ΚΑΛΗ ΚΑΡΑΤΖΑ
ΕΓΩ, Η ΑΝΑΤΟΛΗ
Μέρα ζεστή κατά τα μέσα του καλοκαιριού γεννήθηκε η Ανατολή. Χρυσάφι ο ήλιος, έλουζε τα ψηλά κλωνάρια με το χρώμα της ωρίμανσης και του τέλους. Έβραζε ο τόπος κι έλιωνε γη και κορμιά. Τίποτα δεν προμηνούσε πως θ’ άλλαζε το τοπίο στα καπνοχώραφα, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη μεγάλη πόλη˙ την πόλη που καμάρωνε μ’ ένα κάστρο σαν κορόνα στην ιστορία της.
Θάλασσα με χρώματα σε μπλε και πράσινο πήγαινε κι ερχόταν στα πόδια της σαν βάλσαμο, σαν γιατρικό, αιώνες τώρα.
Προσμονή στο κοντινό χωριό για τη νύχτα που έφτανε και θα γέμιζαν πλατεία και στενά από τις φωτιές του Αϊ-Γιάννη.
Στις στοιβαγμένες λυγαριές κορίτσια κι αγόρια έπλεκαν όνειρα και έρωτα για τούτο το βράδυ. Ματιές και υπονοούμενα έφερναν στα χείλη χαμόγελα και έντονους χτύπους στις καρδιές. Έκλειναν τα μάτια οι νιες κι έβλεπαν στεφάνι με λεμονανθούς στα μαλλιά τους. Το όνομα του γαμπρού έλειπε, μα το περίμεναν κι εκείνο να φανεί σαν θαύμα στον ύπνο τους.
Βγήκε η πρώτη ηλιαχτίδα να ζεστάνει τη γη και νόμισε πως πρόβαλε ανατολή κι ας ήταν δύση. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τη συνέχειά της. Το όνομά της ήρθε σαν γάργαρη πηγή. «Ανατολή, το όνομά σου..» Και έμεινε το όνομα αυτό και στα χαρτιά. Ανατολή Ιωσηφίδου, του Γιαννακού και της Ευδοκίας.
Έξι χρόνια είχαν περάσει από τότε που ανάσανε η Θράκη από την κατοχή των Γερμανών και των Βούλγαρων.
Έξι χρόνια, και ο Αναστάσης Σταύρου ίσως ήταν ο μοναδικός που τα κατάφερε, μέσα σ’ αυτή τη λαίλαπα των γεγονότων, να μη χάσει ούτε το αρχοντικό ούτε τα εργοστάσια μεταξουργίας και μεταξωτών. Με τενεκέδες λίρες λένε πως λάδωσε τους Βούλγαρους για να μη νιώσει την προσφυγιά η οικογένειά του. Να μη χαθεί τίποτα από την περιουσία του· να μη σβήσει το όνομα Σταύρου.
Ανάμεσα σε σπίτια-φαντάσματα, έρημα από ανθρώπους και πράγματα, το δικό του στεκόταν ανέγγιχτο. Ακόμα και τα εργοστάσια στο Σουφλί δούλευαν ασταμάτητα. Μπορεί να μην έκαναν τα κουκούλια μεταξωτά για τις Θρακιώτισσες, αλλά έφευγαν κιβώτια για να ντύσουν τις φράου και τις φρόιλαϊν στη Γερμανία. Όσο για τα κρασιά από το οινοποιείο μετά τις Φέρες μεθούσαν και τους δυο κατακτητές.
Είχε βουίξει ο κόσμος από την Αλεξανδρούπολη ως την Ορεστιάδα γι’ αυτή την απαγωγή. Ενώθηκε όλος ο Έβρος με τα σχόλια και τις απορίες.
…Έφτασε στο διώροφο που στεκόταν καμαρωτό στη 14ης Μαΐου. Το ίδιο πάντα. Το θυμόταν σαν να ήταν χθες. Κάτω η μεγάλη σάλα με τα λουλούδια και τους αγγέλους στο ψηλό ταβάνι. Στη μέση, ξεχώριζε το πιάνο με ουρά από μαύρο έβενο και πλήκτρα από ελεφαντόδοντο. Απέναντι, η τραπεζαρία με το μεγάλο τραπέζι, μ’ εκείνα τα σκαλιστά λιονταρίσια πόδια. Το χειμώνα σκεπασμένο μ ε το βαθυκόκκινο ανάγλυφο βελούδο κι επάνω η ασημένια φρουτιέρα. Το καλοκαίρι με άσπρο κουκουλάρικο σεμέν, από την παραγωγή τους. Ανέμιζαν οι μεταξωτές σουλιώτικες κουρτίνες στα παράθυρα με τα βιτρό τζάμια. Κρύσταλλα και ασημικά λαμπύριζαν μέσα στις βιτρίνες. Έπιπλα καρυδένια καμάρωναν από την αξία τους. Όλα ακριβά και σπάνια εκεί μέσα.
… Ένιωθε κουκούλι τυλιγμένο στο αραχνοΰφαντο πέπλο του. Την περιγραφή γι’ αυτά τα μικρά ζωντανά τα ήξερε από την Ευδοκία. «Σκέψου πως αυτό το παίρνουν και το κάνουν κλωστή. Μετάξι απαλό σαν χιόνι, Ανατολή μου. Ξέρεις πόσο δύσκολα κόβεται;» Ακριβώς σαν αυτή την κομμένη κλωστή έμοιαζε τώρα και η μεταξένια ζωή της.
…Όταν έφτασε ο Ζήσης στην Αλεξανδ
ρούπολη, δεν ήξερε ποιον να βρει και που να ρωτήσει για να συγκεντρώσει πληροφορίες.
Απόγευμα μπήκε στο ξενοδοχείο Majestic και έσπαγε το κεφάλι του πως έλεγαν κάποιον από εκεί, με τον οποίο ήταν μαζί στο στρατό. Το όνομα θυμόταν μόνο· Νίκος. Επίθετο…
Σκεφτικός βγήκε να πάει μια βόλτα προς την παραλία, όταν σκόνταψε πάνω στον άντρα.
-Συγγνώμη … πρόλαβε να πει ο άγνωστος. Μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο άνοιξε την αγκαλιά του. Και να τα φιλιά και τα χτυπήματα στην πλάτη. Ζήση! Βρε Ζήση, εσύ εδώ; Βρε φίλε, τι θαύμα ετούτο!
Δεν πέρασε λεπτό και συνήλθε από την έκπληξη. Ήταν ο φαντάρος που είχαν μοιραστεί τόσα και τόσα.
-Αν ήξερες τι χαρά πήρα, Νίκο. Το επίθετό σου μεγάλο και δεν το θυμάμαι…
-Παρασκευόπουλος.
-Σωστά! Άλλαξες …
-Μας άλλαξαν όλους… Κατοχή, πόλεμος…
-Σε σκεφτόμουν. Θα έψαχνα να σε βρω…
Έφυγαν μαζί για την ταβέρνα του Μπίζου. Άρχισε δειλά τη συζήτηση για να μάθει τι γινόταν με την οικογένεια της Ευδοκίας. Λίγα πράγματα ήξερε ο άλλος. Είχε φύγει για τη Θεσσαλονίκη από τις πρώτες μέρες του πολέμου, ωστόσο είχε ακουστά για το βιομήχανο Σταύρου και για το ότι είχε βρεθεί σφαγμένος. Δεν γνώριζε, όμως, καμιά άλλη λεπτομέρεια.
…ο Αναστάσης ήταν παρακατιανός. Μόνο την ομορφιά του είχε προίκα και μια αποθήκη μικρή με κουκούλια!
Άλλο, βέβαια, αν κατάφερε να στήσει αργότερα ολόκληρο εργοστάσιο μεταξωτών δίπλα στο προικώο εργοστάσιο μεταξουργίας. Διατήρησε και το μεγάλο οινοποιείο προίκα κι αυτό από τον πεθερό του. Το ένα εργοστάσιο αβγάτιζε το άλλο. Έφτασε να ασχοληθεί και με την παραγωγή κουκουλιών. «Πούλησε όσα είχαμε και δεν είχαμε να θρέφει τους μεταξοσκώληκες!» φώναζε η Σμαρώ στην αδελφή της μέρα νύχτα όταν έστησε τα μεταξωτά ο «άλλος»· έτσι τον αποκαλούσε όταν δεν ήταν παρών ο Αναστάσης.
Στο τέλος πήρε την Ευδοκία και πήγαν μαζί για να υπογράψει το διαζευκτήριο. Και μετά το γλέντησαν σε ταβέρνα με ορχήστρα του Καρά Ορμάν!
Η Ευδοκία πέθανε Πρωτοχρονιά. Η Σμαρώ, 1η του Οκτώβρη, έπειτα από εννιά μήνες μετά… έμεινε τελευταία για να κλείσει όλους τους λογαριασμούς, συγγενών και φίλων…
Πολλή δουλειά είχαν εκείνη τη χρονιά οι άγγελοι εκεί πάνω. Κηδείες και μνημόσυνα για τις τρεις Θρακιώτισσες του Έβρου.
Ακόμα και το εργοστάσιο μεταξωτών στο Σουφλί, που ήταν κλειστό εδώ και τόσα χρόνια… Κι εκείνο το οινοποιείο στις Φέρες.
Τέτοιο όνειρο ξεκάθαρο ούτε στην πραγματικότητα. Στα κίτρινα ντυμένες Σουλτάνα, Ευδοκία και Σμαρώ τη χαιρετούσαν από τα βιτρό παράθυρα του αρχοντικού που ποτέ δεν είχε πάει. Η πόρτα είχε κρεμασμένα φλουριά και δαχτυλίδια. Οι κουρτίνες από μετάξι ουρανί ανέμιζαν σαν πέπλα στον αέρα. Μόνο σ’ ένα δωμάτιο επάνω ήταν σε μοβ ανοιχτό. Κατεβασμένες. Της γιαγιάς της Ραλλούς.
Ζάλη της ήρθε από όλα αυτά. Στριφογύρισε γύρω γύρω. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ταβάνι. Ο κρυστάλλινος πολυέλαιος ήταν μέσα στις αράχνες και στους μεταξοσκώληκες. Στις τέσσερις γωνιές του ζωγραφιστοί γαλάζιοι άγγελοι· σαν ζωντανοί. Έτοιμοι να πετάξουν…
Αυτές τις ζωγραφιές φαίνεται είχε στο νου της η Ευδοκία και νόμισε πως είδε άγγελο στη γέννα της κόρης της.
Κι ύστερα από μακριά ακούστηκε χλιμίντρισμα αλόγων. Κοίταξε έξω. Άσπρη στολισμένη άμαξα, με κορδέλες μεταξωτές και λουλούδια, σταμάτησε στο αρχοντικό. Ο άντρας που κατέβηκε ήταν ο Ζήσης, ντυμένος με στολή αξιωματικού με χρυσά σιρίτια. Θαρρείς και ήταν άγιος από τέμπλο εκκλησίας.
Ο ηλικιωμένος άντρας είχε εγκαταστθείς τα ερειπωμένα εργοστάσια μεταξουργίας και μεταξωτών εδώ και μέρες. Λίγοι το πρόσεξαν, άλλοι τόσοι το σχολίασαν. Χαράματα έβγαινε από εκεί και καθόταν απορημένος, για ώρες, μπροστά στην πινακίδα που μόλις διακρίνονταν από το ξεθώριασμα τα γράμματα: Εργοστάσια Μεταξουργίας και Μεταξωτών Σμαρώς Σταύρου.
Μετά έμπαινε στο πρώτο λεωφορείο για Αλεξανδρούπολη. Έσερνε βαριά τα βήματά του και έφτανε στην οδό 14ης Μαϊου.
-Ποιος ξέρει; Έφυγε για την Γαλλία· μεγάλη χώρα…
Τη Ραλλού την αγαπούσε. Όπως αγαπούσε και τη μεγάλη του αδελφή, την Ευδοκία. Δυο χρόνια είχαν διαφορά. Τον πατέρα του τον έβλεπε όταν τον έπαιρνε μαζί του στα εργοστάσια.
-Κάτσε να μάθεις τη δουλειά. Εσύ θα την κληρονομήσεις.
-Σιχαίνομαι τα κουκούλια! Τα έβλεπε να κολυμπούν μέσα στις λεκάνες με το ζεστό νερό και τον έπιανε αηδία. Ιδίως όταν τα ανακάτευε η σκούπα να πάρει από πάνω τους την κόλλα εκείνη.
-Μη ζωγραφίζεις τα κιβώτια από τα εμπορεύματα!
-Θέλω να γίνω ζωγράφος, πατέρα! Έβαζε τα μολύβια του μέσα στα καρούλια από πεπιεσμένο χαρτί που τύλιγαν τη μεταξωτή κλωστή. Και ύστερα ό,τι χαρτί έβρισκε μπροστά του το ζωγράφιζε.
Γέλασε στον ύπνο του. Τι φασαρία έγινε με τη Σμαρώ όταν κουβάλησε ένα κοφίνι κουκούλια από τα εργοστάσιο στο σπίτι.
- Τι τα μάζεψες, μπάσταρδε, εδώ;
- Θα κάνω λουλούδια και ποτάμια. Τα κολλούσε πάνω σε μαύρο πανί, σε σχήματα και σχέδια φανταστικά. Και έβγαινε πίνακας θαρρείς από γλύπτη χέρι.
- Μπράβο, καμάρι μου, ωραίο το έκανες! Τον ενθάρρυνε η Ραλλού με γλύκα.
Τον ξύπνησαν τα ποντίκια. Πηγαινοέρχονταν σαν καινούρια αφεντικά εκεί μέσα. Οι αράχνες με τους ιστούς τους έκρυβαν ό,τι είχε απομείνει. Έγιναν σκόνη οι πεταλούδες από τους μεταξοσκώληκες κάτω στα υπόγεια. Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο αναπηνιστήριο… Άρχισε να θυμάται… Χιλιόμετρα ήταν το μετάξι που έβγαζε το κάθε κουκούλι.
-Πόσα, πατέρα; Ρωτούσε με ανοιχτό το στόμα από θαυμασμό
-Και πέντε και έξι χιλιόμετρα βγάζει ο κάθε βόμβυξ! Το «βόμβυξ» το έλεγε μιμούμενος τη φωνή της Σμαρώς… «Απόφευγε τη λέξη κουκούλι. Δίνει ύφος στην παραγωγή μας το ‘‘βόμβυξ’’»!
Που βρέθηκε τόσο μετάξι τυλιγμένο στο λαιμό του να τον πνίξει; Ξύπνησε κα πήρε το ούζο να καταλαγιάσει φόβο κι αναμνήσεις… Μούχλα τύλιξε τα πάντα εκεί μέσα. Κοίταξε το ρημαγμένο μεταξουργείο και αναστέναξε. Αν γύριζε τότ, προτού βρεθεί μπροστά η Μάρω, τώρα θα δούλευαν μηχανές και ζωντανοί εκεί μέσα.
Ο Ορφέας έχει μπει στο γυμνάσιο. Κουβάλησε στο σπίτι ολόκληρη ορχήστρα. Ντραμς, συνθεσάιζερ και κιθάρες. Έχει πανέμορφη φωνή. Ταλέντο, λένε όλοι. Ταιριάζει το όνομα που του έβγαλα τυχαία, σαν το μυθικό ήρωα από τη Θράκη.
Η στρογγυλή τούβλινη καμινάδα του μεταξουργείου είχε πάρει χρώμα γκρι… Πανύψηλη, ξεχώριζε από μακριά. Αυτήν έβλεπε η Σμαρώ σαν έφτανε στο Σουφλί και κορδωνόταν έτσι…
Φοβόταν να μπει στα χαλάσματα… Της κρατούσε σφιχτά το χέρι. Πρώτα σ’ αυτό που έκαναν το μετάξι. Μετά στο διπλανό, εκεί που έφτιαχναν τα μεταξωτά και τα κουκουλάρικα υφάσματα. Αργαλειοί σκουριασμένοι… Δε γνέθουν πια οι γυναίκες… μηχανές που ο ήχος τους χάθηκε στο χρόνο.
Έκανε να γυρίσει πίσω. Το πόδι της μπλέχτηκε σε ύφασμα λεπτό... Προσπάθησε να το ξεμπερδέψει· αδύνατον. Τυλίχτηκε επίμονα επάνω. Ολόκληρο τόπι από μετάξι. Πως βρέθηκε ανέπαφο μέσα στη λάσπη και τη σκόνη; Είχε χρώμα πράσινο βαθύ. Τρόμαξε. «Ποιος θέλει να με κρατήσει στο ερείπιο; Δε βλέπω μορφή. Δεν ακούω λόγια… στοιχειό κρυμμένο είναι», σκέφτηκε.
Έκανε στολίδι το πράσινο μεταξωτό. Το έβαλε σάλι στο λαιμό, ζώνη στη μέση, πέπλο στα μαλλιά της.
Της άρεσε… Ποτέ δε φόρεσε μεταξωτά Σουφλίου.
Μια βδομάδα έμεινα στην Αλεξανδρούπολη. Η διαθήκη ήταν γνήσια. Της ανήκε όλη η περιουσία Σταύρου.
Περπατώ ξυπόλυτη στην άμμο ντυμένη στα μεταξωτά Σουφλίου! Έχω κληρονομήσει την αγάπη της Σμαρώς… Τα παραγγέλνω συχνά από το πρώην εργοστάσιο του Αναστάση Σταύρου.
Εκείνοι που έφυγαν.
Κοιτάζω στην απέναντι στεριά. Εκεί όπου βρίσκονται οι αγαπημένες ψυχές· η Ευδοκία, ο δάσκαλος, η Σμαρώ και η Σουλτάνα. Να και η Ραλλού πίσω από τις μοβ αραχνοΰφαντες κουρτίνες. Το βλέμμα τους είναι συνέχεια στραμμένο προς τα ’δω…
Τους βλέπω κάθε πρωί και κάθε ξημέρωμα, ήρεμους και χαμογελαστούς. Πολλές φορές ακούν τον Λάμπρο εκεί δίπλα τους, που παίζει στο ακορντεόν αγαπημένα τους τραγούδια.
Σε απόσταση ο Αναστάσης· μόνος και ξεχασμένος…
Λίγο πιο κάτω ο παπα-Γιάννης κάνει τρισάγια. Τον βοηθάει η παπαδιά.
Κάπου κάπου κουνάνε μαντίλια μεταξωτά. Να καταλάβω πως είναι καλά…
Το ίδιο κάνω κι εγώ. Κουνάω το πράσινο το μεταξωτό ύφασμα – το τελευταίο της παραγωγής Σταύρου.
Το λόγια περιττεύουν. Τους κουβαλάω στην καρδιά μου. Μ’ έχουν στο νου τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου