Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Τίτος Μανάκας: Ένας ταξιδευτής του ονείρου-του Βασιλείου Ναζλή

 

Καλούμαι απόψε στο βήμα αυτό, στην πόλη του μεταξιού, στο Σουφλί να αναφερθώ στην προσωπικότητα του εκλιπόντος φίλου του Τίτου Μάνακα, του Διμοτειανού. Προσωνύμιο που ο ίδιος προσέθεσε στο πατρογονικό του όνομα, ως ένα χαρακτηριστικό της μεγάλης του, υπέρμετρης θα πω αγάπης (μέχρις αρρώστιας) για το Διδυμότειχο, το προϊστορικό, το βυζαντινό, το μεταβυζαντινό (που ευτυχώς δεν αλλοίωσε αισθητά η οθωμανική κυριαρχία) και το σημερινό των ημερών μας.

Ο συμβολισμός ίσως της πρώτης μεταθανάτιας παρουσίασης του έργου (γιατί δυστυχώς εν ζωή αγνοήθηκε από πολλούς) στο Σουφλί, τυχαία ίσως, παραπέμπει στον μεταξένιο καμβά του έργου του, που τόσο επιδέξια κέντησε με τα αδρά του χέρια, περνώντας την χρυσή κλωστή της πέννας, από λεπτά, κρυφά μονοπάτια της ψυχής του, παράγοντας πολυποίκιλο έργο για μας, τους οικείους, τους συγγενείς του, τους Εβρίτες, όλους τους επιγενομένους. Ίσως διερωτηθήκατε αυτές τις ημέρες, πως ένας ανώτατος απόστρατος Αξιωματικός της Αστυνομίας και μάλιστα της παλιάς χωροφυλακής, συναντάται με ένα κατά τη γνώμη μου αριστερόστροφο διανοητή, μα πάνω απ’ όλα πατριώτη, Έλληνα και μάλιστα φλογερό και πως αυτή η συνάντηση τέμνει και συγχρόνως συνενώνει, διαφορετικές αντιλήψεις και πιθανόν κοσμοθεωρίες. Εδώ ενυπάρχει η αγάπη για κάθε τι το Βυζαντινό που είναι διάχυτη μέχρι τις μέρες μας στο Διδυμότειχο.

Οι ρίζες μας κοινές, βυζαντινές, γιατί κι εγώ κατάγομαι από την ιστοριογένα Μ. Ασία, από την Προύσα που ο Βιθυναϊκός Όλυμπος σκιάζει για δροσιά, τα ζεστά καλοκαίρια, όπως ο Καλές τα ζεστά απογεύματα τις συνοικίες του αυτοκρατογενούς Διδυμοτείχου.

Γνωρίσθηκα πρώτα με τον αειθαλή επιβλητικό γέροντα πατέρα του τον Δημήτρη Μάνακα το1978 και στη συνέχεια με τον ίδιο τον Τίτο, ως νεαρός αξιωματικός τότε και εντυπωσιάσθηκα από την φωτεινότητα του πνεύματός των. Με τίμησαν με τη φιλία και την συμπάθειά τους μέχρι τον θάνατό τους, το 1981 του Δημήτρη και τον Αύγουστο του 2004 δυστυχώς του Τίτου.

Μερικές πόλεις στον κόσμο δεν διαθέτουν μύθους, πέρα από τα περιορισμένα και άμεσά σύνορά τους. Μερικέ όμως, όπως το Διδυμότειχο, είναι γεμάτες απ’ αυτούς, αλλά και από ιστορία, ιστορία που δυστυχώς ελάχιστοι στην Ελλάδα τη γνωρίζουν, γιατί όπως ξέρουμε η ιστορία μέχρις τις μέρες μας γράφεται και διδάσκεται επιλεκτικά.

Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για τον ΤΙΤΟ ΜΑΝΑΚΑ αν προηγουμένως δεν αναφερθεί στον γεννήτορά του, τον Μάνακα Δημήτριο, που του μεταβίβασε το DNA του την φλογερή, άδολη και ανυπόκριτη αγάπη του για το Διδυμότειχο.

Ο Δημήτρης Μάνακας, αυτή τη πραγματικότητα μετέφερε ως μνήμη επηρεασμένη από τους πλούσιους θρύλους και παραδόσεις του τόπου του και την έδεσε με το παρόν.

Προσπάθησε να αναδείξει και ανέδειξε το Διδυμότειχο, ως φορτωμένο με το βάρος μιας ισχυρής κληρονομιάς, αλλά και μιας πόλης που αναπλάθεται με τα σύγχρονα ζητούμενα, με αποσπασματικές αντιθέσεις ανάμεσα στο παλιό και το μοντέρνο.

Αυτό το βάρος το σήκωσε επάξια πολλά χρόνια, μέχρι το θάνατό του το 1981.

Φρόντισε, φρόντισε όμως έγκαιρα να εκπαιδεύσει νέο πρόσωπο, ώστε να συνεχίσει την σωματική, πνευματική και ψυχική αυτή προσπάθεια, ο γιος του ο ΤΙΤΟΣ.

Ο πατέρας του ο Δημήτρης Μάνακας κάθισε σε κάθε παλιά πέτρα και υπόσκαφο και αγνάντευσε απ’ τον Καλέ, τον πλούσιο κάμπο της ιστορίας, χειμώνα καλοκαίρι. Ίδρωσε και ανατρίχιασε από κούραση και συναισθηματική φόρτιση, αναλογιζόμενος ποιοι πάτησαν πριν απ’ αυτόν, στο διάβα των αιώνων, τα χώματά του, αυλικοί, πορφυρογέννητοι στρατηλάτες, διπλωμάτες, αργυροχρυσοχόοι και… αγγειοπλάστες.

Στο χώρο αυτό ωρίμασε ο Τίτος, αργά, χωρίς θόρυβο, μέσα από μια διαδικασία τελείως εσωτερική, που χρειάσθηκε πολλές δεκαετίες, για να ολοκληρωθεί η μεταμόρφωση αυτή και όταν έγινε, άρχισε να παράγει έργο.

Το μέχρι σήμερα γνωστό του έργο, που δεν αποτελεί το σώμα του συνολικού του έργου, μας δίνει μια άμεση αίσθηση των ψυχικών του καταστάσεων, που καμιά φιλοσοφία δεν μπορεί να αποδώσει. Κατά την γνώμη μου, το όλο γνωστό του έργο, είναι μια ύστατη μνήμη ενός κόσμου που πολιτικά χάθηκε και ιστορικά και πολιτιστικά μπήκε στις ιστορικές εφεδρείες. Αυτό έχει μια οικουμενικότητα, είναι ένα σύμβολο μιας περασμένης ιστορικής ακτινοβολίας. Το ποιητικό του έργο κουβαλά τις καταβολές και της μετοίκησης στην Ελλάδα, του πνεύματος των αλεξανδρινών λογίων και είναι φορέας πλέον ιστορικής και πολιτισμικής μνήμης.

Το άγνωστο για μας, αλλά και τους οικείους του, έργο του, είναι πολύ μεγάλο και απαιτεί κόπο και εξειδικευμένη ενασχόληση για να ταξινομηθεί. Σε πρόχειρη αποτίμηση, όπως με πληροφόρησαν οι οικείοι του, τα ποιήματά του ανέρχονται σε 2700 περίπου, τα διηγήματά του σε 10 και υπάρχουν και άλλες εργασίες.

Με το έργο του αυτό αποδεικνύεται ένας φωτεινός οδηγός εξοικείωσης και αναψηλάφισης της τοπικής ιστορίας. Μια ριζοσπαστική πρωτοπορία στην χορεία των γηγενών αποκεντρωμένων δημιουργών, μακριά από την επήρεια του μοντερνισμού.

Η βραδιά αυτή είναι μια οφειλόμενη τιμή, που θέλω να πιστεύω ότι θα προκαλέσει ένα ευρύ φιλολογικό μνημόσυνο γι’ αυτόν.

Δεν είμαι ειδικός, αλλά θα προσπαθήσω να δώσω την ποιητική του ταυτότητα μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον που ζούσε, στο Διδυμότειχο, όπου δημιούργησε μια καβαφική αλεξανδρινή ατμόσφαιρα με στοιχεία από Εμπειρίκο, από Μόδη, από…. από.… από….

Η θεματολογία του πηγάζει από προσωπικούς φιλοσοφικούς και κοινωνιολογικούς οραματισμούς, ενώ την αγγίζουν έντονα οι ανθρώπινες σχέσεις και οι ψυχικές καταστάσεις μέσα στη σφαίρα της καθημερινότητας.

Ο λυρισμός, η φυσιολατρία και η βαθύτατη αγάπη του για το Διδυμότειχο, τη Θράκη, είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του ποιητικού του έργου, ένα έργο που κρατούσε καλά φυλαγμένο μέσα στα συρτάρια του, νομίζοντας ότι δεν ήρθε ακόμη η κατάλληλη στιγμή… και τότε μας άφησε!, λευτερωμένος από απαιτήσεις, αποτυπώνοντας τη σιωπή, την ώρα που μπορούσαν να την αναγνωρίσουν! Αποτυπώνει, με το θρακιώτικο λυρισμό του, εικόνες εποχών, που δεν θέλεις να ανήκουν στο παρελθόν, γιατί γι’ αυτόν ανήκουν στο εσωτερικό του παρόν. Άγγιξε με την ψυχή του τον παλιό κόσμο και τον μετέπλασε σε ζων παρόν.

Μέσα από τον κόσμο των αισθήσεων, του ονείρου και των συναισθημάτων, διατηρεί το πνεύμα του ανένταχτο, αποφεύγοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την αμφισβήτηση και την παραπλανημένη ελπίδα των στενών οριζόντων της λογικής. Οραματίζεται μια ελπίδα μεγάλη, που θα μετριάσει τα κύματα, για να ανοίξουν δρόμοι μέσα απ’ τη θάλασσα, για να βλέπουν τα μάτια αυτά που βλέπει η ψυχή του. Με σφιγμένη την γροθιά του πνεύματός του, διεκδίκησε τα κατ’ αυτόν δίκαια. Οι μυς του πνεύματός του, διαγράφονται και αποτυπώνονται στο άψυχο χαρτί με την ζωηρή, ατίθαση πέννα του. Ο Τίτος Μάνακας ζούσε σε μια φαντασιακή κατάσταση μιας αλλοτινής τοπικής βυζαντινής μεγαλοπρέπειας και δεν ήθελε με τίποτε να συμβιβασθεί με την παρούσα χρονική στιγμή, που η μοίρα επιφύλασσε στο Διδυμότειχο, αλλά και οι άστοχες τοπικές πολιτικές επιλογές.

Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα και η ομορφιά των γραπτών του, ως αρχαίο Διμοτειανό κάλλος, που υπερβαίνει το τοπικόν όλον. Αναπαραστούσε αυτό το μεγαλείο εσώμυχα και πολεμούσε σθεναρά σε κάθε βάρβαρη κατά την γνώμη του επιρροή. Ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης. Ιππότης που πολεμούσε στα χαλάσματα με εχθρούς του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος. Η σκέψη του κινήθηκε σ’ ένα παλλόμενο πλαίσιο καθώς συστελλόταν και διαστελλόταν μεταξύ μύθου και πραγματικότητας. Ήταν η σκέψη του το οχυρό του, το κάστρο του, όπου έκλεισε εμπειρίες, ιστορικές, προσωπικές, ανθρώπινες, κοινωνικές. Ταξιδευτής του ονείρου ήταν, όπου με την φαντασία του ταξίδευε μακριά, σε άλλο κόσμο, σ’ όλο τον κόσμο, κι’ ας ήταν κλεισμένος στην κάμαρά του ατενίζοντας το πολυαγαπημένο του κάστρο, την Πλωτινούπολη, τον Έβρο… το άπειρο.

Ταχυδακτυλουργός του πνεύματος, έφερνε στην κοινή μνήμη το ένδοξο παρελθόν της πόλης του Διδυμοτείχου.

Αν ζούσε τότε, ευπατρίδης θα ήταν, αγέρωχος στην ιστορική του πορεία και συγκαταβατικός στους νεοβάρβαρους, που τον γενέθλιό του τόπο τον χαρακτήρισαν τρύπα στην γεωγραφία. Παράξενος για κάποιους, απόμακρος ίσως, ευθυτενής στο σώμα και το πνεύμα. Σαν κοφτερό βυζαντινό σπαθί ο γραπτός του λόγος έκοβε κάθε τι το βάρβαρο που αμφισβητούσε την γεωγραφική, ιστορική και πνευματική, επανάσταση συναισθηματική με νεανική ζέση, με λάβαρο την εικόνα και τα κάστρα του Διδυμοτείχου, τη ιστορία… έκανε.

Διεκδίκησε τα απ’ αιώνων δικαιούμενα ως χρέος πολιτικό, κρατικό, προσωπικό, για την ανάδειξή του στο ιστορικό βάθρο που του πρέπει. Η σχέση του με το Διδυμότειχο, ήταν αυτή που καθόρισε και ουσιαστικά σφράγισε ολόκληρη την πνευματική του πορεία, αλλά και της οικογένειάς του, μπολιάστηκαν όλοι καρποφόρα με την αγάπη του γι’ αυτό.

Υπήρξε ένας άνθρωπος που μαγεύτηκε από την ιστορία της πόλης του, που αναψηλάφισε επί τόπου ο γεννήτοράς του Δημήτρης Μάνακας. Συμμετείχε ενεργά στις κοινωνικές και ιστορικές συγκυρίες και με το παρελθόν που ζούσε εσώψυχα, έπλασε ένα κράμα επικού και λυρικού ύφους, εμποτισμένου με αισιοδοξία και συγχρόνως λύπη για τα τεκταινόμενα.

Αυτά είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ΤΙΤΟΥ: το πάθος και η μαχητικότητα ως πηγή ελευθερίας, η ομορφιά και η ζωντάνια του πνεύματός του, ως συστατικά ενός πλούσιου εσωτερικού κόσμου, που υπερασπιζόταν την ιδεολογία του ως πλούτου ζωής. Ο τόπος του, μορφές, ονόματα και περιστατικά, συναισθήματα και συγκινήσεις, μεταβλήθηκαν στο ασυνείδητό του σε γραπτά κείμενα, σε ποίηση.

Ποίηση. Εκεί που ανθίζουν τα όνειρα. Η χώρα του χθες, του αύριο, του τώρα. Η γη της ελευθερίας, της ομορφιάς, των μεγάλων οραμάτων. Οι στίχοι, ένα μακρινό ταξίδι στον κόσμο της μαγείας, της ζωής, του φανταστικού και του πραγματικού. Αισθήματα αισιοδοξίας, απαισιοδοξίας, απόψεις και διλήμματα. Όνειρα για ένα κόσμο καλύτερο, αγώνας για αλλαγή του κόσμου. Ένα ταξίδι χωρίς προορισμό στα μακρινά και ατέλειωτα μονοπάτια του ονείρου και της φαντασίας. Σιωπή με λόγια.

Όλα αυτά συνέπιπταν στον ΤΙΤΟ ΜΑΝΑΚΑ. ΗΤΑΝ ΠΟΙΗΤΗΣ και όταν ομιλούμε για ποίηση να μην έχουμε στο μυαλό μας την κλασική περίπτωση του δημιουργού που συστοιχεί και συνηχεί λέξεις. Είναι αυτός που εκφράζει σκέψεις, συναισθήματα, υπαρκτές και φαντασιακές καταστάσεις, ζώντας στο παρόν αλλά έχοντας μέσα του αρμονικά συνταιριασμένα το παρελθόν, αλλά και το μέλλον. Είναι ο φιλόσοφος που φιλοσοφεί με συμπύκνωση λέξεων και νοημάτων, που μεταδίδει για τον εαυτό του βασικά και ύστερα για τους άλλους, που μπορεί να είναι ελάχιστοι, αλλά συγχρόνως πολλοί, αμέτρητοι!

Οι αποκεντρωμένοι δημιουργοί αποζητούν να έχουν επαφή πολλές φορές… μόνο με τον εαυτό τους. Δημοσιεύουν συνήθως σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά, γιατί οι εκδότες δεν τους γνωρίζουν (μήπως τους γνωρίζουν οι ίδιοι;). Ακολουθούν το ένστικτο τους, τα συναισθήματά του και μεγαλουργούν, όπως ο Τίτος Μάνακας.

Στην έκδοση μιας, μόνης, ποιητικής συλλογής μας μεταφέρει νοερά σε άλλους τόπους, σε όλα αυτά που προανέφερα. Το "ω πικρόν μου έαρ" είναι απόσταγμα ψυχής, της ψυχή του. Το "Υπναλέον Τείχος Δίδυμον" είναι ο γενέθλιος του τόπος που "τις πέτρες των φρουρίων έγλειψε η γλώσσα του χρόνου", "οι απροσμάχητες πύλες ανοιχτές διάπλατα,- αφύλακτες ως είναι!... αφού από καιρό οι πυλωροί απόπεσαν σε ύπνο ατελεύτητο- προκαλούν τους κουρσευτές των υπολειμμάτων". Στο "έγερση" λέει "λυπάμαι που δεν έτυχα στη μεγάλη πορεία των δούλων της Ρώμης,- τον Σπάρτακο να ιδώ, τον Διδυμοτειχίτη, να οδηγεί την αγανάχτηση- ενάντια στην αλαζονεία των κραταιών λεγεώνων της Συγκλήτου". Στο "επί λίθων και μαρμάρων" ώρα 9η "Πέλλα, Σαμοθράκη, Παπίκιον, Πρόσπαρτα, Δωδώνη·- Άβδηρα, Βήρα, Ίμβασσος, Φιλιππούπολις, Αντριανού,- Γκύμπραινα, Πλωτινούπολις, Διδυμότειχο, η γη σου- Πέτρες και μάρμαρα ατάκτως ερριμένα- θρηνούν στων ανέμων το πέρασμα" μας δείχνει την ιστορική πορεία της ψυχής του. Βλέπει "την γενέθλια πόλη που την πόνεσα πολύ, που την αγάπησα πολύ!- μασκαρεμένη καθώς είναι να με απωθεί, να με φοβίζει… τώρα- και μου ‘ρχεται να κλαίω, με τη φωνή να κλαίω!". Απ’ όλη αυτή την ακάματη συνεχή πολυχρόνια προσπάθεια άρχισε να κουράζεται και στο "απόστασα" μας δίνει με φοβερή ακρίβεια τα συναισθήματά του "απόκαμα και φοβερή ασφυκτική απελπισιά- για ότι χάνεται επί γης με ζώνει.- Δε γίνονται τα δάκρυά μου νάματα ιαματικά.- Απόστασα μανούλα μου! απόστασα".

Τίτο,…. πλούσια πνευματική τροφή μας έδωσες, ΝΕΚΤΑΡ ως πραγματικός μελισσοκόμος που ήσουν, σπόρους πολλούς έσπειρες, μας μέθυσες με το γλυκόπιοτο κρασί του πνεύματός σου, ως γνήσιος αμπελουργός και με την ορφική θρακιώτική σου λύρα, γλυκά μας αποκοίμισες, με τις ενθύμησες, με τις νοσταλγίες και τις προσταγές σου για εγρήγορση! Η συγκομιδή θα είναι πλούσια, όταν οι επιγενόμενοί σου την ταξινομήσουν.

Οι άγιοι προστάτες των κάστρων του Διδυμοτείχου ίσως τον ζήλεψαν και τον πήραν κοντά τους, γιατί εκεί τον καταλαβαίνουν, εδώ δυστυχώς ακόμη όχι. Για πόσο όμως;

Τα νοτισμένα λιανοχόρταρα του κοιμητηρίου που αναπαύεται, ας δροσίζουν το πνεύμα του σε μια αιωνιότητα, έναντι του κάστρου του Διδυμοτείχου, των Καλέπορτων, της Πλωτινούπολης, του Ερυθροποτάμου, του Έβρου.

Τίτο,

Του σπαθιού σου την άκρη

στην κορυφή του Καλέ έμπηξες.

Έγειρες κουρασμένος έναντί του.

Το δάκρυ σου,

σαν λυρική κραυγή έρευσε.

Κατασίγασαν οι πόθοι σου,

δεν θα ‘σαι πλέον μόνος

να συλλογάσαι τις ευθύνες.

Ο Μαύσωλος κοντά του θα σ’ έχει

σε αιώνια εγρήγορση.

Οι λιθόπλινθοι της ιστορίας

μαζί σου θα συνεχίσουν να υπάρχουν,

σήμα και κραυγή για τα μελλούμενα.

Οι ριπές του πνεύματός σου

τον άνεμο θα κλώθουν

σε υφάδι συνεχούς θρήνου,

σαν γνήσιος υιός της παρακλήσεως.

.......................................................................................................................................

 

 

 

 

ΤΙΤΟΣ ΜΑΝΑΚΑΣ 1934-2004

 

Γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1934, όπου τελείωσε το οκτατάξιο Γυμνάσιο και στη συνέχεια κατέβηκε στον Πειραιά όπου και σπούδασε στην Ανωτέρα Σχολή Μηχανικών Θαλάσσης και Βιομηχανίας. Εργάσθηκε στη μεταλλοβιομηχανία "Αγγελόπουλου" ως τεχνικός και στη συνέχεια ως μηχανικός στην Ελλ. Ακτοπλοΐα και επί 10 χρόνια στη ΔΕΗ Διδυμοτείχου ως μηχανικός στην παραγωγή.

Κάποια στιγμή βρέθηκε εκτός της ΔΕΗ για λόγους άλλους (που λίγοι ξέρουμε). Ασχολήθηκε με την μεγάλη του αγάπη επαγγελματικά με την μελισσοκομία και αμπελουργία και κυρίως με την λογοτεχνία, με την ποίηση. Βάσκανος μοίρα τον πήρε από κοντά μας τον Αύγουστο του 2004.

...............................................................................................................................................................

Είχε δημοσιευθεί στον Βορέα(τεύχος 15) τον Αύγουστο 2006, πριν 20 χρόνια!






 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου