούλγαροι, μπήκαν στο χωριό και περικύκλωσαν το τζαμί μέσα στο οποίο είχαν καταφύγει αρκετοί Τούρκοι. Οι Βούλγαροι ζήτησαν να βγουν όλοι έξω. Οι Τούρκοι, που ήταν και άοπλοι έμειναν μέσα, φοβούμενοι να βγουν. Οι εισβολείς εξοργισμένοι άρχισαν να πυροβολούν από τα παράθυρα μέσα στο τζαμί, με αποτέλεσμα να σκοτώσουν οχτώ άτομα. Σκότωσαν επίσης έξω από το τζαμί τον Έλληνα ζαπτιέ Δούκα, που την ημέρα εκείνη είχε διαταχθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της πόλης να αναλάβει υπηρεσία. Ο Δούκας θέλησε να υπερασπισθεί τους πολιορκημένους Οθωμανούς, που ζητούσαν απεγνωσμένα βοήθεια, αλλά οι Βούλγαροι με μια σφαίρα, που τον πέτυχε στο δεξιό μάτι, τον άφησαν νεκρό.

Μεταξύ των φονευθέντων Τούρκων ήταν και ο τσορμπατζής του χωριού Χατζή Μεμέτ Αγάς, διαβόητος άλλοτε λήσταρχος ο οποίος- κατά τον Ξένο- είχε διαπράξει κατά το παρελθόν αναρίθμητα κακουργήματα κατά των Χριστιανών. Το περιστατικό στη Διασορνή δεν αποκλείεται να ήταν ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ ληστάρχων, αλλά ο Ξένος απέδιδε την επίθεσή του σε ρωσικό δάκτυλο, γιατί πολλοί είχαν πει ότι στους εισβολείς υπήρχαν και ορισμένοι Ρώσοι στρατιώτες οι οποίοι επέστρεψαν για να περισυλλέξουν εναπομείναν στρατιωτικό υλικό. Και φθάνει στον Πέτκο, γράφοντας:

“Πολλοί θέλουν να είπωσιν ότι ανεγνώρισαν τον αρχηγόν των δολοφόνων και ότι ούτος ήτο ο περιώνυμος λήσταρχος Πέτκος ονομαζόμενος και Βούλγαρος την καταγωγήν, καταμαστίσας επί μίαν ολόκληρον  δωδεκαετίαν την Θράκην και όστις αμέσως τη αφίξει της Ρωσικής Κατοχής προσήλθεν προς τους Ρώσσους Διοικητάς Αδριανουπόλεως, Διδυμοτείχου, Φερρών και Δεδέαγατς, περιφερόμενος ελεύθερος μετά των… (μία λέξη δυσανάγνωστη) δεκαεπτά τον αριθμόν. Μεταξύ δε αυτών ήταν και τινες Έλληνες εκ της Ακαρνανίας. Περιεφέροντο δε ελεύθεροι, τιμώμενοι και περιποιούμενοι παρά των αξιωματικών Ρώσων, συνάμα δε και θαυμαζόμενοι παρ’ απάντων των κατοίκων των μνημονευομένων πόλεων, οίτινες αρκούντως εγίγνωσκαν την θηριωδίαν των.

Δεν θεωρούμεν ανώφελον ν’ αναφέρωμεν εις την Υμετέραν Εξοχότητα έν αρκετά άγνωστον επεισόδιον το οποίον συνέβη κατά τον παρελθόντα Ιούλιον μεταξύ ημών και του διαβοήτου ληστάρχου Πέτκου και του οποίου την αφήγησιν παρακαλούμεν την Υμετέραν Εξοχότητα να μας επιτρέψη.

Ότε κατά τον παρελθόντα Ιούλιον από Κωνσταντινούπολιν εις Αίνον, γνωστόν το τοιούτον υμίν, αφίχθημεν δια του σιδηροδρόμου εις Δεδέαγατς. Ούτω προ της αναχωρήσεώς μας δι’ Αίνον επορεύθημεν προς επίσκεψιν του Ρώσου Πολιτικού Διοικητού και φίλου μας ταγματάρχου Κόμητος Στέμποκ ονομαζομένου. Εισερχόμενος δε εν τω θαλάμω της υποδοχής του, συνηντήθημεν μετά του ρηθέντος ληστάρχου, όστις επί μίαν ολόκληρον πενταετίαν εις το διάστημα της ενταύθα παραμονής μας, τοσούτον κατέπληξεν την ακοήν μας δια τα παρ’ αυτού διαπραχθέντα κακουργήματα. Εισερχόμενοι δε εν τω θαλάμω του κ. Κόμητος προς στιγμήν ατενίσαμεν προς τον λήσταρχον και ενομίσαμεν ότι κάποιος Στρατηγός Ρώσσος ευρίσκετο παρά τω κόμητι. Διότι τη αληθεία έκαστος ηδύνατο να εκλάβη τον Πέτκον ως τοιούτον”.

Ο Ξένος εξηγεί, ότι έμεινε κατάπληκτος από την εμφάνιση του Πέτκο που φορούσε ευρωπαϊκή στρατιωτική στολή χρυσοΰφαντη και έμοιαζε με στρατηγό.

Ο Στέμποκ, αντιλήφθηκε την έκπληξη του Ξένου και έσπευσε να σηκωθεί όρθιος και να τους συστήσει μιλώντας γαλλικά και αποκαλώντας τον Βούλγαρο ληστή φημισμένο άτομο μεγάλης υπολήψεως και Capitain Petko Brigant. Και συνεχίζει ο Ξένος:

“Ο δε ληστής ομιλών κάλλιστα την Ελληνικήν προσεφέρθη προς ημάς αρκετά ευγενής και μετά μεγίστης αβροφροσύνης μας είπαν προς τοις άλλοις, ότι επρόκειτο να μας επισκεφθεί εις Αίνον. Ούτω ήλπιζεν ότι ηδυνάμεθα να συνδράμωμεν αυτόν εις δοσοληψίας του τινάς τας οποίας είχε εκεί μετά τινων κλεπταποδόχων ονομαζομένων προυχόντων της πόλεως ταύτης. Το τοιούτον ως καλώς γνωρίζομεν ψευδές δεν είναι. Αλλ’ ούτος δεν ήλθεν εις Αίνον”.   

***

          Με τη δράση του Πέτκο, συνέβησαν και τα εξής κωμικοτραγικά όπως είχε καταγγείλει το Νοέμβριο του 1875 από την Καλλίπολη ο ανταποκριτής της εφημερίδας “Τουρκία”.

          Οι χωροφύλακες που είχαν σταλεί στην Κεσσάνη να καταδιώξουν το ληστή Πέτκο και τη συμμορία του, κατέλυσαν στα καλύτερα σπίτια και αντί να κυνηγούν το Βούλγαρο ληστή, απαιτούσαν από τους ιδιοκτήτες των σπιτιών να τους φέρνουν ό,τι καλύτερο είχαν σε κρέατα, βούτυρα κλπ!

          Την ίδια ακριβώς εικόνα, βλέπουμε και το 1877[12] σαν τίποτα να μην άλλαζε στο κράτος της ράθυμης Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο πρόξενος Γεννάδης περιγράφει στις 20 Μαρτίου, τις ληστείες που υφίσταντο τα Χριστιανικά χωριά της περιοχής Αδριανούπολης.

          “Οι χωρικοί εν γένει λέγουσιν ότι εξερχόμενοι των χωρίων των φέρουσιν ράκη άτε καλώς ειδόντες ότι τα ενδύματά των θέλωσιν αφαιρεθεί παρά του πρώτου Οθωμανού ον ήθελον απαντήσει, προστίθησι δ’ ότι οι στελλόμενοι ζαπτιέδες προς καταδίωξιν των κλεπτών ουδέν άλλον πράττουσιν ή να καταλύωσιν εις τας οικίας των ευπορωτέρων χωρικών και να παραμένωσιν εν αυταίς επί πολλάς ημέρας τρεφόμενοι και ευωχούμενοι δαπάναις αυτών”.   

          Ο Πέτκο με τη δράση του όχι, μόνο καταλήστευε τη Θράκη, αλλά το 1878  μαζί με άλλη συμμορία ληστών βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ελάσσονος διπλωματικής αναταραχής.

          Η αναταραχή στη διπλωματική υπηρεσία, άρχισε όταν ο ανταποκριτής των “Ημερήσιων Νέων”, έγραψε απροκάλυπτα, ότι οι Ρώσοι που είχαν καταλάβει τη Θράκη υπέθαλπαν τον Πέτκο και ο πρόξενος Γ. Καραγιαννόπουλος, υπέθαλπε Έλληνες ληστές[13].  Αυτός, δεν μπορούσε να μείνει με σταυρωμένα χέρια μπροστά σε τέτοιες συκοφαντικές κατηγορίες.

          Στις 12 Σεπτεμβρίου 1878 ο Καραγιαννόπουλος με το υπ’ αριθμ. 189 έγγραφό του ειδοποιούσε το υπουργείο των Εξωτερικών, ότι έχει στα χέρια του την εφημερίδα της Τεργέστης “Ημέρα” η οποία δημοσίευε το ακόλουθο απόσπασμα:

          “Ο ανταποκριτής των “Ημερησίων Νέων” επιστέλει εκ Δεδέαγατς ότι τα περίχωρα της πόλεως εκείνης λυμαίνονται δύο ληστρικαί συμμορίαι η μια υπό τον Βούλγαρον Πέτκον και η άλλη υπό τον Έλληνα Αργέλην. Κατά τους κατοίκους τον Πέτκον υποστηρίζει αναφανδόν ο Ρώσσος στρατηγός, τους δε ετέρους ο Έλλην πρόξενος”.

          Ο Καραγιαννόπουλος, ζητούσε άδεια για να διαψεύσει δια του Τύπου τις συκοφαντίες και ανέφερε, ότι πριν λίγα χρόνια, κάποιος άλλος Άγγλος ανταποκριτής είχε αποπειραθεί να δυσφημίσει τον Μητροπολίτη Μαρωνείας Ιερώνυμο, ότι και αυτός υπέθαλπε ληστές. Επιπλέον ο Έλληνας πρόξενος διαβεβαίωνε ότι ληστρική ομάδα υπό τον Έλληνα Αργέλη, ουδέποτε υπήρξε στη Θράκη, όπως και σε καμιά περίπτωση δεν είχε αναφανεί ληστρική ομάδα υπό Έλληνα λήσταρχο έστω και με άλλο όνομα. Στη συμμορία όπως του Βούλγαρου λήσταρχου Πέτκο- όπως έγραφε- υπήρχαν και μερικοί Έλληνες, μερικοί από τους οποίους ήταν ήδη στις φυλακές της Αδριανούπολης, οι δε άλλοι Έλληνες της ληστρικής ομάδας του Πέτκο δεν ήταν γνωστό πού πήγαν μετά την αμνηστία, που είχαν δώσει οι Ρώσοι στον Πέτκο και τους δικούς του.

          Πρόσθετε επίσης ότι “Προ ολίγου καιρού παρουσιάσθη εν τη περιφερεία μου ετέρα ληστρική συμμορία υπό τον Βούλγαρον Γιουβάναν εις ήν υπάρχει και είς Έλλην Ν. Παλαμάρας εκ Τήνου καταγόμενος. Η συμμορία αύτη ηχμαλώτισεν την 8 παρελθόντος Αυγούστου τον ενταύθα παντοπώλην Έλληνα Σγουρήν παρ’ ού έλαβεν ως λύτρα 500 Οθωμ. λίρας”.     

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1878 μια μεγάλη ομάδα Ελλήνων κατοίκων του Δεδέαγατς που έλεγαν ότι αντιπροσώπευαν το σύνολο των κατοίκων, πλην έξι που προτίμησαν να συνεργασθούν με τους Ρώσους για να πάρουν μεγάλες θέσεις, με επιστολή τους προς τον υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Δεληγιάννη, υπερασπίσθηκαν με σθεναρότητα τον Καραγιαννόπουλο τον οποίο χαρακτήριζαν θύμα του Καθολικισμού και του Πανσλαβισμού.

Στην τετρασέλιδη ενυπόγραφη επιστολή τους υποστήριζαν ότι ο Βέλτσερ υπονόμευε τον Καραγιαννόπουλο γιατί “δεν αρέσει βέβαια εδώ, η ενταύθα ύπαρξις του Κυρίου Καραγιαννοπούλου, διότι κατέστη ο μοχλός και καλλιεργητής του Ελληνισμού”. 

          Στις 2 Οκτωβρίου ο Καραγιαννόπουλος με αναφορά του απέρριπτε όλες τις κατηγορίες εναντίον και υπεδείκνυε ως υποκινητή της συκοφαντικής εκστρατείας τον Άγγλο πρόξενο Βέλτσερ. Αποκάλυπτε μάλιστα πως όταν επήλθε η κατάκτηση της περιοχής από τους Ρώσους, το προξενικό σώμα του Δεδέαγατς παρακλήθηκε να υποδείξει πρόσωπα ικανά για τη διακυβέρνηση του τόπου. Ο Βέλτσερ είχε την αξίωση, συμπαραστατούμενος από τους Καθολικούς προξενικούς πράκτορες της Γαλλίας και της Ιταλίας να διορισθεί πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της πόλης, ένας Καθολικός στο θρήσκευμα, στο εμπορικό γραφείο του οποίου εργάζονταν ως γραμματέας ο Βέλτσερ. Ο Καραγιαννόπουλος αντέδρασε, γιατί τον θεωρούσε ανίκανο να ασκήσει τέτοια καθήκοντα. Η υποψηφιότητά του απορρίφθηκε από τους Ρώσους και ο Βέλτσερ εξοργίσθηκε. Έκτοτε κρατούσε εχθρική στάση προς τον Καραγιαννόπουλο. Υπήρξαν όμως και άλλα περιστατικά που συντηρούσαν αυτή την εχθρότητα. Ο Θ. Δεληγιάννης με ιδιόχειρη σημείωσή του στην αναφορά,  ζήτησε να ερευνηθούν οι καταγγελίες κατά του Καραγιαννόπουλου.

Οι μέρες περνούσαν και καμιά κάλυψη δεν δίνονταν. Στις 26 Νοεμβρίου ο Καραγιαννόπουλος σύμφωνα με τα σωζόμενα έγγραφα στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, επανήλθε με νεώτερη επιστολή του θυμίζοντας ότι ζήτησε άδεια να του επιτραπεί να απαντήσει στα δημοσιεύματα των “Ημερήσιων Νέων” τα οποία θεωρούσε συκοφαντικά και δυσφημιστικά. Αντί να του παρασχεθεί κάλυψη και η άδεια να απαντήσει, είδε να καταφθάνει στο Δεδέαγατς ο πρόξενος της Αδριανούπολης Ν. Γεννάδης για να ερευνήσει την υπόθεση.      

          Από τα σωζώμενα έγγραφα προκύπτει, ότι τον Καραγιαννόπουλο “κάρφωσε” με ανεπίσημο σημείωμα που έδωσε στον πρεσβευτή της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Ανδρέα Κουντουριώτη και ο Βρετανός πρεσβευτής Λαϋάρδος. Ο Κουντουριώτης έστειλε το σημείωμα στον υπουργό Εξωτερικών Θ. Δεληγιάννη. 

          Για τον Πέτκο και τον “αέρα” που πήρε με τους Ρώσους υπάρχει και μια αναφορά από την Καβάλα. Είναι γραμμένη σε επιστολόχαρτο του γαλλικού υποπροξενείου της Καβάλας με ημερομηνία 11 Νοεμβρίου 1878. Την εποχή εκείνη είχε απομακρυνθεί από το ελληνικό υποπροξενείο ο δραστήριος Αρ. Παπαδόπουλος επειδή δεν τον πλήρωναν και ανέλαβε την προσωρινή διεύθυνση του ελληνικού υποπροξενείου, ο Πέτρος Βουλγαρίδης[14], ο οποίος έγραφε:

          “Ο περιβόητος ληστής Πέτκος ενεφανίσθη επί της Ροδόπης. Ο μουδίρης του τηλεγραφείου μας είπεν εμπιστευτικώς ότι ο Πέτκος εμήνυσε τω διοικητή του Τουρκικού στρατού, του στρατοπεδεύοντος μεταξύ Γιουμουρτζίνης και Αχή Τσελεμπή, ν’ απομακρυνθή της Ροδόπης ήτις ανήκει εις την Βουλγαρίαν, αλλοιώς θα επιπέση κατ’ αυτού και του στρατού του συμμετρουμένου μόλις εις 800 άνδρας. Ο Χιλίαρχος διοικητής του Οθωμανικού στρατού ανακοινώσας ταύτα των μουτασερίφη Δράμας εζήτησε παρ’ αυτού οδηγίας”.

          Ο Βουλγαρίδης όμως έλαβε και μια επιστολή γραμμένη στις 10 Νοεμβρίου στην Κομοτηνή από Έλληνα ονόματι Ιωάννη (το επίθετό του είναι δυσανάγνωστο) ο οποίος του γνωστοποιούσε ότι:

          “Ληστρική συμμορία υπάρχει εις Ίν-δερε μεταξύ των τμημάτων Φερρών και Γιουμουρτζίνης ής ο σκοπός μοι είναι άγνωστος καθότι μεταξύ των Βουλγάρων υπάρχουσι και Έλληνες και ουδένα μεν των Χριστιανών ενοχλεί εκ δε των Οθωμανών τους πάντας φονεύει.

          Περί δε τον Πέτκον πληροφορούμαι ότι εκ Διδυμοτείχου προτίθεται μετά πέντε χιλιάδων οπαδών να μεταβή εις τον Καζάν Αχή Τσελεμπή. Μεταξύ Αχή Τσελεμπή και Γιουμουρτζίνας ουδεμία ληστρική συμμορία εκ Βουλγάρων ηκούσθη, αλλ’ ουδέ στρατός εκ Δράμας υπάρχει, αν αι πληροφορίαι άς συνέλεξα είναι αληθείς.

          Ληστείαι και κακουργήματα γίνονται εις όλον τον Καζάν Γιουμουρτζίνης αλλ’ εκ των προσφύγων. Προς την Μαρώνειαν μόνον υπάρχουν ολίγοι λησταί Βούλγαροι, αλλά λησταί. Τα εις το τμήμα της Γιουμουρτζίνης Βουλγαρόφωνα χωρία ησυχούσι καταγινόμενα εις το έργον των μολονότι τινά τούτων καταραδιουργήθησαν παρά της Ρωσσικής προπαγάνδας.

          Εκ του τμήματος όμως Φερρών τέσσερα έως πέντε χωρία εξ ολοκλήρου μετηνάστευσαν. Εις τους χωρικούς τούτους εχορηγήθησαν ως έμαθον εκτεταμέναι γαίαι παρά των Ρώσσων προς τα μέρη της Γενή Ζααράς”.

          Ο Κομοτηναίος επιστολογράφος φρονούσε ότι οι Ρώσοι έκαναν τα πάντα για να επιτύχουν μετανάστευση Βουλγάρων από τα νότια της Θράκης ώστε να ενισχύσουν το βουλγαρικό στοιχείο της Ρωμυλίας.

***

          Για να συνεκτιμήσουμε την προβολή που επιχειρούν να επιτύχουν τώρα υπέρ του Πέτκο ορισμένοι κύκλοι της Βουλγαρίας, θα πρέπει να γνωρίζουμε, ότι διαχρονικά οι Βούλγαροι συνήθιζαν να εξογκώνουν κάθε φήμη και να μετατρέπουν κάθε κίνηση ληστρικής ομάδας σε επαναστατικό κίνημα. Χαρακτηριστικά ο γενικός πρόξενος της Θεσσαλονίκης Κ. Βατικιώτης, ειδοποιούσε στις 23 Οκτωβρίου 1878[15] το υπουργείο Εξωτερικών:

          “Τα διαδιδόμενα περί επαναστατικών δήθεν κινημάτων εν ταις επαρχίαις Μάλες, Μελενίκου, Πετριτσίου και Νεβροκόπου καίτοι ικανώς σπουδαία ως ληστρικά κινήματα, νομίζω ότι επίτηδες εξογκούνται υπό των οργάνων των βουλγαρικών κομιτάτων”.

          Ανάλογες διογκώσεις ληστρικών δραστηριοτήτων έκαναν οι Βούλγαροι και στη Θράκη.

***

          Ας δούμε και την άλλη άποψη για τον Πέτκο:

          Στη βουλγαρική βιβλιογραφία έχουν εκδοθεί διάφορες εργασίες στις οποίες υπάρχουν αναφορές και για τον Πέτκο. Ίσως η σημαντικότερη είναι η εργασία του Βούλγαρου Πατριάρχη Κύριλλου “Η Βουλγαρική Εξαρχία και η περιοχή Αδριανουπόλεως κατά τους αγώνες του 1877-78” έκδοση του Συνοδικού Πατριαρχείου της Βουλγαρίας, το 1969. Στη σελίδα 248, υπάρχει αναφορά στον Πέτκο Κυριάκωφ, που γεννήθηκε στο Ντογιάν Χισάρ όπως ονομάζει την γενέτειρά του. Γεννήθηκε το 1840 και πέθανε το 1900. Άρχισε τη δράση του ως χαϊντούκος από το 1861 στη Ροδόπη και την παραθαλάσσια Θράκη, τις Φέρρες, το Διδυμότειχο, την Κομοτηνή, την Ξάνθη και την Αίνο. Πήρε μέρος στον πόλεμο του 1877-87 και επέκτεινε τη δράση του στο Δεδέαγατς, το Ουζούν Κιοπρού και τη Μαρώνεια.

          Στην εξέγερση της Ροδόπης εστράφη εναντίον των Οθωμανών και συγκρούσθηκε με αυτούς.

          Μετά το συνέδριο του Βερολίνου οι Βούλγαροι από 40 χωριά της Θράκης (Ανατολικής, Δυτικής και Βουλγαρικής), του απέστειλαν επιστολή με την οποία του ζητούσαν να ενδιαφερθεί για τη δική τους απελευθέρωση. Ο πατριάρχης Κύριλλος κάνει χρήση στοιχείων από Βρετανικές πηγές και κυρίως από τις Κυανές Βίβλους, που δημοσίευε το Φόρεϊν Όφις.

          Ο Πατριάρχης των Βουλγάρων Κύριλλος εξέδωσε και άλλη μια εργασία που περιέχει κάποια στοιχεία για τη δράση του Πέτκο με τίτλο “Η αντίσταση ενάντια στη Συμφωνία του Βερολίνου- Η εξέγερση της Κρέσνας” Σόφια 1955.

          Άλλη εργασία με στοιχεία για τον Πέτκο, είναι του Ιβάν Παναγιώτωφ με τίτλο “Ο Σαιν Κλαιρ και ο Πέτκο Βοεβόδα κατά τις αγγλικές Κυανές Βίβλους” Σόφια 1953. Εκεί στις σελ. 248-249, 285-286 και στη σελ. 483 υπάρχουν κάποια στοιχεία για τον Πέτκο με βάρος πάντα στην βουλγαρική άποψη περί του απελευθερωτικού του ρόλου.

          Ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος[16] στο κεφάλαιο της “Ιστορίας της Νεώτερης Ελλάδας” για τις ελληνοϊταλικές και ελληνοσλαβικές επαφές, που είχαν αρχίσει από το 1859 και συνεχίσθηκαν έως το 1864 δηλαδή και μετά την έξωση του Όθωνα, κάνει αναφορά στη δραστηριότητα του Βούλγαρου συγγραφέα και ποιητή Ρακόβσκυ, ο οποίος στάλθηκε στην Αθήνα προφανώς από κάποια μυστική βουλγαρική εταιρία. Έμεινε τέσσερις μήνες και είχε επαφές με πολιτικούς όπως ο Κανάρης, ο Βούλγαρης, ο Δεληγιώργης, ο Κουμουνδούρος και άλλοι. Επίσης είχε επαφές με στρατιωτικούς, όπως ο Π. Κορωναίος και ο Λεωτσάκος.

Ο Ρακόβσκυ κινήθηκε δραστήρια εναντίον των Τούρκων, προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα κοινό μέτωπο από Βούλγαρους, Ρουμάνους και Μαυροβούνιους. Αφετηρία των ιδεών του ήταν πως οι Βαλκανικοί λαοί θα μπορούσαν με την ένωσή τους να διώξουν τους Τούρκους από τη Βαλκανική και να χειραφετηθούν από την κηδεμονία της τσαρικής Ρωσίας και των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Ο Κορδάτος γράφει, ότι στις προτάσεις του Ρακόβσκυ για κοινή δράση όλων των Βαλκανικών λαών εναντίον των Τούρκων, δεν είναι γνωστές οι γνώμες που εξέφρασαν οι Έλληνες πολιτικοί και προσθέτει: “Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι δεν ήταν αρνητικές τουλάχιστον από τον Κουμουνδούρο”.

Συνεχιστή του έργου του Ρακόβσκυ ο Κορδάτος θεωρεί τον Πέτκο, γράφοντας: “Ο Πέτκο δρούσε σαν αντάρτης με άλλους Βούλγαρους στην Ανατολική Θράκη. Ήρθε όμως σε επαφή με την ελληνική επιτροπή που οργάνωνε την Κρητική επανάσταση και το 1864 φεύγει και έρχεται στην Αθήνα. Έχοντας συστατικά γράμματα της Κρητικής επιτροπής, επισκέφτηκε Έλληνες στρατιωτικούς και πολιτικούς ηγέτες και με τη μεσολάβησή τους φοίτησε ένα χρόνο στη στρατιωτική σχολή και έτσι απόχτησε στρατιωτικές γνώσεις, που του ήταν πολύ χρήσιμες στην κατοπινή αντάρτικη δράση του.

Ο Πέτκο πήγε στην Κρήτη και πολέμησε με τους Κρητικούς. Πριν όμως κατεβεί στην Κρήτη, πήγε στην Ιταλία όπου ανταμώθηκε με το Γαριβάλδη και πολύ πιθανό με Έλληνες του Ελληνικού Κομιτάτου. Από την Ιταλία γύρισε πάλι στην Αθήνα μαζί με 67 Ιταλούς εθελοντές και από την Αθήνα με τους Ιταλούς πήγε στην Κρήτη”.

Ο Ιωσήφ Γαριβάλδης (1807-1882) υπήρξε διαπρεπής στρατιωτικός και ένθερμος πατριώτης, με ταραχώδη βίο. Πολέμησε κατά των Αυστριακών και συνέβαλε στην ενοποίηση της Ιταλίας. Με τη δράση του, στην Ιταλία, τη Νότια Αμερική, την Τύνιδα, τη Γαλλία και αλλού ήταν από αυτούς που δημιούργησαν το μύθο και τον τύπο του διεθνούς επαναστάτη, ο οποίος αγωνίζεται κατά των απολυταρχικών καθεστώτων, για την απελευθέρωση των καταπιεσμένων. Είχε πολεμήσει σε πολλές χώρες και είχε σχεδιάσει να πολεμήσει κατά των Τούρκων στη Σερβία και την Ελλάδα. Τα γεγονότα στην Ιταλία δεν του επέτρεψαν να προχωρήσει στα σχέδιά του αυτά.

Ήταν φύση πρωτόγονη, παρορμητική, ενθουσιώδης, ηρωική και διεγερτική.

Ο Γαριβάλδης ήταν μασόνος. Στον τεκτονισμό μυήθηκε το 1844 και ανήλθε σε όλες τις βαθμίδες του τεκτονισμού της Ιταλίας. Η σύνδεσή του με μυστικές επαναστατικές εταιρίες άλλων χωρών, είναι προφανές, ότι είχε και τεκτονικές προεκτάσεις.

Επίσης προκύπτει ένα άλλο ερώτημα: Δρούσαν Γαριβαλδινοί στη Θράκη και στη Βόρεια Ελλάδα ή άλλοι προπαγανδιστές ευρωπαϊκών δυνάμεων; Είναι ένα ερώτημα, στο οποίο δίνει απάντηση μια χειρόγραφη πολυσέλιδη έκθεση του διπλωμάτη Παπακωστόπουλου, χωρίς τόπο προέλευσης και ημερομηνία[17]. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό ο Ηλίας Στεκούλας, λακωνικής καταγωγής, είχε περιοδεύσει στα Ιωάννινα, την Άρτα και την Πρέβεζα και μετά στην Αχρίδα, τα Βιτώλια (το Μοναστήριο) και τη Θεσσαλονίκη. Από εκεί αντί να πάει στην Κωνσταντινούπολη όπως είχε πρόθεση, άρα θα διέσχιζε τη Θράκη, πήγε τελικά στην Αθήνα για άγνωστους λόγους. Στα Βιτώλια ήρθε σε επαφή με τον επίσης Γαριβαλδινό Βαφειάδη και ενώ προφασίζονταν πως πήγε να αγοράσει ζώα, στους δικούς του εκμυστηρεύονταν, ότι ήθελε να προπαρασκευάσει τα πνεύματα για μελλοντική απελευθέρωση των Χριστιανών. Υπόσχονταν πως επικεφαλής της επιχείρησης, θα έμπαινε ο ίδιος ο Γαριβάλδης.

          Στα Βιτώλια δεν βρήκε μεγάλη ανταπόκριση και οι φίλοι του και ο Βαφειάδης, τον απέτρεψαν, γιατί ήταν φοβισμένοι από τις Οθωμανικές καταπιέσεις και αυθαιρεσίες.

          Ο Στεκούλας για να πείσει τους συνομιλητές του επεδείκνυε ένα ιταλικό διαβατήριο και ένα έγγραφο διορισμού του ως λοχαγού στη Γαριβαλδινή Λεγεώνα.

          Την ίδια εποχή περιέρχονταν τη Μακεδονία, ο Επτανήσιος Ανδρέας Τσάλας, πρώην δεκανέας της Μοίρας των Λογχιστών στην Αθήνα, κατόπιν ηθοποιός του θεάτρου στη Θεσσαλονίκη και “αλλαχού προ διετίας τοιχοχαρτωτής και διδάσκαλος της σπαθασκίας” με σαφή αντιοθωνικά αισθήματα.

          Την άνοιξη του 1860 είχε μεταβεί στη Σικελία για να συναντήσει το Γαριβάλδη και όταν επέστρεψε στη Μακεδονία επισκέφθηκε την Κοζάνη όπου υπεδείκνυε στου ς κατοίκους να αποβάλουν κάθε συμπάθεια προς την Ελλάδα και να ζητήσουν αγγλική προστασία, σχηματίζοντας ηγεμονία υπό Άγγλο πρίγκιπα!

          Δύο άλλοι Επτανήσιοι, ονόματι Νέγρης και Μαντζούφας περιήλθαν την επαρχία Ξάνθης “προς τον αυτόν σκοπόν, αλλά και τούτων τα ιοβόλα σπέρματα από τους κατοίκους της ειρημένης επαρχίας απεκρούσθησαν, η δε τοπική αρχή λαβούσα υπονοίας κατ’ αυτών των ανθρώπων εζήτησε να τους συλλάβει, αλλ’ ούτοι προλαβόντες έγιναν άφαντοι”. 

          Ο Παπακωστόπουλος συνδυάζοντας τη στάση και τη δράση των τριών τελευταίων συμπέρανε, ότι οι φερόμενοι ως Γαριβαλδινοί με τις ενέργειές τους υπέκρυπταν κατ’ ουσία αγγλικές υποκινήσεις.

          Επίσης επαινούσε μεταξύ άλλων για τα ελληνικά τους αισθήματα τους μητροπολίτες Μαρωνείας Κύριλλο και Ξάνθης Διονύσιο. Έγραφε: “Αμφότεροι είναι εκ της ελευθέρας Ελλάδος, ο μεν εκ Δημητζάνης, ο δε εξ Άνδρου. Ο άγιος μάλιστα Μαρωνείας, είναι λείψανον των κατά την ελληνικήν επανάστασιν διασωθέντων κληρικών”. Ήταν δηλαδή από τους κληρικούς που μετέσχαν στην Εθνεγερσία και επέζησε.

***

          Μια άλλη παράμετρος στην υπόθεση Πέτκο, είναι το τέλος του, το οποίο θα ήταν… τραγικό, αν ήταν αληθινό και δεν είχαν εξαπατηθεί οι Τουρκικές αρχές, όταν σε μια περίπτωση εξόντωσαν ληστές στην περιοχή της Αίνου!

Μια περιγραφή για το κεφάλι του Πέτκο, κομμένο και εκτεθειμένο μαζί με τα κεφάλια δυο άλλων συντρόφων του στην πλατεία της Καλλίπολης, δημοσιεύθηκε στο “Νεολόγο” της Κωνσταντινούπολης[18].

          Σκοτώθηκε-λέει- από χωροφύλακες, περίπου την Πρωτοχρονιά, όταν εντοπίσθηκε στο Κεμερλί της Αίνου. Από την ανταπόκριση αυτή πληροφορούμαστε, ότι ο Πέτκο και άλλοτε είχε συλληφθεί και φυλακίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου όμως δραπέτευσε, το 1873.  “Έκτοτε κύριος των περιχώρων καταστάς εγένετο ο φόβος και ο τρόμος των φιλησύχων κατοίκων, εξαγοραζόντων απέναντι αδρών λύτρων την ελευθερίαν και την τιμήν των οικογενειών αυτών. Μολονότι δε πανταχόθεν κατεδιώκετο ο αντάξιος του Σμυρναίου Κατιρτζή Γιάννη, διαβόητος ούτος ληστής υπό των οροφυλάκων και ζαπτιέδων ουδείς ποτέ ηδυνήθη να συλλάβει αυτόν, καθότι εγίνετο άφαντος οσάκις υπό σπουδαίας στρατιωτικής δυνάμεως περιεκυκλούτο δια την εξ ανάγκης ανοχήν και προστασίαν των ορεισιβίων ποιμένων”.

          Τα εγκλήματά του ήταν πολλά. Ο Πέτκο μάλιστα έστελνε επιστολές στα θύματά του, στις οποίες υπέγραφε ως  “Βασιλεύς των Βουνών”. 

          Το τέλος του όμως... ήρθε όταν κινήθηκε δραστήρια ο μουτασερίφης της Καλλίπολης Ρεσάτ Πασάς. Μαζί του σκοτώθηκαν και άλλα δύο άτομα. Ο ένας ονομάζονταν Κωστής Νικόλα και είχε φήμη ταχύτατου δρομέα. Ο Πέτκο τον χρησιμοποιούσε για ταχυδρόμο. Ο άλλος ονομάζονταν Κυριάκος.    

          Η… “μοιραία” για τον Πέτκο συμπλοκή έγινε κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες κατά την συναρπαστική αλλά πεπλανημένη περιγραφή του “Νεολόγου”:

          Όταν ο αλβανικής καταγωγής Ρετζέπ τσαούς επικεφαλής ενός μικρού αποσπάσματος, που είχε μεταφερθεί επίτηδες από τη Δράμα, έλαβε πληροφορίες πως ο Πέτκο κρύβεται σε μια αχυρένια καλύβα, πήγες νύχτα με τέσσερις Αλβανούς και τέσσερις χωροφύλακες και την κύκλωσε. Αμέσως μετά κτύπησε την πόρτα και ζήτησε από το Βούλγαρο ληστή και τους άλλους να παραδοθούν γιατί κάθε αντίστασή τους θα ήταν μάταια. Οι ληστές αιφνιδιάσθηκαν, αλλά άρπαξαν τα όπλα και άρχισαν να δέρνουν ανηλεώς ένα τσοπάνο που κρατούσαν όμηρο μαζί τους, ο οποίος τελικά μετά από δυο μέρες πέθανε από την κακοποίηση. Πίστευαν ότι τους πρόδωσε αυτός.

Άρχισε αμέσως η ανταλλαγή πυροβολισμών και ο “Πέτκο” περίμενε πότε θα αδειάσουν τα όπλα των διωκτών του για να κάνει ηρωική έξοδο. Ο Ρετζέπ τσαούς κατάλαβε τους σκοπούς του και αντί να συνεχίσει τους πυροβολισμούς έβαλε φωτιά στην καλύβα, πλησιάζοντα ο ίδιος και πυροβολώντας εκ του σύνεγγυς. Όμως κατά τύχη η σφαίρα αυτή ήταν η μοιραία. Βρήκε τον Πέτκο κατάστηθα και ενώ λαμπάδιαζε η καλύβα, οι άλλοι τρεις  βγήκαν έξω κρατώντας στα δόντια τους μαχαίρια και τα όπλα στα χέρια, για να ξεφύγουν από το θανάσιμο κλοιό. Άλλά βρήκαν μπροστά τους Αλβανούς και άρχισαν να ανταλλάσσουν πυροβολισμούς. Ένας ληστής αν και τραυματίσθηκε ετράπη σε φυγή και διέφυγε λόγω του σκότους. Ο δεύτερος σκοτώθηκε επιτόπου. Ο  τρίτος πυροβόλησε από πολύ κοντά τον Ρετζέπ τσαούς, αλλά δεν τον πέτυχε. Οπότε ο Ρετζέπ τσαούς, τον σκότωσε με το μαχαίρι του.

Πάνω στη φασαρία ξέχασαν τον…  “Πέτκο”! Η φωτιά όμως που εξακολουθούσε να φουντώνει έφθασε και στο πτώμα του, όποτε άρχισε να εκπυρσοκροτεί “το πολύκροτον όπερ έφερεν περί την οσφύν”. Οι διώκτες του μη έχοντας άλλες δυνατότητες, άρχισαν να ρίχνουν χιόνι επάνω στη φωτιά για να τη σβήσουν. Έτσι κατόρθωσαν να σύρουν έξω το μισοκαμμένο πτώμα του Πέτκο. “Κόψαντες ακολούθως την κεφαλήν αυτού και τας κεφαλάς των δύο οπαδών του, ανεχώρησαν φέροντες αυτάς εις τον αποστείλαντα αυτούς διοικητήν χωρίς ουδείς αυτών να πληρωθεί”.

Οι Τούρκοι όμως βρίσκονταν σε πλάνη, ως προς τους… πραγματικούς κατόχους των κεφαλιών που εξέθεσαν στην πλατεία της Καλλίπολης!

***

          Μια πρόσθετη πληροφορία, που ίσως εξηγεί έμμεσα (χωρίς να αποδεικνύει), την επαφή που είχε ο Πέτκο με τον συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο, προέρχεται από αναφορά του υποπρόξενου Βάρνας Α. Παπαδόπουλου- Βρεττού του 1850[19] ο οποίος είχε προτείνει να διορισθεί ως προξενικός πράκτορας στον Πύργο ο Κωνσταντίνος Κορωναίος “αδελφός του εν Ελλάδι ταγματάρχου κυρίου Κορωναίου. Γνωρίζει κάλλιστα την τουρκικήν διάλεκτον και χαίρει καλήν υπόληψιν, από τας εκεί επιτοπίους αρχάς και μεταξύ των ομογενών ομοθρήσκων”.

Στις 24 Ιουνίου 1850 όμως ο Κ. Κορωναίος με επιστολή του προς τον Έλληνα πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, απάντησε ότι δεν μπορεί να δεχθεί το διορισμό και πρότεινε τον αδελφό του Λεωνίδα, ο οποίος διαμένοντας πολλά χρόνια στον Πύργο γνώριζε εκεί πρόσωπα και πράγματα. Τελικά στις 21 Αυγούστου διορίσθηκε προξενικός πράκτορας Πύργου ο Ιωάννης Αποστόλης.   

Είχε άραγε ο Πέτκο ανθρώπους, να δώσουν καλές συστάσεις για τον νεαρό εκείνο, που ήθελε να ταξιδέψει στην Ελλάδα, αν και δεν ξέρουμε πόσα χρόνια έζησαν στον Πύργο τα αδέλφια του Πάνου Κορωναίου;

***

          Οι σύντροφοι του Πέτκο πάντως, είχαν αποθρασυνθεί, όταν οι Ρώσοι που είχαν νικήσει τους Τούρκους έδωσαν την αμνηστία στον ευνοούμενό τους αρχιληστή και στην ομάδα του.  Στις 16 Ιουλίου 1878, όπως μας πληροφορεί αναφορά του υποπρόξενου Δεδέαγατς Γ. Καραγιαννόπουλου με αριθμ. πρωτ. 154/22-7-1878[20] έξω από το Δουάν Ασάρ (γενέτειρα του Πέτκο) που απείχε τέσσερις ώρες από τη σημερινή Αλεξανδρούπολη με τα μέσα εκείνης της εποχής, σημειώθηκε ένα στυγερό έγκλημα.

          Δύο Βούλγαροι οπαδοί του Πέτκο, που είχαν αμνηστευθεί από τους Ρώσους, σκότωσαν δύο Έλληνες γυρολόγους, Το Θεόδωρο Γεωργίου και τον Στέργιο Βασιλείου καταγόμενους από χωριό των Ιωαννίνων.

          Οι άτυχοι γυρολόγοι είχαν ξεκινήσει από το Δερβένι ( το σημερινό Άβαντα Έβρου) και κατευθύνονταν προς το Δουάν Ασάρ (Αισύμη). Στο δρόμο, τους συνάντησαν οι δύο Βούλγαροι και συνοδοιπορούσαν μαζί τους. Όταν έφθασαν όμως σε ένα ρέμα λίγο έξω από την Αισύμη, κατέσφαξαν τους δύο γυρολόγους, έκλεψαν τα λεφτά και τα ρούχα τους και τα πτώματα τα τεμάχισαν. Μετά πήραν και τα δύο μουλάρια των θυμάτων τους και έφυγαν.

          Το έγκλημα αυτό καταγγέλθηκε στις αρχές που είχαν διορίσει οι Ρώσοι, αλλά οι εκπρόσωποι των αρχών ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και Έλληνες, προτίμησαν να ζητήσουν οδηγίες περί του πρακτέου από την Αδριανούπολη, αποφεύγοντας την άμεση καταδίωξη των κακούργων οπαδών του Πέτκο.

          Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς σταμάτησε αυτή τη ληστρική δραστηριότητά του ο Πέτκο. Είναι πιθανό να υποχώρησε προς το εσωτερικό της Βουλγαρίας, όταν έφευγαν οριστικά τα ρωσικά στρατεύματα από τη Θράκη. Ο τρόμος από την ληστρική δράση του Βούλγαρου λησταντάρτη έμεινε ζωντανός στη Θράκη.

          Χαρακτηριστικά στις 6 Αυγούστου 1880[21] ο προξενικός πράκτορας στην Ξάνθη Γεώργιος Παρθενόπουλος, ανέφερε ότι άγνωστοι μεταξύ Γκιουμουλτζίνας και Μαρώνειας συνέλαβαν τον Ιωάννη Λεονταρίδη και τον Στέργιο Κάλφα, και τους απήγαγαν στα βουνά ζητώντας ως λύτρα 2.000 οθωμανικές λίρες.

          Ο Παρθενόπουλος σημείωνε:

          “Οι λησταί ούτοι κατά τινας μεν εισίν απόσπασμα της συμμορίας του άλλοτε Βούλγαρου αρχιληστού Πέτκου, κατ’ άλλους Οθωμανοί”.

          Άλλα έγγραφα δεν διασώθηκαν για να ξέρουμε την εξέλιξη της υπόθεσης αυτής, αλλά είναι βέβαιο, πως ο Πέτκο είχε ταυτισθεί από την κοινή γνώμη, με κάθε ληστρική επιχείρηση στη περιοχή της Θράκης.

          Αυτές είναι οι πληροφορίες που βασίζονται σε επίσημα έγγραφα και υπάρχουν σήμερα για τη δράση του Πέτκο. Υπενθυμίζεται, ότι το υποπροξενείο του Δεδέαγατς χάρη στην αλληλογραφία του οποίου έχουμε τα στοιχεία αυτά άρχισε να λειτουργεί από τα μέσα του 1877. Για τη δράση του νωρίτερα, που είναι η κυρίως ληστρική δράση, δεν φαίνεται υπάρχουν στοιχεία από ελληνικής πλευράς. Η δράση του περί το 1878, είναι δράση που σχετίζεται περισσότερο με τους απελευθερωτικούς αγώνες των Βουλγάρων, οι οποίοι χάρη στην παρουσία και την προστασία των νικητών Ρώσων, έβλεπαν  να φθάνει σε αίσιο πέρας η εθνική τους αποκατάσταση.

          Οι δραστηριότητες όμως του Πέτκο, σαφώς απέβλεπαν στην εκτόπιση των Ελλήνων και των Οθωμανών από μια λωρίδα της Θράκης, που θα του επέτρεπε την κάθοδο στη Μεσόγειο.


 



[1] Αρχείο Βιβλιοθήκης της Βουλής

[2] Θανάση. Μουσιόπουλου “Θρακών οικήσεις και κτίσματα λαμπρών καιρών μαρτυρίες (15ος- 19ος αι.) ”Αθήνα 1999, Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας, σελ.51

[3] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. ΑΑΚ/ΙΕ΄

[4] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. 35, 3

[5] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. 99/2

[6] ΙΑΥΕ 1877 φάκ. 4/1

[7] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. 4/1

[8] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. 4/1

[9] ΙΑΥΕ 1878 φάκ.19/4

[10] ΙΑΥΕ 1878 φάκ, 35,3

[11] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. ΑΑΚ/Ε

[12] ΙΑΥΕ 1877 φάκ.4,1

[13] ΙΑΥΕ 1877 φάκ. 35,3

[14] ΙΑΥΕ 1878 φάκ, ΑΑΚ/Γ

[15] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. ΑΑΚ/Η΄

[16] Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας,, 1860-1900, Εκδόσεις “20ος Αιώνας” Αθήνα, 1958, σελ. 268-269 και 288. 

[17] ΙΑΥΕ 1860 φάκ αακ Ι Γα

[18] 24 Ιανουαρίου 1878

[19] ΙΑΥΕ 1850 φάκ. 37,13

[20] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. ΑΑΚ/Δ

[21] ΙΑΥΕ 1880 φάκ. 4,1-2

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου