ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ
Φωτεινή Γρ. Γραμμενίδου
Ο Μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αθανασίου στο Διδυμότειχο, όπως η πλειονότητα των ναών του 19ου αιώνα, εσωτερικά διακοσμείται, κατά κύριο λόγο, με φορητές εικόνες, καθώς η τοιχογραφική δραστηριότητα είχε υποχωρήσει σημαντικά την περίοδο αυτή. Οι εικόνες του ναού φτάνουν περίπου τις 80. Μεταξύ αυτών, κάποιες φέρουν υπογραφή, ενώ αρκετές είναι ανυπόγραφες.Η πλειονότητα των έργων που θησαυρίζονται σήμερα στον ναό φιλοτεχνήθηκαν τον ίδιο αιώνα της εκ βάθρων ανακαίνισής του, τον 19ο αι. Από τα παλαιότερα αναφέρουμε, ενδεικτικά, δύο έργα.
Η μία εικόνα, με τον πάτρωνα του ναού, τον άγιο Αθανάσιο, είναι δεσποτική, δίπλα στην εικόνα της Παναγίας Ελεούσας. Από εικονογραφική άποψη, επιλέχτηκε ο τύπος των γνωστών vita icons, στις οποίες την κεντρική μορφή πλαισιώνουν μικρογραφημένες σκηνές με τον βίο και το μαρτύριο του αγίου. Από τεχνοτροπική άποψη, η εικόνα αποδίδεται σε ζωγράφο που πιθανόν ακολουθεί κρητικά πρότυπα και μπορεί να ενταχθεί στον 17ο αι. Συνεπώς, το έργο, πιθανότατα, προήλθε από τον ενοριακό-μητροπολιτικό ναό που τον ίδιο αιώνα είχε μετατραπεί το μοναστηριακό καθολικό είτε από το ίδιο το καθολικό της Παναγίας της Οδηγήτριας.Η εικόνα το 1842 ντύθηκε με αργυρό πουκάμισο. Φαίνεται, ενδεχομένως, ότι η εργασία αυτή ολοκληρώθηκε ή τελειοποιήθηκε μερικά χρόνια αργότερα. Ο Κώδικας Β΄ της Μητρόπολης Διδυμοτείχου παραδίδει την πληροφορία ότι το 1888 πληρώθηκαν 400 γρόσια εις κουγιουμτζήν δια την κατασκευήν του λοιπού/αργυρού υποκαμίσου της αγίας εικόνος του Αγίου Αθανα/σίου[…]. Εκείνο το μεταλλικό έλασμα, τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αι., αφαιρέθηκε και τοποθετήθηκε σε νεότερη εικόνα αγίου Αθανασίου, η οποία φυλάσσεται στο Ιερό Βήμα του ναού. Στην αφιερωματική επιγραφή, σε μπαρόκ οβάλ πλαίσιο διαβάζουμε: ΑΦΙΕ-ΡΩΜΑ ΤΟΥ ΕΥ/ΛΟΓΙΜΕΝΟΥ ΡΟΥΦΕΤΊΟΥ ΤΩΝ/ΚΑΠΗΛΑΔΩΝ 1842.
Τον φερώνυμο άγιο αναπαριστά άλλη μία βιογραφική εικόνα, η οποία μπορεί να χρονολογηθεί, περίπου, τον 18ο αιώνα. Οι μεγάλες της διαστάσεις επιτρέπουν την εικασία ότι κάποια περίοδο συνιστούσε δεσποτική εικόνα. Σήμερα, βρίσκεται αναρτημένη στον δυτικό τοίχο, στο υπέρθυρο, πάνω από την είσοδο του κυρίως ναού.
Οι εικόνες του ναού που σχολιάζονται μπορούν να διακριθούν κυρίως σε τέσσερις ομάδες, με βάση τα καλλιτεχνικά εργαστήρια προέλευσής τους. Κριτήρια συνιστούν, κυρίως,οι κοινές κατευθύνσεις στην τεχνοτροπία και στο ύφος των ζωγράφων και δευτερευόντως οι γραφολογικές ομοιότητες.
Το μεγαλύτερο τμήμα των υπογεγραμμένων έργων ανήκουν στο σπουδαιότερο καλλιτεχνικό κέντρο της Θράκης, μετά την Κωνσταντινούπολη, την Αδριανούπολη. Λόγω της εγγύτητας με τα δυτικά καλλιτεχνικά και πνευματικά ρεύματα, η καλλιτεχνική αντίληψη των μεγάλων αστικών κέντρων της Θράκης, όπως η Αδριανούπολη, έτεινε στην υψηλή ποιότητα, τη λεπτή αισθητική και την επιβλητικότητα των στοιχείων της δυτικής τέχνης. Τα αδριανουπολίτικα εργαστήρια εκπαίδευσαν πληθώρα ζωγράφων και έχουν να επιδείξουν σημαντική καλλιτεχνική παρακαταθήκη στη μητρόπολη της Αδριανούπολης, σε περιοχές της Βουλγαρίας, της Μακεδονίας και της Θράκης, όπως στο Διδυμότειχο. Η Αδριανούπολη και το Διδυμότειχο από αιώνες είχαν αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, μεταξύ άλλων, ως τόποι που τις συνέδεε ο ποτάμιος δρόμος του Έβρου. Στα βυζαντινά χρόνια, είχαν διαγράψει κοινές πορείες, ως περιοχές της ενδοχώρας της πρωτεύουσας, έχοντας τον ρόλο των αμυντικών προμαχώνων και των σιτοβολώνων της, αλλά και των διόδων των Κωνσταντινουπολίτικων καλλιτεχνικών ρευμάτων προς τα Βαλκάνια. Συνιστούσαν περιοχές του βυζαντινού θέματος Αδριανούπολης - Διδυμοτείχου και στα οθωμανικά χρόνια το Διδυμότειχο υπήρξε καζάς του σαντζακιού της Αδριανούπολης.
Ο σημαντικότερος ζωγράφος του αδριανουπολίτικου καλλιτεχνικού κύκλου τον 19ο αι. ήταν ο Νικόλαος Αδριανουπολίτης (1820-1866), με μεγάλο γεωγραφικό εύρος εντοπισμού των εξαιρετικών έργων του. Χαρακτηριστικά της τέχνης του αποτελούν, συνοπτικά, η φυσιοκρατική απόδοση των μορφών, τα λαμπερά χρώματα, η ήπια χρωματική διαβάθμιση, η διακοσμητική μπαρόκ διάθεση, με τους χρυσοποίκιλτους θρόνους και τα ολάνθιστα άμφια, τα οποία παράγουν εντυπωσιακές συνθέσεις, εορταστικού χαρακτήρα σε κάποιες περιπτώσεις. Ξεχωριστό γνώρισμα το βάθος των εικόνων, με το γαλάζιο πάνω και το ρόδινο κάτω. Στον ναό του Αγίου Αθανασίου άφησε ισχυρό το στίγμα του, μεπρωιμότερη την εικόνα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού (1828), ενώ οι περισσότερες χρονολογούνται το 1838. Ο Νικόλαος είναι ο βασικός ζωγράφος του ναού, καθώς επιλέχθηκε να ιστορήσει σχεδόν όλες τις δεσποτικές εικόνες. Από τις 12, οι 10 φέρουν υπογραφή Νικολάου Αδριανουπολίτη, συν άλλη μία στον νάρθηκα, με τον πολιούχο του ναού. Δική του είναι και του Χριστού Παντοκράτορα στον δεσποτικό θρόνο (1828). Στο ίδιο καλλιτεχνικό περιβάλλον, λόγω της τεχνοτροπίας τους, υποθέτουμε ότι παραπέμπουντα δύο ανυπόγραφα έργα με τον άγιο Νικόλαο και τον άγιο Μηνά. Οι συγκεκριμένες εικόνες είναι τοποθετημένες σε προσκυνητάρια, στο κεντρικό κλίτος και το βόρειο κλίτος, αντίστοιχα.
Μία ακόμη εικόνα με τον προστάτη άγιο του ναού, πιθανότατα, προήλθε και αυτή από αδριανουπολίτικο εργαστήριο. Είναι τοποθετημένη σε προσκυνητάρι του κεντρικού κλίτους, και, λόγω του μικρού μεγέθους της, εικάζεται ότι αποτελούσε εικόνα ιδιωτικής λατρείας, η οποία δωρίστηκε στον ναό.Ο δημιουργός γνωστοποιεί το όνομά του και τη χρονολογία που το φιλοτέχνησε: 1864 Χειρί Στεφάνου. Παρότι, δεν σημειώνει την καταγωγή του, αυτό μπορεί να συναχθεί από τη σύγκριση του εν λόγω έργου με δεσποτική εικόνα του ναού του Σωτήρα Χριστού Διδυμοτείχου. Παριστάνει τον αρχάγγελο Μιχαήλ, και συνιστά ένα από τα πρωιμότερα έργα του Στέφανου Αδριανουπολίτη, καθώς φέρει χρονολογία 1854, έτος έναρξης της καλλιτεχνικής του δράσης (1854-1872). Εξετάζοντας τις δύο εικόνες, του ζωγράφου Στέφανου του αγίου Αθανασίου και του ζωγράφου Στέφανου του αρχάγγελου Μιχαήλ, διακρίνονται τα κοινά στοιχεία της καλής τους τέχνης, τα οποία μπορούν να τις αποδώσουν στον ίδιο χρωστήρα. Τονίζεται και η συνάφεια στον επιμελημένο γραφικό χαρακτήρα τους. Επομένως, ο ναός του Αγίου Αθανασίου φιλοξενεί άλλον έναν αξιόλογο ζωγράφο των εργαστηρίων της Αδριανούπολης, τον Στέφανο Αδριανουπολίτη.
Από αδριανουπολίτικο εργαστήριο θα πρέπει να προέρχεται ένα ακόμη κειμήλιο του ναού. Στο ιερό βήμα φυλάσσεται αμφίγραπτολιτανευτικόλάβαρο της Ανάστασης. Στηνκύρια όψη,εικονίζεται η δυτικού τύπου Ανάσταση, και στην άλλη όψη, στο πάνω τμήμα το θέμα Μη μου άπτου, ενώστο κάτω Ο Λίθος. Χαμηλά, διαβάζουμε: 1882 Μαρτίου 17. Συνεπώς, η Ανάσταση παραδόθηκε στον ναό λίγες μέρες πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα, εφόσον το Πάσχα γιορτάστηκε 28 Μαρτίου. Σημαντική, ένδειξη της καταγωγής του λαβάρου, αποτελεί καταγραφή στον Κώδικα Β΄ του ναού. Στον ισολογισμό του 1878 περιέχεται παραγγελία λαβάρου Ανάστασης από την Αδριανούπολη, έναντι 1.400 γροσιών: ΔιάτήνἈνάστασινπαραγγελθῆσαναπό Ἀδριανούπολιν. Στον ισολογισμό της ίδιας χρονιάς της δημιουργίας του κειμηλίου, στα 1882, παραδίδεται ότι ἐξωδεύθησαν 492 γρόσια εἰςἐξόφλησινλογαριασμοῦἈναστάσεως. Παρότι, προς το παρόν, παραμένει άγνωστο το όνομα του ζωγράφου, εικάζουμε ότι συνιστούσε έναν από τους όψιμους καλλιτέχνες των αδριανουπολίτικων εργαστηρίων, με προτίμηση στο λαϊκότροπο πνεύμα.
Στην περιφέρεια των επιδράσεων των αδριανουπολίτικων εργαστηρίων κινούνται οι ζωγράφοι των εργαστηρίων της περιοχής του Ορτάκιοϊ (IvaylovgradΒουλγαρίας). Το Ορτάκιοϊ συνιστούσε συγκοινωνιακό κόμβο μεταξύ των αστικών κέντρων, ανάμεσά τους και το Διδυμότειχο. Το Ορτάκιοϊ, με τον ιδιαίτερα πυκνό ελληνοχριστιανικό πληθυσμό, διατηρούσε με το Διδυμότειχο διοικητική σχέση και είχε αναπτύξει ποικίλους κοινωνικούς και οικονομικούς δεσμούς αλληλεπίδρασης.
Από τους πιο γνωστούς ζωγράφους του καλλιτεχνικού κύκλου του Ορτάκιοϊ ήταν ο Ζήσιος. Υπήρξε ζωγράφος ιδιαίτερα παραγωγικός κατά την περίοδο 1848-1894, με έργα, για παράδειγμα, σε ναούς και μουσεία της μητρόπολής μας και της Βουλγαρίας. Η λαϊκότροπη αυθεντική έκφρασή του είναι φανερή, ενδεικτικά, στις ανατομικές αστοχίες, στα σχηματοποιημένα προσωπογραφικά χαρακτηριστικά, ιδιαίτερα στα μεγάλα μάτια, και στην επιλογή των έντονων χρωμάτων. Η παρουσία του στον ναό του Αγίου Αθανασίου σηματοδοτείται με έργο του,στο οποίο εικονίζεται ο άγιος Βασίλειος. Η εικόνα βρίσκεται αναρτημένη στο νότιο κλίτος του ναού. Ο Ζήσιος ήταν γνωστός στη βιβλιογραφία, μέχρι πρόσφατα, ως Ζησίος Ν. Στην εικόνα του αγίου Βασιλείου, προσώρας για πρώτη φορά, συστήνει την πλήρη ταυτότητά του, ΖήσιοςΝικολαΐδης από το Ορτάκιοϊ: δέησηςτῶνδοῦλωντοῦθεοῦβασήλησυμβήαςκαίτῶν τέκνωνφύλατε εκ πάσηςβλάβηςδιαχιρόςζησόιοϋνηκωλαήδηςἕκορτάκυοϋέτος1856.
Στην τρίτη ομάδα, ανήκουν εικόνες από αινίτικα εργαστήρια. Η Αίνος ακμαία οικονομικά περιοχή, κατά την όψιμη Οθωμανοκρατία αναδείχθηκε σε δυναμικό καλλιτεχνικό κέντρο με ζωγραφική παράδοση ευρείας ακτινοβολίας και πέρα από τη Θράκη. Η φημισμένη αινίτικη τέχνη, από τα μέσα του 18ου αι. και για περισσότερο από έναν αιώνα, αποτυπώθηκε στον ευρύτερο χώρο της Θράκης, στην Ανατολική Μακεδονία, την Προποντίδα και το Βόρειο Αιγαίο. Ως ποτάμια λιμάνια του Έβρου, η Αίνος και το Διδυμότειχο ήταν τμήματα ενός εκτεταμένου δικτύου ανταλλαγής εμπόρων, τεχνιτών, καλλιτεχνών και των προϊόντων τους.Στην περιοχή μας, ξεχωριστή τιμή έγινε στον Παναγιώτη από το Αγίασμα της Αίνου, καθώς του ανατέθηκαν (1847-1849) τέσσερις εικόνες στον ναό του Σωτήρα Χριστού Διδυμοτείχου.
Στον Άγιο Αθανάσιο, ένα από τα αινίτικα έργα εικονίζει τον Τίμιο Πρόδρομο με σκηνές του βίου του, τοποθετημένη σε προσκυνητάρι του νάρθηκα. Στην αφιερωματική επιγραφή σημειώνεται: Προφίτα Πρόδρομε, Μνήσθητει/Κύριε τόνΔοῦλοντοῦΘεοῦ/Ιωάννιντζουλακίδινκαίτῶν/τέκνων αυτοῦ/1864:Δεκεμβρίου 28:/ χεῖρΔημητριου/ἐξΑίνου. Ο ζωγράφος συμπεριλαμβάνεται στις μελέτες της αινίτικης εικαστικής παράδοσης, συνιστώντας τον τελευταίο εκπρόσωπό της. Η εκφραστική του ποιότητα του Δημητρίου εξ Αίνου εντάσσεται στο λαϊκό ύφος και η εικαστική δράση του είναι εκτεταμένη, με έργα στη Μακεδονία, τη Θράκη και τη Βουλγαρία. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο Δημήτριος, προς το παρόν για πρώτη φορά, φαίνεται ότι αποκαλύπτει άλλο ένα στοιχείο της ταυτότητάς του σε ναό της περιοχής μας. Στον Άγιο Δημήτριο Σοφικού, βρίσκεται εικόνα του, στην οποία υπογράφει ως Δ. Κυριακού. Κατά συνέπεια, στην ήδη γνωστή εργογραφία του, θα προσγραφούν άλλες δύο εικόνες, του Διδυμοτείχου και του Σοφικού.
Στην ομάδα των αινίτικων εργαστηρίων εντάσσεται
και ο Νικόλαος από την Αίνο. Δεξιά της κτητορικής επιγραφής του ναού στον
νάρθηκα, ενσωματώθηκε στην τοιχοποιία άλλη μία εικόνα με τον Μέγα Αθανάσιο.
Έχει ενδιαφέρον ότι ο άγιος εμφανίζεται να πατάσσει συμβολικά τον Άρειο, θυμίζοντας
τα γνωστά γεγονότα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας (325),
αλλά και της Συνόδου της Σαρδικής (343-344).
Η επιγραφή του έργου πληροφορεί:παρά νικο /λάου τοῦ ε(ξ)/αἷνο(υ):
(1791). Τα κύρια χαρακτηριστικά του Νικολάου είναι ο σχετικά φυσιοκρατικός
χειρισμός των προσώπων και η χρήση του χρυσού χρώματος, η οποία υπογραμμίζει
την επισημότητα του θέματος. Κατά πάσα πιθανότητα είναι ο ζωγράφος και του έργου
με τους δύο Αποστόλους αριστερά της κτητορικήςεπιγραφής, καθώς, μολονότι, είναι
ανυπόγραφο, ανιχνεύονταικοινέςτεχνοτροπικέςαναφορές.
Ανατολικότερα, τα Πατριαρχεία και τα μεγάλα μοναστήρια αποτελούσαν εστίες έμπνευσης ζωγράφων. Τα Ιεροσόλυμα παρουσίαζαν ενεργή καλλιτεχνική εκκλησιαστική δραστηριότητα την εποχή αυτή, καθώς ανακαινίζονταν πολλά αγιοταφικά μνημεία. Η συνάντηση της τέχνης των Ιεροσολυμιτών με τους ναούς της Θράκης ερμηνεύεται από τις επαφές που προέκυψαν από τις προσκυνηματικές επισκέψεις του χριστιανικού πληθυσμού στους Αγίους Τόπους. Κατά την επιστροφή, οι προσκυνητές συνήθιζαν να παίρνουν μαζί τους, εκτός από λάδι από τον Πανάγιο Τάφο, νερό από τον Ιορδάνη ή χώμα σε φιαλίδια, επίσης, ως ενθυμήματα, ζωγραφικά προσκυνητάρια και εικόνες, τα οποία μετέφεραν σε μορφή κυλίνδρου. Από την άλλη, συνέβαινε και η αντίστροφη κίνηση, καθώς Ιεροσολυμίτες έφταναν στη Θράκη λόγω των ΑγιοταφικώνΜετοχίων της. Στο Διδυμότειχο, υπήρχε Μετόχιο του Παναγίου Τάφου, υπαγόμενο στο Μετόχιο της Αγίας Παρασκευής της Αδριανούπολης. Το Μετόχιο στο Διδυμότειχο ήταν αφιερωμένο στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Ίχνη ιεροσολυμιτικής τέχνης στο Διδυμότειχο, μεταξύ άλλων, εντοπίζεται στο παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης του ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου Διδυμοτείχου. Το κειμήλιο υπογράφεται:[…] Χειρ Νικολάου Θεοδοσίου και Νικολάου σιμανδρά 1880 από Ιερουσαλήμ.
5 χρόνια νωρίτερα, στα 1875, άλλος ένας Ιεροσολυμίτης ιστόρησε εικόνα για τον ναό του Αγίου Αθανασίου. Το έργο παριστάνει την Βρεφοκρατούσα Θεοτόκο και τοποθετήθηκε σε προσκυνητάρι στον πρόναο του ναού που συζητάμε. Ο ζωγράφος σημειώνει: (ε)ν ἔτει 1875/8βρίου 17/ἔργονἈντωνίουἸεροσολυμίτου.Το χαρακτηριστικό της ιεροσολυμιτικής τέχνης, όπως παρατηρείται και στη συγκεκριμένη εικόνα, ήταν ένα μεικτό ιδίωμα, με παραδοσιακά και νεωτερικά στοιχεία, στα οποία προστέθηκαν επιρροές από τις ρωσικές, δυτικότροπεςεικόνες. Συνυπολογίζοντας ότι κατά τον 19ο αι. μνημονεύεται εργαστήριο Ιεροσολυμιτών στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, και επίσης, το μεγάλο μέγεθος και το βάρος του έργου,εύλογες είναι οι υποθέσεις ότι εκτελέστηκε στο Διδυμότειχο και ότι ο δημιουργός του εργάζονταν σε ιεροσολυμίτικο εργαστήριο στην Κωνσταντινούπολη.
Το καλλιτεχνικό υλικό του ναού του Αγίου Αθανασίου, το οποίο λόγω της περιορισμένης έκτασης της μελέτης, προσεγγίσαμε ακροθιγώς, είναι πλούσιο και πολυσήμαντο. Από καλλιτεχνικής άποψης, οι ζωγράφοι ακολουθούν τις κύριες τάσεις της όψιμης μεταβυζαντινής ζωγραφικής. Ο τρόπος εκφοράς τους αποκαλύπτει δημιουργούς τόσο με δυτικότροπες αισθητικές καταβολές, όσο και λαϊκού χαρακτήρα. Στην ποικιλία της καλλιτεχνικής παραγωγής της εποχής το κυρίαρχο καλλιτεχνικό ιδίωμα είναι το μεικτό, με παρουσία δυτικών στοιχείων, χωρίς όμως να απουσιάζουν οι λαϊκότροπες αναφορές, χαρακτηριστικά που, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, απαντώνται στις περισσότερες εξεταζόμενες εικόνες. Μολονότι, η καλλιτεχνική γλώσσα των ζωγράφων διαφέρει, καθώς προέρχονται από διαφορετικά εργαστήρια, οι εικόνες που παρουσιάστηκαν μαρτυρούν ότι παραμένουν πιστοί στην καθιερωμένη εικονογραφική παράδοση, χωρίς να διαταράσσεται η αρμόζουσα ορθόδοξη ιερότητα. Φανερή είναι η ιδιαίτερη προτίμηση στον άγιο Αθανάσιο. Εκτός από τον προφανή λόγο, ότι είναι ο προστάτης άγιος του ναού, είναι γνωστό ότι χαίρει μεγάλης τιμής και ευλάβειας σε όλη τη Θράκη, καθώς το πέρασμά του από αυτή σφραγίστηκε, κατά την παράδοση, με την ίδρυση της πρώτης χριστιανικής μονής σε ευρωπαϊκή περιοχή το 344.
Εκτός από τις παρατηρήσεις στην τέχνη των εικόνων, γίνεται αντιληπτό ότι τα θρησκευτικά έργα μπορούν να αναδείξουν τα ιστορικά συμφραζόμενα από τα οποία αναδύθηκαν. Το Διδυμότειχο, την εξεταζόμενη περίοδο, τηρουμένων των αναλογιών και χωρίς να λείπουν οι κατά καιρούς δυσχέρειες, υπήρξε μια αναπτυγμένη θρακική πόλη, η οποία συνιστούσε κομβικό εμπορικό σημείο, με σημαντική αγροτική παραγωγή, ισχυρές οικονομικά επαγγελματικές ενώσεις, αξιοσημείωτο πνευματικό και εκπαιδευτικό επίπεδο και με μια μεγάλης ιστορίας και, επίσης, πληθυσμιακά και οικονομικά εύρωστη Μητρόπολη. Οι εικόνες του Μητροπολιτικού ναού αποτελούν τεκμήρια των δεσμών που είχε αναπτύξει με τα πιο γνωστά θρακικά καλλιτεχνικά λίκνα της οθωμανικής επικράτειας, μεταξύ άλλων, την Αδριανούπολη, το Ορτάκιοϊ, την Αίνο, αλλά και με πιο μακρινούς τόπους, τα Ιεροσόλυμα. Με τις εν λόγω περιοχές, το Διδυμότειχο διατηρούσε, ενδεχομένως, πολυεπίπεδες σχέσεις, καλλιτεχνικές, κοινωνικές και οικονομικές, αλλά και εκκλησιαστικές, πεδία, των οποίων η μελέτη θα προσφέρει, πιθανότατα, επιπρόσθετα δεδομένα για τη θρακιώτικη πολιτιστική κληρονομιά και ειδικότερα για το ιδιαίτερο πολιτισμικό φορτίο του Διδυμοτείχου και των ιερών μνημείων του.
Ενδεικτική βιβλιογραφία: Γουρίδης, Ι. Α., Τα κρυμμένα πρόσωπα του Ιανού. Διδυμότειχο, μια αέναη περιπλάνηση, Διδυμότειχο 2018 ∙Γραμμενίδου, Γρ. Φ., «Μεταβυζαντινές εικόνες στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου Διδυμοτείχου. Πρόδρομη Ανακοίνωση», στο: Ζ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο Νεοελληνικής Εκκλησιαστικής Τέχνης Πρακτικά, Αθήνα 2024, 373-393 ∙Ζάρρα, Ι. etalii, Από τον μεταβυζαντινό στον νεότερο ελληνικό πολιτισμό ∙ Μουτάφωφ, Ε., etalii, Έλληνες Αγιογράφοι στη Βουλγαρία μετά το 1453, Σόφια 2008 ∙ Παρχαρίδου-Αναγνώστου Μ. -Περράκης, Ι., «Αινίτες ζωγράφοι τον 19ο αιώνα», στο Α΄ Επιστημονικό Συμπόσιο Εκκλησιαστικής Τέχνης Πρακτικά, Αθήνα 2009, 361-380∙Συνδίκα-Λαούρδα, Λ.- Γεωργιάδου-Κούντουρα, Ε, Ναοί του 19ου αιώνα στο Διδυμότειχο και στο Σουφλί, Θεσσαλονίκη2004 ∙Παπαδόπουλος, Α., «Ζωγράφοι του 19ου αιώνα από την Αδριανούπολη. Μια πρώτη προσέγγιση», στο: ς΄ Επιστημονικό Συμπόσιο Νεοελληνικής Εκκλησιαστικής Τέχνης Πρακτικά, Αθήνα 2022, 499-515 ∙ Τσιγάρας, Γρ. Γ., «Εκκλησιαστικά κειμήλια από την Ανατολική Θράκη στον Ναό του Αγίου Γεωργίου στην Κυψέλη Ξάνθης», στο: Δ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο Νεοελληνικής Εκκλησιαστικής ΤέχνηςΠρακτικά, Αθήνα 2017, 653-665.










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου