Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Έναν αιώνα μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο, ο πολιτικός και πνευματικός κόσμος της πρωτεύουσας προσήλθε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εν μέσω πάνδημης λαϊκής συγκέντρωσης και υπό την υπόκρουση του Εθνικού Ύμνου, πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου.

Η Απόφαση της Συγκλήτου και ο Πρώτος Έρανος

Το 1917, με την εκατοστή επέτειο από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 να πλησιάζει, η Σύγκλητος του Εθνικού και του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, των δύο ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που ακόμη δεν είχαν ενοποιηθεί, αποφάσισαν ότι ο ακαδημαϊκός κόσμος έπρεπε να πρωτοστατήσει στους εορτασμούς.

Στις 8 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, σχετική ανοιχτή επιστολή διατράνωνε την πρόθεση να αποκαλυφθεί, κατὰ τὴν μέλλουσαν πανήγυριν, ένα μαρμάρινο μνημείο αφιερωμένο σε μία από τις επιφανέστερες προσωπικότητες του Αγώνα, τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας Ιωάννη Καποδίστρια.

Η ανέγερση του μνημείου προς τιμήν του Καποδίστρια δεν θα εξέφραζε απλώς τον βαθύ σεβασμό όλου του Ελληνισμού προς το πρόσωπό του. Θα απέδιδε την οφειλόμενη τιμή προς τον θεμελιωτὴν τῆς παιδείας ἐν τῷ νέῳ Ἑλληνικῷ Κράτει. Μάλιστα η οφειλή αυτή έγινε ακόμη πιο επιτακτική από την ημέρα που η Πολιτεία αποφάσισε ότι το Πανεπιστήμιο θα ήταν ο αποδέκτης της σπουδαίας δωρεάς του Ιωάννη Δομπόλη. Αποδεχόμενη δε την αξίωση του νέου αυτού ευεργέτη, προσέδωσε στο ακαδημαϊκό ίδρυμα ὡς ἐπώνυμον καὶ τὸ τίμιον ὄνομα τοῦ Κυβερνήτου.

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια επρόκειτο να ανιδρυθεί έξω από το κτήριο του Πανεπιστημίου σε αντίστιξη προς τον ανδριάντα του Αδαμάντιου Κοραή (1748-1833) και σε συνδυασμό με τις μορφές του Ρήγα Βελεστινλή (1757-1798) και του Πατριάρχη Γρηγόριου Ε’ (1746-1821). Η Σύγκλητος ήλπιζε ότι το γλυπτό θα αποτελούσε παράδειγμα φιλοπατρίας για τη φοιτητική νεολαία, στην οποία θα υπενθύμιζε ότι το Ελληνικό Έθνος γνώριζε καλά τὸ ὑπὲρ Πατρίδος ζῆν καὶ ἀποθνήσκειν.



Για τη δημιουργία του μνημείου διενεργήθηκε πανελλαδικός έρανος. Έγινε επίσης έκκληση για δεκάδραχμον συμβολήν προς όλους όσους φοιτούσαν ή είχαν φοιτήσει στο παρελθόν στα δύο πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, στο πανεπιστημιακό ταμείο κατέφτασε πλήθος συνεισφορών από υπουργεία, τράπεζες, επιχειρήσεις, διάφορους δημόσιους φορείς, αλλά και ιδιώτες που επιθυμούσαν να προσφέρουν στην αποπεράτωση του ανδριάντα του θεμελιωτοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας

 

 

 

 

 

Ο Καλλιτεχνικός Διαγωνισμός και η Ανέγερση του Μνημείου

Με στόχο τα αποκαλυπτήρια να γίνουν την 25η Μαρτίου 1921, η Πρυτανεία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών προκήρυξε διαγωνισμό πρός ἐκτέλεσιν τοῦ καλλιτεχνήματος. Ο δημιουργός του καλύτερου προπλάσματος θα αναλάμβανε τη φιλοτέχνηση του έργου αντί 35.000 δραχμών, ενώ τα δύο επόμενα καλύτερα γλυπτά θα βραβεύονταν με χρηματικά έπαθλα.


Ωστόσο, ο διαγωνισμός δεν γνώρισε την επιθυμητή επιτυχία. Η επιτροπή, η οποία συγκροτήθηκε για να κρίνει την αισθητική αξία των προπλασμάτων, τα απέρριψε στο σύνολό τους, λόγω προχειρότητας στην εκτέλεση του έργου, επιπολαιότητας στην απόδοση της μορφής και γενικότερης έλλειψης καλλιτεχνικής συγκίνησης. Η έκθεση, την οποία υπογράφουν οι Νικόλαος Πολίτης (1852-1921), Παναγής Καββαδίας (1850-1928), Ανδρέας Σκιάς (1861-1922), Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Χρήστος Τσούντας (1857-1934), Φώτος Πολίτης (1890-1934) και Αδαμάντιος Αδαμαντίου (1875-1937), αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τά πλεῖστα τῶν προπλασμάτων παρουσιάζουν ἤ διπλωμάτην τῆς σημερινῆς ἐποχῆς ἐν κοσμικῇ συγκεντρώσει, ἤ πάσχοντα ἄνθρωπον ἐκ χρονίου νοσήματος κατατρυχόμενον.


Το έργο ανατέθηκε στον γλύπτη Κώστα Δημητριάδη (1879-1943), όμως η συνεργασία μαζί του ναυάγησε. Το χρηματικό ποσό που συλλέχθηκε δεν ήταν αρκετό, ενώ, υπό την πίεση της Μικρασιατικής Εκστρατείας και αργότερα του προσφυγικού ζητήματος, οι διαδικασίες ανέγερσης του μνημείου δεν προχώρησαν.



Ο δεύτερος έρανος ξεκίνησε το 1929, απευθυνόμενος σε αρκετά ευρύτερο κοινό. Το Πανεπιστήμιο κατόρθωσε να συγκεντρώσει 47.000 δραχμές και έτσι όρισε ως νέα προθεσμία για την ολοκλήρωση του έργου την εκατοστή επέτειο του θανάτου του Κυβερνήτη.

Πράγματι, στις 19 Δεκεμβρίου 1931, έναν αιώνα μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο, ο πολιτικός και πνευματικός κόσμος της πρωτεύουσας προσήλθε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εν μέσω πάνδημης λαϊκής συγκέντρωσης και υπό την υπόκρουση του Εθνικού Ύμνου, πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου.

Τον μαρμάρινο ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος κοσμεί μέχρι σήμερα τον προαύλιο χώρο του κεντρικού κτηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, φιλοτέχνησε τελικά ο γλύπτης Γεώργιος Μπονάνος (1863-1940). Η μορφή του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας αποδίδεται καθισμένη σε κλισμό πάνω σε βάθρο, κρατώντας στο χέρι βιβλίο με τη συμβολική επιγραφή από τους Ψαλμούς του Δαβίδ (12,2) Δράξασθαι Παιδείας.]

 

 

 

Προσωπογραφία Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου

Ο Σπυρίδων Π. Λάμπρος (1851-1919), καθηγητής της Ελληνικής Ιστορίας, Πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του, την εποχή που το Πανεπιστήμιο αποφάσισε την ανέγερση ανδριάντα προς τιμήν του Ιωάννη Καποδίστρια ήταν πρωθυπουργός της χώρας. Στο σύντομο διάστημα της πρωθυπουργίας του (Σεπτέμβριος 1916 - Απρίλιος 1917) προχώρησε σε ενέργειες για τον σχεδιασμό των εορτασμών της εκατονταετηρίδας της Ελληνικής Επανάστασης. 

ΠΗΓΗ:ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ(ΕΚΠΑ) 

......................................................................................................................................................................]

 Εδώ και έναν αιώνα το κορυφαίο ελληνικό πανεπιστήμιο,το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, φέρει το τίμιο όνομα του κυβερνήτη του θεμελιωτή του ελληνικού κράτους και της ελληνικής παιδείας και είναι ένας φορέας της μνήμης και της κληρονομιάς! Σε τρία χρόνια από σήμερα θα συμπληρωθούν εκατό χρόνια από τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Καποδίστρια στα Προπύλαια, στην καδιά της Αθήνας! 

Η ιστορία της ανέγερσης έχει κι ένα αμιγώς Θρακικό ενδιαφέρον,αφού η πρώτη ανάθεση είχε γίνει στον Ανατολικορωμυκιώτη γλύπτη Κωνσταντίνο Δημητριάδη-"Παρισινό",που ήταν και σημαίνουσα πανεπιστημιακή προσωπικότητα, αφού ήταν και καθηγητής




της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών*ΑΣΚΤ)! Στην επιτροπή που είχε συγκροτηθεί για την αξιολόγηση των προπλασμάτων ήταν και ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας μεγάλη μορφή του πανεπιστημίου και της αρχαιολογίας και μέλος της παρακείμενης Ακαδημίας Αθηνών!

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου