Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

Ο έρωτας και ο γάμος μιας εμβληματικής μορφής του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Τζαβαλά Καρούσου με την Αλεξανδρουπολίτισσα Ελένη Βανικιώτη

ΔΕΣΠΩ ΚΑΡΟΥΣΟΥ

 

Δεν έχει Θέατρο

Απόψε….

 

 

 

Το 1926 κλείνουν δύο χρόνια που ο Καρούσος είναι επαγγελματίας ηθοποιός. Ανήκει στο θίασο Νέζερ που ξεκινάει μια μακριά περιοδεία για την επαρχιακή Ελλάδα και τα νέα μέρη, όπως συνήθιζαν να λένε τη Θράκη και τη Μακεδονία.

Φεβρουάριος του 1926, η Αλεξανδρούπολη όμορφη, νοικοκυρεμένη, φιλόξενη ακριτική πόλη, υποδέχεται ζεστά το θίασο. Μετά το ’22 η πόλη μεγάλωσε με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Δύο νέες συνοικίες έχουν δημιουργηθεί, τα Τσιμεντένια και η Απολλωνιάδα. Περιμένει τους θιάσους για να ψυχαγωγηθεί, να ξεφύγει από την πλήξη της τακτικής βεγγέρας, να ’ρθει η κουβέντα κι αλλού, διαφορετική, ανάλογα με το καινούριο έργο που ανεβαίνει κάθε δύο ή τρεις μέρες, με το σχετικό κουτσομπολιό για τις θεατρίνες και τους θεατρίνους.

Ο τόπος μικρός, το θεατρόφιλο κοινό τακτικό, παθιασμένο. Θα ζήλευαν σήμερα την κοσμοσυρροή του κοινού, όχι μόνο, των πλουσίων αλλά και των φτωχών. Οι γυναίκες φτωχές, αλλά καλλιεργημένες, επειδή δεν μπορούσαν να μπαίνουν στην αίθουσα φορώντας τα τσόκαρά τους, τα’ άφηναν σε μια γωνιά της εισόδου κι έμπαιναν με τις κάλτσες.

Η θρακιώτικη πολιτεία μόλις ξεκινά τη ζωή της με τα’ όνομα Αλεξανδρούπολη, που το πήρε για να τιμήσει τον άτυχο βασιλιά Αλέξανδρο, που πρωτοπάτησε το έδαφός της σαν ελευθερωτής στις 14 Μαΐου του 1920. ακολούθησε η καταστροφή του ’22 και η πόλη μεγάλωσε απότομα, ήρθαν οι Έλληνες, ξεριζωμένοι απ’ τις πατρογονικές εστίες αιώνων στα παράλια της Μικράς Ασίας, την αρχαία Ιωνία. Ήρθαν μαζί με τους δυστυχισμένους ανθρώπους και νέες ιδέες, νέες τάσεις.

Ο αιώνας διαμόρφωνε τη φυσιογνωμία του, αποκτούσε το σύγχρονο πρόσωπο του, που το καθόριζε η βιομηχανία και η εργατική διεκδικητική συνείδηση. Όδευε προς την τεχνολογική τελειότητα και τα καινούρια προβλήματα, τα κοινωνικά και του περιβάλλοντος χώρου, που δημιουργούν οι θεμελιακές αλλαγές.

Ο Φεβρουάριος είναι μήνας ιδιόρρυθμος, με ωραίες ηλιόλουστες μέρες, με τις ανθισμένες αμυγδαλιές, την τρυφερή χλόη που συχνά οι πρωινές πάχνες την κάνουν φαντασμαγορική. Κι αργότερα, το Μάρτη, στολίζεται με ανεμώνες και οι θαλασσινοί άνεμοι άλλοτε τη χαϊδεύουν κι άλλοτε τη μαστιγώνουν, τούτη την ελληνική γωνιά, τη γη του Ορφέα.

Ο Καρούσος, που ακόμη δεν έχει ξεκόψει απ’ το νησί του κι έχει πρόσφατες τις εφηβικές του περιδιαβάσεις στ’ αμμουδερό ακρογιάλι του Αϊ-Γιάννη, αμέσως επισημαίνει στην Αλεξανδρούπολη μιαν ίδια παραλία, με λεπτή άμμο που εκτεινόταν σε χιλιόμετρα. Άρχιζε απ’ τις εκβολές του ξεροπόταμου κι έφτανε ως τα Κόκκινα και συνέχιζε ίσαμε τη Μάκρη. Ποτέ δε θα ξεχάσει τούτη την παραλία με την ποικιλία που είχε σε λεπτή άμμο, απαλή σα βελούδο, σε χοντρό, λευκό χαλίκι και κατέληγε στα «Κόκκινα», σ’ έναν βραχότοπο απ’ όπου, στο πλησίασμα του ανύποπτου διαβάτη, ξεπετάγονται σμήνος τρομαγμένοι γλάροι. Στις κορφές τους φώλιαζαν αετοί και η θαλασσινή πανίδα ευδοκιμούσε εκεί, σε όλη της την ποικιλία. Οι ελαιώνες της Μάκρης διακρίνονταν στον ορίζοντα, στραφτάλιζαν κυανοπράσινοι. Πόση ενότητα και ομοιότητα υπάρχει σε όλη την ελληνική γη σχετικά με το τοπίο σε όποια γωνιά της κι αν βρεθείς!...

Όλα γίνονται σε κάποιο ανύποπτο χρόνο, τη στιγμή που η ζωή αρχίζει να χαμογελά στον Καρούσο, μετά από συνειδητές κι ασυνείδητες αποφάσεις. Η πράξη, η αδιάκοπη πράξη, φέρνει τα σωστά και τα λάθη, την ασταμάτητη ροή της ζωής, την ομαλή πορεία της διαιώνισης.

Η αίθουσα του κινηματογράφου «Ηλύσια» στέγαζε συχνά τους περιοδεύοντες θιάσους και βρίσκεται πολύ κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, πολιούχου της Αλεξανδρούπολης, στο κεντρικότερο σημείο της.

Η Ελένη Βανικιώτη ήταν το στερνοπαίδι της οικογένειας με σημαντική διαφορά ηλικίας από τους δύο αδελφούς της. Ο Γιώργος ήταν γραμματέας του Δήμου και συνδεόταν με φιλία αδελφική με τον Δήμαρχο, η Ελένη ήταν έντεκα χρόνια μικρότερή του και μόλις είχε διοριστεί υπάλληλος στη Νομαρχία. Είχαν σχέσεις με τις καλύτερες οικογένειες της πόλης. Τα δύο αδέλφια όμορφα, καθωσπρέπει και με καλή σχετικά οικονομική κατάσταση, σε σχέση πάντα με τη φτώχια που επικρατούσε τότε, κυκλοφορούσαν μαζί· ο αδελφός συνόδευε την αδελφή του.

Καθισμένη η Ελένη, με συνοδό τον αδελφό της, στις πρώτες θέσεις της πλατείας, κοίταζε εκστατικά τον ψηλόλιγνο ηθοποιό, τη μαγνήτιζε η λάμψη των ματιών του. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, οι χτύποι της καρδιάς τους επιταχύνθηκαν… Ο Καρούσος από τη σκηνή την επεσήμανε. Εκείνος κολυμπά μες στα φώτα της ράμπας κι εκείνη προφυλαγμένη στο σκοτάδι της πλατείας. Οι ματιές τους συναντιούνται ολοένα, άραγε θα συναντηθούν ποτέ από κοντά; Θα μιλήσουν, θα σφίξουν τα χέρια τους;

Η Πολυξένη Τζαβαλά, με τη λαϊκή της σοφία, που τη βοηθά να δέχεται και ν’ αποδέχεται τα’ απροσδόκητα, ολοένα αναφέρεται στο ρητό «Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον». Σε τι την ωφέλησαν τα όνειρα που έπλαθε για τη ζωή του μοναχογιού της, αναφορικά με το επάγγελμα; Η ζωή ήταν δική του, η ορμή του ακατανίκητη. Ήταν, σίγουρα, δικό της κληροδότημα. Δε χωρούσαν στη νοοτροπία του Καρούσου, αναμονές, συμβιβασμοί, υποχωρήσεις και υπαναχωρήσεις και μάλιστα στα είκοσι δύο του χρόνια.

Στην απέραντη ακρογιαλιά της θρακικής πολιτείας που έμοιαζε τόσο με του Αϊ-Γιάννη της Λευκάδας, θα συναντηθεί το ζευγάρι, θα περπατήσει, θα φιληθεί. Θ’ ακουστούν στίχοι απ’ τον ηθοποιό και θ’ ανταλλαγούν όρκοι αιώνιας πίστης και όλα όσα χαρακτηρίζουν μιαν έλξη ακατανίκητη. Ο Καρούσος δεν έχει συμπληρώσει τα είκοσι δύο του ούτε η Ελένη τα δεκαοχτώ της.

Ο γάμος έγινε πριν φύγει ο θίασος από την πόλη, στο σπίτι της Ελένης, στη σάλα υποδοχής, με κουμπάρο το Χριστόφορο Νέζερ. Το σπίτι, το εξοχικό της οικογένειας Βανικιώτη, βρισκόταν στη λεωφόρο Μάκρης. Μέσα στο κτήμα, ό,τι είχε απομείνει μετά τους αλλεπάλληλους πολέμους, προσφυγιές κι αγώνες στις αρχές του αιώνα.

Αργότερα, στον ίδιο χώρο που έγινε ο γάμος, θα γεννηθεί το μοναδικό παιδί του Καρούσου, όταν ο γάμος θα έχει ήδη κάνει τον κύκλο του και η Ελένη θα βρίσκεται σε δραματικό αδιέξοδο. Τούτη η κάμαρη που έχει θέα τη θάλασσα και το παράθυρό της το ζώνουν μια τρελή τριανταφυλλιά κι ένα αγιόκλημα, θα ’ναι ο αποκλειστικά δικός της χώρος ίσαμε το Σεπτέμβρη του 1940, που θα ξεριζωθεί για να έρθει στην Αθήνα. Στη διπλανή κάμαρη, όπου ήταν το εικονοστάσι και η βιβλιοθήκη, στο κάτω μέρος, στο ντουλάπι, έμειναν δεμένα με μια γαλάζια κορδέλα τα 350 γράμματα του Καρούσου προς τη γυναίκα του, τη μάνα του μοναδικού του παιδιού. Γράμματα μιας δεκαετίας, 192601936. Ξεχασμένα ή επίτηδες εγκαταλειμμένα; Κανείς δεν θα το μάθει ποτέ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στο δωμάτιο εκείνο φιλοξενήθηκε η νύφη της Ελένης με την κόρη της κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου Τα’ ανακάλυψαν και τα έκαψαν ένα-ένα στο τζάκι. Νόμιζαν ότι διαφύλαγαν με την καταστροφή τους την τιμή της οικογένειας.

Ήταν χειμώνας ’40-’41, ο πόλεμος μαινόταν στα αλβανικά βουνά και ο αδελφός της Ελένης, Νίκος Βανικιώτης, αν και κάποιας ηλικίας είχε επιστρατευθεί διότι υπηρετούσε στις διαβιβάσεις. Είχε πολεμήσει και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο· τον είχαν κρίνει τότε στρατεύσιμο λόγω της σωματικής του ανάπτυξης και τον πήραν από τα μαθητικά θρανία.

Ο γάμος του Καρούσου και της Ελένης πιθανόν να μη διαλυόταν αν δεν πέθαινε πρόωρα, στα 29 του χρόνια, ο μεγαλύτερος αδελφός της Γιώργος που σκόπευε να τους αγοράσει σπίτι στην Αθήνα και να βοηθήσει τον Καρούσο στο επάγγελμά του. Ήταν επίλεκτο μέλος της κοινωνίας της Αλεξανδρούπολης και λέγεται πως ήταν μασόνος. Αγαπούσε το νεαρό γαμπρό του και προπαντός πίστευε στις ικανότητές του και στον ευθύ χαραχτήρα του. Ο άλλος αδελφός, Νίκος Βανικιώτης, γύρισε από τη Μικρασιατική Καταστροφή κομμουνιστής και το περίεργο είναι ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο για το διαζύγιο. Αντιπαθούσε το Καρούσο.

Η Ελένη γυρίζει στο πατρικό της πριν πεθάνει ο αδελφός της. Είναι έγκυος, περίμενε το μωρό της. Ευτυχώς βρίσκεται κοντά στους ηλικιωμένους γονείς της όταν έρχεται από τη Θεσσαλονίκη το θλιβερό μήνυμα της απώλειας του πρωτότοκου γιου τους και προστάτη τους. Ουσιαστικά ήταν θύμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.

Τη χαριστική βολή στο γάμο της δίνει η γέννηση του μωρού. Ο Καρούσος δε θέλει παιδιά. Όχι γιατί δεν αγαπάει τα παιδιά, κάθε άλλο, αλλά γιατί πιστεύει ότι θα ’χουν να διανύσουν άπειρες επώδυνες στιγμές. Αποποιείται τη συγκεκριμένη ευθύνη, λέει αυτό που συχνά ακούμε απ’ τους σύγχρονους νέους, «σε ποιόν κόσμο να φέρουμε τα παιδιά μας;» Ο έρωτας για την τέχνη του θεάτρου κατέχει την πρώτη θέση στην καρδιά του.

Η Ελένη διατήρησε όμορφες εντυπώσεις από τη Λευκάδα, τους περιπάτους που έκαναν οι δύο τους στο Κάστρο, στην Ξούντελη, στη Φανερωμένη. Αναφερόταν συχνά στη θερμή αγάπη που της έδειχναν τα ξαδέλφια του Καρούσου. Αν κι έζησε πιο πολύ το σόι της Βόνιτσας, αγάπησε περισσότερο τους λευκαδίτες.

Ο ηθοποιός Θ. Μορίδης δεν ξέχασε ποτέ τη μάνα του Καρούσου ούτε τα ταξίδια στη Λευκάδα, όταν ήταν παντρεμένος με την πρώτη του γυναίκα.

Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος θυμόταν κι έλεγε μετά από χρόνια στην κόρη του Καρούσου (όταν ο πατέρας της είχε πεθάνει και τα εγγόνια του ήταν μεγαλούτσικα):

 

Δε θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που μπήκε το ζευγάρι στο «Μαύρο Γάτο», πως της κρατούσε το μπράτσο, πως κοιτάζονταν. Ήταν τόσο νέοι, ωραίοι κι ερωτευμένοι… Η εικόνα τους μου έμεινε αλησμόνητη. Κι όταν συνάντησα τη γυναίκα εικοσιδύο χρόνια αργότερα, την αναγνώρισα






αμέσως και τη ρώτησε σε κάποια στιγμή που μείναμε μόνοι στο σαλόνι.

-Ήσασταν με τον Καρούσο στο «Μαύρο Γάτο» το ’26;

Μου απάντησε:

-Ναι, είμαι η πρώτη του γυναίκα.

 

Η Ελένη είχε την κόρη της και τους γονείς της. Λύγιζε στην ιδέα ν’ αφήσει τους δυο ορφανεμένους γέρους, τη στιγμή μάλιστα που ο άλλος γιος τους είχε περιπέτειες εξαιτίας της ιδεολογίας του. Κοίταζε την κόρη της που έμοιαζε στον Καρούσο. Σκεφτόταν τη ζωή στη σκιά του και τις ωραίες γυναίκες που ολοένα πιο πολλές θα τον κύκλωναν και προτίμησε την ασφάλεια του πατρικού της· δεν άντεχε την καθημερινή οδύνη του έρωτα και της ζήλιας.

........................................................................................................................................................

Ένα εξαιρετικό ντοκουμέντο το κείμενο της Εβρίτισσας συγγραφέα Δέσπως Καρούσου για τους γονείς της, τον Τζαβαλά Καρούσο, μια εμβληματική μορφή του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, και την Ελένη Βανικιώτη, μια από τις πλέον γνωστές οικογένειες της παλιάς Αλεξανδρούπολης. Είχε δημοσιευτεί στον "Βορέα"(τεύχος 8) τον Ιανουάριο 2006, πριν 15 χρόνια, στο πλαίσιο του αφιερώματος "Η Αλεξανδρούπολη στη λογοτεχνία".

Σταύρος Παπαθανάκης

 

 

 

 

 

 


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου