Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

ΜΙΑ ΑΞΙΕΠΑΙΝΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΤΗΣ ΚΑΙΤΗΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ



ΜΙΑ ΑΞΙΕΠΑΙΝΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Το Μουσείο Γουναρόπουλου
Οι χρωματιστές σελίδες αυτού του τεύχους μας είναι αφιερωμένες στο μεγάλο Έλληνα ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο (Gounaro). Παράλληλα, παρουσιάζουμε μια αξιόλογη – τόσο για την πολιτική αποκέντρωση, όσο και για την πολιτιστική προσφορά της τοπικής αυτοδιοίκησης – ενέργεια του Δήμου Ζωγράφου. Να μετατρέψει το σπίτι του ζωγράφου (που δωρήθηκε από την οικογένεια Γουναρόπουλου στο Δήμο) σε μουσείο. Στεγάζεται στην ομώνυμη οδό του Δήμου Ζωγράφου και αξίζει να το επισκεφθείτε όσοι δεν το γνωρίζετε.

Καίτης Γουναρόπουλου

Συμπληρώθηκαν ήδη πέντε χρόνια από το θάνατο του μεγάλου μας ζωγράφου Γιώργου Γουναρόπουλου, που πέθανε στις 18 Αυγούστου 1977. Κι όμως, ο Γουναρόπουλος εξακολουθεί να ζει μέσα από τα έργα του χάρη στο μουσείο που δημιούργησε ο Δήμος Ζωγράφου, ύστερα από δωρεά του γιου του καλλιτέχνη γι’ αυτό το σκοπό.
Το Μουσείο Γιώργου Γουναρόπουλου, «GOUNARO», βρίσκεται στην περιοχή των Άνω Ιλυσίων του Δήμου Ζωγράφου και είναι το σπίτι που έζησε και εργάστηκε ο καλλιτέχνης πάνω από μισόν αιώνα.
Δρασκελίζοντας την πόρτα του μουσείου, που είναι καθημερινά ανοιχτή για όλο το κοινό, νιώθεις να σε αγκαλιάζει το ονειρικό κείνο δέος που πάντα σου μετέδιδε ο Γουναρόπουλος μέσα από τη ζωγραφική του. Όλα τα προσωπικά του πράγματα, αλλά ειδικότερα οι πίνακές του, που γεμίζουν τους τοίχους του μουσείου, σε παίρνουν χωρίς να το καταλαβαίνεις στο μαγικό κόσμο της φαντασίας του. Παντού νιώθεις την παρουσία του ζωγράφου, γιατί κάθε πίνακας είναι κι ένα κομμάτι από τον εαυτό του, από τα πιστεύω, από τα ιδανικά του.
Ο Γιώργος Γουναρόπουλος γεννήθηκε στη Σωζόπολη το 1890 πόλη κτισμένη πάνω σ’ ένα ακρωτήρι στη Μαύρη Θάλασσα.
Το πατρικό του σπίτι, ξύλινο σαν όλα τα σπίτια της Σωζόπολης και κτισμένο πάνω στα βράχια που σχηματίζουν το ακρωτήρι, στάθηκε η πρώτη σπίθα που ζέστανε τη φαντασία του.
Μικρό παιδί ακόμα, αγνάντευε τη θάλασσα από το παράθυρό του, κι η μορφή της έπαιρνε, για το θαυμάσιο αργότερα καλλιτέχνη, χιλιάδες σχήματα, όμοια με νεράιδες ή θεριά ανάλογα με την εποχή, την ώρα, τη στιγμή. Άλλοτε φουρτουνιασμένη με τα τεράστια κύματα να ξεσπά πάνω στα βράχια έμοιαζε σαν ανθρωπόμορφο θεριό, έτοιμο να τσακίσει κάθε αδύναμη ανθρώπινη ύπαρξη κι άλλοτε γαληνεμένη και απαλή να αγκαλιάζει τις ακρογιαλιές, ίδια νεράιδα του παραμυθιού. Κι όλα τούτα μαζί με το μυστηριακό περιβάλλον του τόπου του άφησαν τη σφραγίδα τους στην ψυχοσύνθεση του παιδιού, που αργότερα μέσα από το ανεπανάληπτο ταλέντο του τα αποτύπωνε πάνω στους πίνακές του, μορφές αέρινες φανταστικές κι όμως ανθρώπινες, θάλασσες και βράχια και γυναίκες, λουλούδια και ήλιοι, όλα εκεί, για να σου μεταδώσουν το πιο ιδεαλιστικό μήνυμα της ύπαρξης και της εξαΰλωσης που μόνο ο Γουναρόπουλος θα μπορούσε να πετύχει.
Ζωγραφική σπούδασε στην Αθήνα, στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών από το 1906 ως το 1912.
Το 1919 πήγε στη Γαλλία, αφού πέτυχε στον Αβερώφειο διαγωνισμό υποτροφία για 4 χρόνια σπουδών στο Παρίσι, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1931, εκθέτοντας τα έργα του στα Salons Nationals, DAutomne, Des Independants, Sur Independants, Vrais-Independants.
Το 1926, ύστερα από μια ατομική του έκθεση στη Galerie Vavain Raspail, φάνηκε καθαρά το πηγαίο ταλέντο του και καθιερώθηκε σαν ένας από τους πιο εκλεκτούς ζωγράφους της εποχής εκείνης.
Το 1931, η παγκόσμια οικονομική κρίση και τα γεγονότα που ακολούθησαν τον ανάγκασαν να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στα Άνω Ιλύσια, στο σπίτι που έζησε όλη την υπόλοιπη ζωή του και που τώρα στεγάζεται το Μουσείο Γουναρόπουλου.
Η καλλιτεχνική διαδρομή του σ’ όλο το διάστημα, από το 1931 ως το 1977 που πέθανε, ήταν μια διαρκής προσφορά του στο χώρο της τέχνης.
Ακούραστος δουλευτής, ζωγράφιζε ασταμάτητα, δημιουργώντας κάθε φορά ανεπανάληπτα αριστουργήματα. Παρ’ όλο που τα θέματα του Γουναρόπουλου ήταν συνεχώς τα ίδια, γυναίκες, βράχοι, θάλασσα, λουλούδια, κάθε πίνακάς του ήταν κι ένα ιδιαίτερο μήνυμα, ήταν μια ξεχωριστή όαση, που ο καθένας μας μπορούσε μέσα από τα χρώματα, τη σύνθεση ή το φως, να βρει στοιχεία από την ψυχοσύνθεσή του.
Το 1957, το Γαλλικό Ινστιτούτο εξέδωσε στη σειρά Artistes Grecs Contemporains, αναλυτική μελέτη του ζωγραφικού του έργου, γραμμένη από τον Γιώργο Μουρέλο.
Το 1958 τιμήθηκε με το βραβείο Gugenheim για την Ελλάδα.
Το 1974 ο εκδοτικός οίκος Μέλισσα, εξέδωσε έναν τόμο με έγχρωμους πίνακες, χαρακτηριστικούς της ζωγραφικής του πορείας.
Στον τόμο αυτό, ο καθηγητής Γ. Μουρέλος αναλύει λεπτομερειακά την τεχνοτροπία του Γουναρόπουλου. Βαθύτατος μελετητής κα γνώστης της ζωγραφικής του Γ. Γουναρόπουλου, εξηγεί με τον πιο θαυμάσιο τρόπο, τον κοσμογονικό χαρακτήρα του έργου του ζωγράφου, την πάλη της ανθρώπινης ύπαρξης για απολευτέρωση και λύτρωση, που είναι και το τελικό όραμα του καλλιτέχνη. Ο χώρος μέσα στον οποίο κινείται ο Γουναρόπουλος, λέει χαρακτηριστικά ο Γ. Μουρέλος, δίνει λιγότερο την εντύπωση ενός τόπου σταθερού και περισσότερο μιας μελωδίας, στην οποία τα στοιχεία που την αποτελούν και που είναι εικόνες, σχηματίζουν τις διαδοχικές στιγμές. Ο εικαστικός αυτός χώρος, γεμάτος δυναμισμό, λούζεται κάθε φορά μέσα σ’ ένα πηγαίο φως, που διαπερνά τα ζωγραφικά στοιχεία του κάθε πίνακα, τα φωτίζει εσωτερικά, τα κάνει διάφανα, ρευστά, στο τέλος ονειρικά. Ο τρόπος με τον οποίο ο Γουναρόπουλος καταφέρνει να φωτίσει τους πίνακές του, είναι εντελώς προσωπικός κι είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον που χρησιμοποίησαν οι διάφοροι εμπρεσιονιστές το 19ου αιώνα, όταν προσπάθησαν να μετατρέψουν τη ζωγραφική σε μια πραγματική επιστήμη τους φωτός. Στον καθαυτό εμπρεσιονισμό, από την τεχνική της διάχυσης του Μονέ, ως τη στιγματική τεχνική το Πισσαρό και το Σερά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διάλυση του χρώματος κα του σχεδίου μέσα στο φως.
Αντίθετα, στον Σεζάν, το φως παύει να είναι ένα απλό μέσο ανάλυσης χρωμάτων, αλλά γίνεται ένα πραγματικό όργανο σύνθεσης, δημιουργώντας με τη λειτουργία του μια νέα αρχιτεκτονική του εικαστικού χώρου και των αντικειμένων που εμπεριέχονται σε αυτόν.
Ωστόσο, αν με τον Σεζάν γίνεται ένα μεγάλο βήμα για τη διαμόρφωση ενός χώρου καθαρά ζωγραφικού φωτός από τους φυσικούς νόμους που διέπουν το φυσικό φως, η ξεχωριστή δυάδα αντικειμένου-φωτός εξακολουθεί να υπάρχει.
Ο Γουναρόπουλος, δημιουργώντας ένα ζωγραφικό χώρος τελείως ανεξάρτητο από το φυσικό, πέτυχε να πραγματοποιήσει την ολοκληρωτική ταύτιση του αντικειμένου με το φως. Αντί να φωτίζει τα αντικείμενά του από τα έξω, όπως συνέβαινε σχεδόν με όλους τους προκατόχους του, τα φωτίζει από μέσα.
Η εστία μέσα από την οποία ξεπηδάει το φως παραμένει μυστική, επιτρέπει όμως στο ζωγράφο αν δημιουργεί την αίσθηση ότι τα αντικείμενά του ανήκουν σ’ ένα περιβάλλον ονειρικό. Το φως εδώ διαπερνά τα αντικείμενα, τα κάνει διαφανή, ρευστά, σε σημείο που μπορεί ένα στερεό σώμα να προβάλλεται μέσα από το άλλο, σα να συνυπάρχουν και να κατέχουν την ίδια θέση, γιατί η ανάγκη να παρουσιάζεται το ένα σαν εξωτερικό προς το άλλο δεν υπάρχει πια.
Ο Γουναρόπουλος, εξετάζοντας την πορεία του φωτός στα διαφανή σώματα, καταλαβαίνει ότι και ο ίδιος θα μπορούσε να δημιουργήσει μέσα σε ένα χώρο ρευστότητας και διαφάνειας, το όραμα μιας ζωγραφικής μελωδίας δυναμικής και ταυτόχρονα ονειρικής, κοσμογονικής και την ίδια στιγμή ανθρώπινα πραγματικής. Κι όλα αυτά μέσα σε μια χρωματική πανδαισία, που μόνο ο Γουναρόπουλος μπόρεσε να μας χαρίσει με τη μαγική εκείνη δύναμη της πρόσμειξης των χρωμάτων του.
Ο εμπρεσιονισμός, περισσότερο από κάθε σχολή, επισήμανε τους στενούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα στο φως και στο χρώμα. Ο διαχωρισμός στη ζωγραφική των δύο αυτών στοιχείων , των τόσο στενά δεμένων μέσα στη φύση, δεν μπορεί να είναι παρά το προϊόν μιας αφαίρεσης.
Ο Γουναρόπουλος, απόλυτα κάτοχος των δεδομένων της τέχνης του κι’ ύστερα από πολύχρονη και αδιάκοπη αναζήτηση, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η ρευστότητα του ζωγραφικού πεδίου, για να δημιουργεί την εντύπωση ενός οραματικού χώρου, είναι δυνατό να επιτευχθεί μόνο με χρώματα, των οποίων οι τόνοι εισχωρούν αδιόρατα ο ένας μέσα στον άλλο, χωρίς καμιά αντιπαράθεση συμπαγών όγκων να διασπά την ενότητα της συνέχειάς τους.
Έτσι, αν και τα χρώματα που μεταχειρίζεται είναι το κίτρινο, το ανοιχτό κόκκινο, το βαθύ κόκκινο και το μπλε, δεν τα χρησιμοποιεί ποτέ μοναχά τους, αλλά παράγοντάς τα, δουλεύοντας πολλά χρώματα μαζί και αναλύοντάς τα τόσο, όσο για να γίνουν σχεδόν ρευστά. Η χρωματική του ύλη, όντας ρευστή, δε φέρνει καμιά αντίσταση στο φως, αλλά το αφήνει να κυκλοφορεί ελεύθερα μέσα από την ίδια του την κίνηση. Έτσι το χρώμα δονείται, ζωντανεύει, ενώνεται με το φως, αποκτώντας μια εξωτερική διαφάνεια.
Αλλά, αν ο Γουναρόπουλος είναι ο ζωγράφος που δημιούργησε το δικό του ζωγραφικό χώρο και το δικό του ζωγραφικό φως, εκείνο που δείχνει αναντίρρητα το πηγαίο ταλέντο του είναι ο δυναμισμός του στο σχέδιο. Αυτό που κυρίως χαρακτηρίζει το σχέδιο του Γουναρόπουλου είναι η σχεδόν απόλυτα κυριαρχία της καμπύλης. Πουθενά δεν υπάρχει ευθεία γραμμή που να διακόπτει την κίνηση του χεριού τόσο στα σχέδιά του με μολύβι όσο και στους ζωγραφικούς του πίνακες. Το σχέδιο διαγράφεται σα μια μονοκονδυλιά, γιατί η γραμμή αναπτύσσεται από τον ίδιο τον δυναμισμό της, σα μια μελωδία, που δε σταματάει παρά μόνο όταν συμπληρωθεί το ηχητικό της θέμα.
Κι είναι πραγματικά καταπληκτικό, πώς ο ζωγράφος κατορθώνει αν αποδώσει σε κάθε σχέδιο τον όγκο της κάθε μορφής χωρίς άλλη βοήθεια παρά μόνο την κίνηση της ίδιας γραμμής.
Και ο Γιώργος Μουρέλος καταλήγει επιγραμματικά:
«Δε διστάζω να υποστηρίξω ότι στη σύγχρονη ζωγραφική ο Γουναρόπουλος αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο. Ξένος προς τις παντοειδείς συνταγές και θεωρίες με τις οποίες πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες επιχειρούν να δικαιολογήσουν το έργο τους, είναι από τους λίγους ζωγράφους που μας θυμίζουν τις μεγάλες εκείνες εποχές της τέχνης, όπου ο αληθινός δημιουργός είχε να πει ένα μοναδικό πράγμα και αφιέρωνε σ’ αυτό όλη του τη ζωή, απόλυτα συνεπής στη δική του αποκαλυπτική αλήθεια».
Το 1975, η Εθνική Πινακοθήκη οργάνωσε αναδρομική έκθεση του έργου του και την ίδια ακριβώς εποχή ο ζωγράφος χάρισε στην Εθνική Πινακοθήκη 15 μεγάλους πίνακες, αντιπροσωπευτικούς της εξηντάχρονης πορείας του στη ζωγραφική.
Τον Απρίλη του 1977 οργάνωσε την τελευταία του έκθεση στη Galerie «Astor», που ήταν και η τελική του προσφορά στο χώρο της τέχνης.
Πέθανε τον ίδιο χρόνο στις 18 Αυγούστου 1977.
Ο θάνατός του συγκίνησε βαθύτατα το ελληνικό κοινό, θαυμαστές, φίλους, αλλά και απλούς ανθρώπους, που έτυχε να γνωρίσουν το Γουναρόπουλου σαν άνθρωπο περισσότερο και λιγότερο σα ζωγράφο. Απλός, τις πιο πολλές φορές κλεισμένος στον εαυτό του, στοχαστικός αλλά και θαυμάσιος ομιλητής, σε παρέσυρε σε μια διαλογική πανδαισία, αν είχες την τύχη να βρεθείς κοντά του και να ακούσεις από τα ίδια του τα χείλη το φιλοσοφικό εκείνο καταστάλαγμα των σκέψεών του, που σε άγγιζε βαθύτατα στην ψυχή και σε παρέσυρε σε κόσμους ονειρικούς αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστικά εξιδανικευμένους , με μια φιλοσοφική πραότητα που λαμπύριζε συνεχώς στο δυνατό και γεμάτο φως βλέμμα του.
Η ζωή του, συνεχής προσπάθεια και πάλη πάνω στο μοναδικό του σκοπό, τη μετάδοση του προσωπικού του μηνύματος, του οράματός του, όπως έλεγε ο ίδιος, για έναν κόσμο ιδανικό με μόνο όπλο του την προσφορά του στη ζωγραφική, ήταν διανθισμένη με γεγονότα απλά της ζωής του στο Παρίσι, που ο τρόπος της διήγησής του έπαιρνε ονειρικό χαρακτήρα και της αγάπης του για τη θάλασσα που τον γέμιζε απόλυτα, βρίσκοντας διέξοδο και ξεκούραση σαν ψάρευε ώρες ατέλειωτες στη Ραφήνα, στο αγαπημένο του λιμανάκι αναπολώντας ίσως τα παιδικά του χρόνια και τον τόπο που γεννήθηκε, καθώς αγνάντευε αμίλητος την απεραντοσύνη της θάλασσας.
Όσοι γνώρισαν τον Γουναρόπουλο, τον θαύμασαν όχι μόνο σα μοναδικό ζωγράφο αλλά και σαν τέλειο άνθρωπο. Αυτή την αίσθηση εξακολουθεί να την ακτινοβολεί μέσα από το χώρο που έζησε η δημιουργία του Μουσείου σαν φόρος τιμής στη μνήμη του, που ο Δήμος Ζωγράφου, με συγκινητική αγάπη και σεβασμό αποδεχόμενος τη δωρεά του γιου του ζωγράφου, δημιούργησε στον τόπο, όπου ο Γουναρόπουλος εξακολουθεί να ζει και να προσφέρει μέσα από το έργο του, που εκτίθεται στο μουσείο, τη λύτρωση του ανθρώπινου γένους από τα άγχη και τις υλιστικές βιαιότητες της εποχής μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου