Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Αντιπροσωπεία της Ένωσης Αξιωματικών Ελληνικής Αστινομίας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης συναντήθηκε με τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοίδη

ΑΡΙΘ. ΠΡΩΤ.: 95 / 2026 Κομοτηνή, 06 - 06 - 2026

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Γνωρίζεται ότι την Παρασκευή 05 Ιουνίου 2026, στην Αλεξανδρούπολη,
αντιπροσωπεία της Ένωσης Αξιωματικών ΕΛ.ΑΣ. Ανατολικής Μακεδονίας και
Θράκης που απαρτίζονταν από τον Πρόεδρο της Ένωσης ΠΑΠΑΘΕΜΕΛΗ
Άγγελο και τον Γ’ Αντιπρόεδρο ΚΑΜΑΡΓΙΟ Δημοσθένη, πραγματοποίησε
συνάντηση με τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗ Μιχαήλ
στο πλαίσιο επίσκεψης του κ. Υπουργού στον Έβρο.
Κατά την συνάντηση, ο Πρόεδρος της Ένωσής μας αφού καλωσόρισε
τον κ. Υπουργό στην ακριτική μας Περιφέρεια, αρχικά επικεντρώθηκε στην
ανάλυση θεσμικών, οικονομικών και ασφαλιστικών ζητημάτων. Ακολούθως,
τέθηκαν ειδικότερα ζητήματα αστυνομικής φύσεως της Περιφέρειας
Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης και τονίστηκε ο αγώνας των αστυνομικών
για την καταπολέμηση των κυκλωμάτων διακίνησης μεταναστών και για την
γενικότερη διασφάλιση της τάξης και της ασφάλειας στην κοινωνική ζωή. Ο κ.
Υπουργός δεσμεύτηκε στην ενδελεχή αξιολόγηση των ζητημάτων και στην
καταβολή προσπαθειών για τη
ν επίλυσή τους.

Εγκαίνια έκθεσης αυθεντικών παραδοσιακών ηπειρώτικων φορεσιών και έκθεση φωτογραφιών εποχής ¨Η Ήπειρος της Παράδοσης – Φορεσιά και Εικόνα¨

Σήμερα, Σάββατο 6 Ιουν 26 και ώρα 7μμ











στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Δ. Διδυμοτείχου!
Εγκαίνια έκθεσης αυθεντικών παραδοσιακών ηπειρώτικων φορεσιών και έκθεση φωτογραφιών εποχής
¨Η Ήπειρος της Παράδοσης – Φορεσιά και Εικόνα¨
Με τη συνεργασία των:
Πανηπειρωτική Ένωση Ν. Δράμας
Ηπειρωτική Εστία Θεσσαλονίκης
Λειτουργία έκθεσης:
Δευτέρα 8 Ιουν – Κυριακή 13 Ιουν 26 και ώρες 9:00 – 15:00
Διοργάνωση: Σύλλογος Ηπειρωτών Βορείου Έβρου και Φίλων ¨ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ¨
# Συνδιοργάνωση Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης
# Με την υποστήριξη του Δήμου Διδυμοτείχου
Σας περιμένουμε όλους!!!

 

Η ΝΕΑ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ ΤΩΝ ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ








\

Του Σταύρου Παπαθανάκη

 

 

Η πόλη της Νέας Ορεστιάδας και η ευρύτερη περιοχή της μπήκε στη ζωή χιλιάδων νέων ως ένας τόπος στρατιωτικής θητείας. Για πολλούς σήμαινε μια καλή αγορά για την προώθηση των προϊόντων τους σε μια αναπτυσσόμενη περιφερειακή αγορά. Για τους περισσότερους είναι ταυτόσημη με το άθλημα του βόλεϊ και τον καλύτερο περιφερειακό εκπρόσωπό του, τον Αθλητικό Όμιλο Ορεστιάδας. Για εμάς τους κατοίκους της είναι όλα αυτά και πολύ περισσότερα.

Μητρόπολη του βόλεϊ με καμάρι και στολίδι της τον Α.Ο.Ο. με τα Σαββατόβραδα της δεκαετίας του ’80 έρημα με όλο τον κόσμο να δίνει την ψυχή και την φωνή του για την ΟΜΑΔΑ –“ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΘΗΚΟΝ … ΠΙΣΤΗ … ΟΝΕΙΡΟ … ΚΑΙ ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΑΓΑΠΗ ” να διατρανώνεται υπό τους ήχους και τους ρυθμούς της μπάντας ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. Η ομάδα συνεχίζει την πορεία και κερδίζει φίλους για δικό της λογαριασμό και για την πόλη. Εντός και εκτός των εθνικών συνόρων. Έγινε ένα σύμβολο. Το πλέον αναγνωρίσιμο σήμα κατατεθέν της ζωντάνιας, του δυναμισμού, της δημιουργικότητας, ένας τρόπος αλληλεγγύης, συμμετοχής και προσφοράς για την πόλη.

Τα δύο ποτάμια, Άρδας και Έβρος, που αυλακώνουν γόνιμα τα εδάφη του εύφορου κάμπου της επαρχίας με το Φράγμα του Κυπρίνου και το εκτεταμένο δίκτυο για την άρδευση χιλιάδων στρεμμάτων, ανέδειξαν επί μια τριακονταετία την πόλη της Νέας Ορεστιάδας σε κέντρο μιας αναπτυσσόμενης και ευημερούσας περιοχής της ελληνικής υπαίθρου.

Το εργοστάσιο της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης (Ε.Β.Ζ.) όλη αυτή την περίοδο αποτελεί το μακράν καλύτερο πετυχημένο παράδειγμα κρατικού παρεμβατισμού, δίνει θέσεις απασχόλησης στο δευτερογενή τομέα, σε εξειδικευμένα εργατικά χέρια και επιστημονικό δυναμικό και υπογραμμίζει τις πλουτοπαραγωγικές δυνατότητες της περιοχής στον τομέα της μεταποίησης των τοπικών αγροτικών προϊόντων συμπαρασύροντας οικονομικές δραστηριότητες στον τριτογενή τομέα με ευεργετικές επιπτώσεις στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη και ποικιλομορφία της. Το αγροτικό διατροφικό – βιομηχανικό μοντέλο έμεινε όμως ανάπηρο. Ανολοκλήρωτο. Δεν υπήρξε στρατηγική επέκτασης και ολοκλήρωσής του. Η περίοδος της «επενδυτικής έκρηξης» που θα ακολουθήσει τη δεκαετία του ’90 δεν φέρνει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Στερείται σχεδίου και προσανατολισμού. Η κατασπατάληση των πόρων διευρύνει και εδραιώνει το πλέγμα πελατειακών σχέσεων και εξαρτήσεων μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικής κοινωνίας. Και το ουσιαστικότερο, αν εξαιρέσουμε τα λαμπρά και πετυχημένα παραδείγματα, η απουσία σχεδιασμού οδηγεί σε πολύ μεγαλύτερες εκροές σε σχέση με τις εισροές καθώς εγκρίνονται επενδυτικά σχέδια η υλοποίηση των οποίων προϋποθέτει μεταφορά τεχνογνωσίας, μηχανολογικού εξοπλισμού και πρώτων υλών από τις βιομηχανικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των οποίων γινόμαστε αιμοδότες – καταναλωτές των βιομηχανικών προϊόντων της για τα οποία αναζητούν αγορές και το αναπτυξιακό πλαίσιο γίνεται ένα χρηματοδοτικό εργαλείο έμμεσης αλλά ουσιαστικής ενίσχυσής τους.

Η τριακονταετία 1960 – 1990 είναι περίοδος της μεγάλης εξόδου ενός σημαντικού ποσοστού του οικονομικά ενεργού πληθυσμού σε αναζήτηση εργασίας και μιας καλύτερης ζωής κατά κύριο λόγο στις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης (Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία). Τα μεταναστευτικά εμβάσματα που έρχονται τα περισσότερα διαθέσιμα χωράφια σε μικρότερο αριθμό καλλιεργητών, δημιουργούν τις προϋποθέσεις πολυαπασχόλησης και αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης στις μικρές αγροτικές κοινωνίες. Είναι τα χρόνια των αλλεπάλληλων κύκλων ανοικοδόμησης με την οικοδομή να γίνεται η λοκομοτίβα της τοπικής ανάπτυξης και οικονομίας και χαρακτηριστικό της πόλης, η οποία ευνοείται από την ύπαρξη ενός σύγχρονου πολεοδομικού – ρυμοτομικού σχεδίου.

Όλα αυτά τα χρόνια της οικονομικής ανόρθωσης η ανάπτυξη παρουσιάζει πολλά και αντιφατικά πρόσωπα. Οι συνέπειες της μεταπολεμικής περιόδου και η γεωστρατηγική θέση της περιοχής στην αποκορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, της αντιπαράθεσης των δυο στρατοπέδων και η διαρκής απειλή εξ Ανατολών, δημιουργούν ένα άκρως αρνητικό ψυχολογικό κλίμα με τους κατοίκους να βιώνουν την απομόνωση ενός καθεστώτος κλειστών συνόρων που τους αποκόπτει από τον φυσικό γεωγραφικό, ιστορικό, οικονομικό και πολιτισμικό περιβάλλον, στο οποίο δρούσαν επί αιώνες ανεξαρτήτως διοικητικών μεταβολών και καθεστώτων επικυριαρχίας και κατάκτησης. Όλοι οι κοινωνικοί και οικονομικοί δείκτες επιβεβαιώνουν τη σημαντική υστέρηση της περιοχής ενώ το δημογραφικό – πληθυσμιακό πρόβλημα οξύνεται και δεν είμαστε μακριά από τη δημιουργία χωριών φαντασμάτων. Η επόμενη απογραφή του 2010 θα αναδείξει το πληθυσμιακό – δημογραφικό ως ένα μείζον κοινωνικό-οικονομικό και εθνικό πρόβλημα για την περιοχή.

Στην παρούσα φάση η μεταφορά κρατικών δραστηριοτήτων είναι σκόπιμη και επιβεβλημένη. Ο καθορισμός της Νέας Ορεστιάδας ως τέταρτης έδρας του κορυφαίου πνευματικού ιδρύματος της περιοχής, του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, με την λειτουργία των δυο τμημάτων Αγροτικής Ανάπτυξης, Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων από το 1999, κινείται προς αυτή την κατεύθυνση και το αίτημα νέων τμημάτων ή Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΓΕΩΠΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.

Οι υποδομές, για τις οποίες γίνεται λόγος, για να λειτουργήσουν και να αποδώσουν και πολύ περισσότερο για να υπάρξουν πολλαπλασιαστικά οφέλη προϋποθέτουν την ύπαρξη της λεγόμενης «κρίσιμης πληθυσμιακής μάζας», η οποία θα υπολείπεται κατά πολύ έναντι και αυτών των υποδομών που ολοκληρώνονται με άγχος και καθυστέρηση και αποτελούν τον εγχώριο, εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό στο πλαίσιο της χωροταξίας των διευρωπαϊκών και διεθνών δικτύων.

Η ονομασία της Νέας Ορεστιάδας μας παραπέμπει σε μια περίοδο – καμπή για την εθνική ολοκλήρωση του νεοελληνικού κράτους και της ιστορίας μας. Μας υπενθυμίζει τα τραγικά γεγονότα της Μικρασιατικό-Θρακικής καταστροφής και το ξερίζωμα της προσφυγιάς. Ο Έρνεστ Χέμινγουαίη με τις ανταποκρίσεις του στην “TORONTO STAR” μας δίνει συγκλονιστικές μαρτυρίες για την πορεία των προσφύγων από τον κάμπο της Θράκης στα χώματα της Μακεδονίας (τις περιέχει το βιβλίο «ΣΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΧΡΟΝΙΑ», εκδόσεις «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ», στο πλαίσιο της σειράς «ΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΟΜΠΕΛ»). Ήταν η δική του σπονδή στον Θεό του Έρωτα που τον συνέδεσε με την «Τερέζα, μια Ελληνίδα απ’ τη Θράκη, απ’ την Αδριανούπολη» και ο Φρέντυ Γερμανός στο ιστορικό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «ΤΕΡΕΖΑ» (από τις εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ») μας αποκαλύπτει τα βαθύτερα κίνητρα του Αμερικανού συγγραφέα να βρεθεί στο μέτωπο της Θράκης, που δεν υπήρξε ποτέ, αν και ήταν το βασικό αίτημα των επαναστατών τον Σεπτέμβριο του 1922 και τη μορφή «μιας από τις πιο συναρπαστικές Ελληνίδες του 20ού αιώνα» κατά τη Μελίνα Μερκούρη, η οποία του εμπιστεύθηκε την ιστορία της «αγάπης της για τη Θράκη και τον Χέμινγουαίη».

Σύμφωνα με τη μυθική αφήγηση ο Ορέστης για να εξευμενίσει τις Ερινύες που τον κυνηγούσαν, γιατί σκότωσε τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα, ίδρυσε την πόλη Ορεστιάδα στη συμβολή των τριών ποταμών Έβρου, Τούντζα και Άρδα, στο «Τρίπορι», που κατά τους Αναστενάρηδες και τη λατρεία τους, η οποία από τη Θράκη μεταφέρθηκε και διασώζεται μέχρι και σήμερα στη Μακεδονία, είναι ένας χώρος ιδιαίτερου συμβολισμού και ιερότητας. «Το πριν σμικρόν πολύχνιον κλήσιν Ορεστιάδα ο Αγαμέμνονας υιός που έγειρεν Ορέστης εκεί λουσθείς γαρ ποταμοίς ιάθη της μανίας» γράφει ο συγγραφέας του 12ου αιώνα  Ιωάννης Τζέτζης. Από την Αδριανούπολη, κυρίως από το προάστιό της το Κάραγατς, το Κρασοχώρι, το Λεοντοχώρι, το Μέγα Ζαλούφι, προέρχεται ο κύριος όγκος των κατοίκων της Νέας Ορεστιάδας, τους οποίους ακολούθησε σημαντικός αριθμός Αρμενίων και Εβραίων, οι οποίοι δεν αποτελούν πληθυσμιακό στοιχείο της πόλης μετά την μεταφορά και την εξόντωσή τους στα ναζιστικά στρατόπεδα της Γερμανίας το 1943.

Η πόλη της Αδριανούπολης και το προάστιό της το Κάραγατς κατέχουν στρατηγική θέση στην κοιλάδα του Έβρου και βρίσκονται πάνω σε δυο σημαντικούς άξονες, τον οδικό και τον σιδηροδρομικό, που συνδέουν την περιοχή με την Κωνσταντινούπολη, την υπόλοιπη Τουρκία, τη Μέση Ανατολή και τις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Είναι η λεγόμενη «διαγώνιος βασιλική οδός» που συνέδεε την πρωτεύουσα του Βυζαντίου με την αρχαία Σιγγηδόνα, σήμερα Βελιγράδι, μια οδός που παρακολουθεί το ανάγλυφο της Χερσονήσου του Αίμου και εδώ και δέκα έξι αιώνες αποτελεί μια από τις πλέον βασικές οδικές αρτηρίες της Ευρώπης.

Με τον κάθετο άξονα της Εγνατίας Οδού επιχειρείται η αποκατάσταση του νήματος της ιστορίας σε μια άκρως οικεία και ενδιαφέρουσα για τους κατοίκους περιοχή. Αν και το σημαντικό αυτό έργο οδοποιίας πλήγωσε ένα ανοιχτό προς όλες τις κατευθύνσεις πολεοδομικό – ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης, γιατί λειτουργεί ως φυσικό ανάχωμα στη φυσική φορά ανάπτυξής της προς τη δυτική πλευρά, η προσδοκία και η ελπίδα είναι να μην υπάρξουν άλλες βαθύτερες πληγές στις νέες συνθήκες που μαζί με απειλές, αβεβαιότητες, ανησυχίες φέρνουν ταυτόχρονα νέες ευκαιρίες και προκλήσεις.

Μπορεί η διασυνοριακότητα, που είναι ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της νέας χωροταξίας των ανοιχτών οικονομικών οριζόντων και πολιτισμικών συνόρων, να υπογραμμίζει στην εποχή της παγκοσμιοποίησης την οργανική σχέση του τοπικού με το περιφερειακό και το παγκόσμιο και τη διαρκή αλληλεπίδρασή τους, να προκαλεί κραδασμούς στις παραδοσιακές κοινωνικές και οικονομικές δομές της Νέας Ορεστιάδας, από την άλλη όμως είναι ένας μονόδρομος που απαιτεί τη δική μας σίγουρη και αισιόδοξη περπατησιά και έναν δημιουργικό τρόπο προσέγγισης και αντιμετώπισης. Άλλωστε στο βιωματικό κύτταρο των κατοίκων υπάρχουν πληροφορίες και συσσωρευμένη σοφία αιώνων κίνησης και δράσης μέσα σε ένα ασταθές, δύσκολο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Θα απαιτηθεί ενδεχόμενα χρόνος αλλά υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για το σωστό προσανατολισμό και ασφαλή πλοήγηση στην πιο ρευστή και μεταβατική περίοδο της ιστορίας των κατοίκων, των λαών, των εθνών της περιοχής.

...............................................................................................................................................................................

Είχε δημοσιευτεί στον Βορέα*τεύχος 13) τον Ιούνιο 2006, πριν 20 χρόνια!

 

 

 

Η ΝΕΑ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ ΤΟΥ ΑΚΗ ΤΣΟΝΙΔΗ




 

Ένα χρόνο μετά τα πρώτα της ογδόντα χρόνια, η κυρία Ορεστιάδα εξακολουθεί να είναι… Νέα! Η νεότερη 81χρονη της Ελλάδας… Από το 1923 που γεννήθηκε, όχι από δύο αλλά από χιλιάδες γονείς, η Νέα Ορεστιάδα έχει εξελιχθεί στην πορεία του χρόνου, περνώντας απ’ όλες τις φάσεις μιας σύγχρονης νεοελληνικής πόλης. Όταν ο Ελ. Βενιζέλος παραχωρούσε το Κάραγατς και την Αδριανούπολη, το μικρό αυτό κομμάτι της Δυτικής Θράκης στους γείτονες κάνοντάς την… Ανατολική, οι Αδριανουπολίτες και Καραγατσιανοί παππούδες μας δεν φαντάζονταν τότε ότι ο κάμπος που θα συναντούσαν μπροστά τους και θα έστηναν τα πρώτα τους κιρπιτσένια σπίτια, θα γινόταν κάποτε η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Έβρου, η πρώτη όμως σε ταχύτητες ανάπτυξης και δημιουργίας… Ίσως πάλι και να το είχαν έτσι σχεδιάσει στο πίσω μέρος του μυαλού τους και δεν τολμούσαν να το πουν τότε, μην τους περάσουν και για… φαντασμένους, ποιος ξέρει… Αυτός ο φόβος έκφρασης πάντα, τα συμπλέγματα κατωτερότητας και η έλλειψη θάρρους της γνώμης μας. Νεορεστιαδίτες

Στα 2004 πια, και η Νέα Ορεστιάδα μοιάζει πιο γεμάτη από ποτέ. Γεμάτη απ’ όλα… Μία απ’ όλα και με ολίγη κέτσαπ παρακαλώ… Γιατί χωρίς σάλτσες και αλατοπίπερα, το φαΐ δεν τρώγεται… Έτσι κι η πόλη μας: με τα κύρια συστατικά της, τις σάλτσες της και τ’ αλατοπίπερό της. Μία πολιτεία γεμάτη! Γνωστή στο πανελλήνιο για τα γκατζόλια της –αν τα είδε κανείς να τα φέρει πίσω – τα κουρεμένα σβέρκα - φανταράκια, τα μπιλιαρδάδικα και τα χασίσια… Σήμα κατατεθέν της, η θυσία - και θύμα της, η Ιφιγένεια. Ποτέ δεν κατάλαβα το βαθύτερο σκεπτικό που οδήγησε κάποιους ανθρώπους να σηματοδοτήσουν την πόλη με μια ταλαίπωρη κοπελίτσα της μυθολογίας. Ο Ορέστης ήταν μικρός ακόμα; Ορεστιάδα, η πόλη της Ιφιγένειας… Χμμμ… κι ο Ορέστης ακόμη να λούζεται στα τρία ποτάμια για εξαγνισμό. Τέλος πάντων.

Νέα Ορεστιάδα, τετραγωνισμένη κι επίπεδη πάντα, πολυδιάστατη όμως και με πρωτοφανή κινητικότητα σε όλους τους τομείς τα τελευταία 10-15 χρόνια. Είναι καιρός να διαγραφεί πια από τη σκέψη ορισμένων η μίζερη περιγραφή της στρατούπολης – ναρκωτικούπολης Ορεστιάδας. Η Νέα Ορεστιάδα έχει σήμερα να επιδείξει σημαντικά δημιουργήματα των τέκνων της, στον Πολιτισμό, τον Αθλητισμό, την Παιδεία… – ναι άργησε το Πανεπιστήμιο αλλά ήρθε. Το Αθηνοκεντρικό κράτος μάς έκανε την χάρη, και τώρα του χρωστάμε κάτι κι εμείς; Λες και δεν ήταν υποχρέωση της μαμάς πατρίδας να τονώσει τα σύνορά της με φοιτητιώσα νεολαία χρόνια πριν, όχι μόνο στην Ορεστιάδα, αλλά και στο Τρίγωνο και στο Διδυμότειχο και στο Σουφλί. Οι «τριτοκοσμικοί» και «άξεστοι» γείτονές μας είχαν λιγότερο μυαλό όταν κατέστησαν την Αδριανούπολη πρώτη Πανεπιστημιούπολη της Τουρκίας; Καιρός να γίνουν άλλα – όχι δύο – εκατόν δύο νέα πανεπιστημιακά τμήματα στην περιοχή. Φτάνει πια η Αθηνοσαλονικιώτικη νοοτροπία του υδροκέφαλου κράτους. Ουφ! Να τα πω να μου φύγουν…

Μείναμε όμως στην αποποίηση των όρων: «στρατούπολη – ναρκωτικούπολη Ορεστιάδα».

Η Νέα Ορεστιάδα, σημείο αναφοράς πλέον στους θεατρικούς κύκλους της χώρας, με παραγωγή Πολιτισμού σε όλους τους τομείς: θέατρο, μουσική, χορός, εικαστικά, παράδοση.

Η Νέα Ορεστιάδα, σημείο αναφοράς πλέον στους αθλητικούς κύκλους της χώρας – και όχι μόνο – με την άξια ομάδα βόλεϊ.

Η Νέα Ορεστιάδα θεατρομάνα και βολεϊμάνα. Έτσι! Ευτυχώς που στην πορεία των χρόνων απέκτησε κάποια σημεία αναφοράς. Η αντικειμενική δυσκολία μιας νεοϊδρυθείσας πόλης να βρει ταυτότητα και σημεία αναφοράς, ήρθε κι έδεσε με τα ανήσυχα πνεύματα κάποιων «τρελών» κι «αιρετικών», ανυπότακτων Δονκιχωτών,  που έκαναν την ανθρώπινη δημιουργία σήμα κατατεθέν μια επίπεδης πόλης. Της έδωσαν καμπύλες και την ομόρφυναν. Και το είδαν αυτό και άλλοι, άνθρωποι που γνώριζαν τη Νέα Ορεστιάδα ως την λεξούλα κάτω από την πάνω δεξιά πινέζα στον χάρτη που είχαν στον τοίχο της τάξης τους, κάποτε. Προσωπικότητες που φτάνουν ως εδώ πάνω απλά και μόνο γιατί ξέρουν να εκτιμούν, όταν τους τιμούν.

Νέα Ορεστιάδα, σαν μια κοπέλα που κάποτε είχε μόνο το σταχτί κοντομάνικο φόρεμα να φοράει στις γιορτές, και τώρα… Τώρα Μάνα πια, ήρθαν παιδιά της και της έφτιαξαν και κίτρινο και κόκκινο και μπλε και πράσινο φόρεμα, και μ’ ολόκληρου του σημαδιακού ουράνιου τόξου τα χρώματα δεκάδες φορέματα. Ήρθε η Κινηματογραφική Λέσχη κι έφτιαξε το Θεατρικό Εργαστήρι κάποτε, κι εκείνο μεγάλωσε και στάθηκε γερό στα πόδια του ώστε να περπατάει τώρα περήφανο παρέα με το «Διόνυσο», ήρθε ο Αθλητικός Όμιλος κι έμαθε βόλεϊ στα παιδιά της, ο «Απόλλων» κι έφερε τη μουσική ώσπου ν’ αποκτηθεί και Ωδείο στην πόλη, για πιο πολύ και καλή μουσική… Ήρθε το Λαογραφικό Μουσείο κι έφτιαξε και ενόργανη χορωδία... Και σχολές χορού, ζωγραφικής, κεραμικής, αγιογραφίας, πολιτιστικοί και αθλητικοί σύλλογοι και οι «Οδρύσες» με την επιμονή τους να σπείρουν φυσιολατρεία κι ανθρωπιά στον Νεορεστιαδίτη.

            Ογδόντα ενός χρόνων Μάνα πια, η Νέα Ορεστιάδα πρέπει να νιώθει περήφανη για τα παιδιά της που προσπαθούν, σε πείσμα άλλων – απολωλότων προβάτων, αλλά και όσων θεωρούν τη μεθόριο χαμένο/καμμένο χαρτί. Ίσως γιατί κάποια παιδιά θέλουν να βλέπουν τ’ αδέρφια τους να περπατάνε στους δρόμους σκεφτόμενα – ουχί σκυφτά. Ίσως πάλι γιατί «ο Πολιτισμός δεν έχει σύνορα, αλλά τα σύνορα πρέπει να έχουν Πολιτισμό» όπως ο -φίλος πια- Δημήτρης Ιατρόπουλος επισημαίνει πιμένει… Ίσως εν τέλει γιατί η Νέα Ορεστιάδα, ωραία και μόνη… συνεχίζει πάντα να ψάχνει…

 

 

 

 

 

 

 

 

      Βιογραφικό Σημείωμα

 

 


Ο Άκης Τσονίδης γεννήθηκε στη Νέα Ορεστιάδα Έβρου. Είναι απόφοιτος από την Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης του Β. Ρίτσου «Περίακτος». Εργάστηκε στην Αθήνα ως ηθοποιός μέχρι το 1989 οπότε και επέστρεψε στη γενέτειρα του για να αναλάβει τη νεοσύστατη τότε Θεατρική Ομάδα της Κινηματογραφικής Λέσχης Ν. Ορεστιάδας, που μετέπειτα εξελίχθηκε σε «Θεατρικό Εργαστήρι Ν. Ορεστιάδας». Εργάστηκε στην ΕΡα Ν. Ορεστιάδας για επτά χρόνια κρατώντας καθημερινή σατιρική εκπομπή. Από το 1992 κάνει μαθήματα Θεατρικής Παιδείας σε δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια του Βορείου Έβρου, ενώ μέχρι και σήμερα είναι υπεύθυνος της Θεατρικής Ομάδας του 1ου Γυμνασίου - 1ου Λυκείου Ν. Ορεστιάδας αφιλοκερδώς. Το 1999 ανέλαβε Διευθυντής της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτιστικής Ανάπτυξης Νέας Ορεστιάδας έως και τον Απρίλιο του 2004 οπότε και παραιτήθηκε. Επί θητείας του ως Δ/ντής της Δ.Ε.Π.Α.Ο. δημιουργήθηκαν πολιτιστικοί θεσμοί ευρείας εμβέλειας: Πανελλήνιος Διαγωνισμός Ερασιτεχνικού Θεάτρου, Πανθρακικός Διαγωνισμός Μαθητικού Θεάτρου, Γιορτή Βιβλίου και Τέχνης, Συνάντηση Ντόπιων Δημιουργών, δραστηριότητες που συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Είναι ιδρυτικό μέλος του «Θρακικού Κέντρου Πολιτισμού  - Διόνυσος» το οποίο (στα δύο χρόνια λειτουργίας του) αποτελεί σημείο αναφοράς στα πολιτιστικά πράγματα της περιοχής και στο οποίο προσχώρησε ήδη το Θεατρικό Εργαστήρι Ν. Ορεστιάδας.

.............................................................................................................................................

Είχε δημοσιευτεί στον Βορέα(τεύχος 13) τον Ιούνιο 2006, πριν 20 χρόνια!

 

 

 

 

]]

 

Νέα Ορεστιάδα: χαρτογραφία μιας πόλης στη νεοτερικότητα και το φαντασιακό του μέλλοντός της.

 

Του Γεωργίου Αναγνώστου

Καθηγητή Πολιτιστικών Σπουδών

Πολιτειακού Πανεπιστημίου Οχάιο

Προγράμματος Νεοελληνικών Σπουδών.

 

 

Είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για την Ορεστιάδα έξω από το πλαίσιο της νεοτερικότητας. Ιδρυμένη από τους πρόσφυγες από το Κάραγατς και την Αδριανούπολη η πόλη οφείλει κυριολεκτικά την ύπαρξή της σε γεωπολιτικές ανακατατάξεις συνδεδεμένες με τη νεοτερική μορφή πολιτικής συγκρότησης του έθνους-κράτους. Τα δόκανα της ιστορίας που εξανάγκασαν τόσες δημογραφικές ανακατανομές στην περιοχή δεν χαρίστηκαν τους Έλληνες αλλά και Αρμένιους, Εβραίους και άλλους κατοίκους της πολυεθνικής Αδριανούπολης. Το 1922, με την ανακωχή των Μουδανιών, παραχωρείται αρχικά η Αδριανούπολη στην Τουρκία μόνο για να ακολουθήσει την ίδια τύχη η περιοχή του Κάραγατς ένα χρόνο αργότερα, με την συνθήκη της Λοζάνης. Η επακόλουθη μαζική εκτόπιση των προαναφερόμενων πληθυσμών στην τότε περιοχή του Κουμ-τσιφλίκ, 17 χιλιόμετρα νότια του Κάραγατς, σημαδεύει την ίδρυση της σημερινής Νέας Ορεστιάδας.

Η πόλη λοιπόν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμπειρία του ξεριζωμού, της προσφυγιάς και της παγίωσης συνόρων μέσα από διεθνείς συνθήκες. Παίρνει οντότητα σε μια από τις τελευταίες πράξεις ενός ιστορικού δράματος, του περάσματος από την αυτοκρατορία στο έθνος- κράτος. Το επίθετο «Νέα» αντικατοπτρίζει συμβολικά το ποιόν την πηγή αυτής της μεταβολής, εγγράφοντας την πόλη στην ευρύτερη διεσπαρμένη γεωγραφία προσφυγικών κοινοτήτων. Από αυτήν τη σκοπιά η Ορεστιάδα είναι Νέα, όπως η Νέα Σμύρνη, η Νέα Ιωνία και η Νέα Φιλαδέλφεια.

Η πιο ορατή στην αίσθηση νεοτερική ιδιότητα της πόλης είναι η πολεοδομία της. Ο συμμετρικός της σχεδιασμός οργανωμένος γύρω από οριζόντιους και κάθετους άξονες παράγει έναν συμμετρικά δομημένο χώρο, ανακοινώνοντας την επικράτηση της ορθολογιστικής τακτοποίησης του φυσικού τοπίου. Αν η Ορεστιάδα δεν έχει ελικοειδή καλντερίμια, φιδωτά περάσματα, πολεοδομικά παιχνίδια όπου το γραμμικό και το καμπύλο συνωμοτούν στο να παραγάγουν την χωροταξική έκπληξη, είναι επειδή η πόλη είναι εγγεγραμμένη στη λογική της νεοτερικότητας: η λειτουργικότητα του σχεδιασμού της κάνει την πιθανότητα του να κάνει ένας επίσκεψη στην πόλη σχεδόν αδιανόητη.

Η νεοτερική ταυτότητα της πόλης παγιώνεται στην αρχιτεκτονική του τοπίου της, όταν η πολυκατοικία εισάγεται στις αρχές του 1970 και επικρατεί μετέπειτα ως κοινός τόπος του περιβάλλοντός της. Εδώ διαφαίνεται και ένα παράδοξο. Η πολυκατοικία, ως εικόνα της Ελληνικής νεοτερικότητας τονίζει την ιδιαιτερότητα της πόλης, διαφοροποιώντας την ακόμη πιο έντονα από τον αγροτικό περίγυρό της. Ταυτόχρονα όμως με αυτόν τον τρόπο η πόλη συμμετέχει σε μια εθνική τάση, αυτήν που εξυμνεί την πολυκατοικία σε κυρίαρχη αισθητική, ομογενοποιώντας με αυτόν τον τρόπο το μεταπολεμικό Ελληνικό αστικό τοπίο. Αλλά η εισχώρηση της πόλης στη νεοτερικότητα έλαβε χώρα σταδιακά και όχι αυτόματα, γεγονός που μας το υπενθυμίζουν οι περιβόητες λάσπες που την έπνιγαν και που ακόμα παραμένουν στην σχετικά πρόσφατη μνήμη των παλαιών κατοίκων.

Η νεοτερικότητα συνειδητά επενδύει στο παρελθόν και ιδιαίτερα στην αρχαιότητα: δημιουργεί μουσεία, διαφυλάσσει μνημεία, συγκροτεί συλλόγους  πολιτιστικούς  διατήρησης και συντήρησης, χρηματοδοτεί αρχαιολογικές ανασκαφές, ανασύρει στη μνήμη ακυρωμένες ονομασίες. Αυτή η πολιτική της μνήμης προσεγγίζει το παρελθόν σαν πηγή ταυτότητας και ορόσημο πολιτιστικής συνέχειας. Η Ορεστιάδα δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Οι μυθολογικές επεξηγήσεις της ονομασίας της την φέρουν σαν δημιουργία του Ορέστη, ο οποίος ακολουθώντας το μαντείο λούστηκε στη συμβολή των ποταμών Άρδα, Έβρου και Τούντζα για να εξιλεωθεί από το αμάρτημα της μητροκτονίας. Μια άλλη εκδοχή, η οποία επίσης πυροδοτεί την φαντασιακή ένταξη της πόλης στην αρχαιότητα φέρει την περιοχή σαν κατοικία των Ορεστιάδων νυμφών. Η πολίχνη μετέπειτα μετονομάστηκε σε Ουσκουδάμα, και μετά Αδριανούπολη, μέχρι που οι Ελληνικές αρχές ονόμασαν Ορεστιάδα το Κάραγατς, προάστιο της Αδριανούπολης το 1920. είναι αυτή η Παλιά Ορεστιάδα –πόλη εγγεγραμμένη στο χρόνο με αλλεπάλληλους επαναπροσδιορισμούς- σε σχέση με την οποία η Νέα Ορεστιάδα αποκτά την ταυτότητά της. Ο νέος οικισμός υπάρχει σε σχέση με κάτι που χάθηκε στην πολιτική γεωγραφία αλλά συμβολικά αναστήθηκε από την αρχαιολατρία του νεοτερικού και την πολιτική της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Να και η πρώτη ιστορική ερμηνεία όσον αφορά τη Νέα Ορεστιάδα: η πόλη ορίζεται από μια ταυτόχρονη παρουσία και απουσία. Ντυμένη στην αίγλη ενός μεγαλοπρεπούς αρχαίου ονόματος, έρχεται κατά πρόσωπο μόνο με την παντελή απουσία αρχαίων ερειπίων στον ιστό της. Δεν υπάρχει έστω ένα αρχαιολογικό μουσείο που να προσδίδει μια υλική οντότητα στον συμβολισμό του ονόματός της.

Αντίθετα, άλλα στοιχεία της κοινωνίας όπως ο παραδοσιακός πολιτισμός, ιδιαίτερα ο συνυφασμένος με την γεωργική οικονομία, αλλά και η αστική θρησκευτική διάσταση της ιστορίας της πόλης αναδεικνύονται μουσειακά. Μια επίσκεψη στο τοπικό λαογραφικό μουσείο θα οδηγήσει τον επισκέπτη σε ένα παρελθόν διεσπαρμένο ε παραδοσιακά σκεύη, ενδυμασίες, κοσμήματα, κεντήματα, εργαλεία, έπιπλα και εκκλησιαστικά κειμήλια. Και μια επίσκεψη στους εθνικούς εορτασμούς της πόλης, τα Ορέστεια, θα υπογραμμίσει τη συνεχιζόμενη σημασία του τοπικού χορού και τραγουδιού στη λαϊκή έκφραση.

Στη νεοτερικότητα το τοπικό εγγράφεται στο εθνικό και συνδέεται οργανικά μαζί του. Χρήσιμη θα ήταν σε αυτό το σημείο η χαρτογράφηση όλων εκείνων των τοπικών δεσμών και πρακτικών που αναδεικνύουν την πόλη πέρα από τα όρια της. Εδώ θα περιοριστώ να αναφέρω την ομάδα βόλεϊ και το Θεατρικό Εργαστήρι, προϊόντα επίπονης και επίμονης εργασίας, που έρχονται αβίαστα στο νου ως παραδείγματα. Οι επιτυχίες τους οικειοποιούν τον Ελληνικό κοινό με την Ορεστιάδα, προβάλλοντας στο εθνικό φαντασιακό μια θετική πρόσληψή της. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργούν σαν σημασιολογικό αντίβαρο, παραμερίζοντας αρνητικές προσλήψεις της περιοχής όπως η ρετσινιά «γκατζολία», προϊόν φανταρικών ανεκδοτολογικών χαρακτηρισμών.

Εδώ θα ήθελα να σταθώ για λίγο σε έναν λειτουργικό ιστό που ιστορικά συνέδεε την πόλη με την υπόλοιπη χώρα αλλά και το εξωτερικό. Αναφέρομαι στον σιδηρόδρομο που την εποχή της δόξας του –πριν την ευρεία διάδοση των οδικών μέσων μεταφοράς- λειτουργούσε σαν αφετηρία και νευραλγική αρτηρία. Αφετηρία γιατί από τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης αναχωρούσαν γενιές φτωχών μεταναστών με τελική κατεύθυνση την Δυτική Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία. Η περίφημη αμαξοστοιχία ΕΒΡΟΣ 603 ήταν ο διάδρομος μετατροπής αγροτών σε εργάτες σε δυτικά εργοστάσια και εστιατόρια. Ο παλιός σταθμός, τώρα εγκαταλελειμμένος, ήταν μάρτυρας αυτών των μαζικών μεταναστευτικών εξόδων, μια υπενθύμιση πως οι τοπικές κοινωνίες δεν είναι ποτέ αποκομμένες από διεθνείς εξελίξεις και οικονομικά κέντρα.

Για μια εποχή και σε μια μικρότερη κλίμακα η εν λόγω αμαξοστοιχία έχαιρε επίσης προτιμήσεως και από επαγγελματίες, φοιτητές και στρατιώτες. Ποιός από τη γενιά μου δεν θυμάται τον Έβρο το 1970 με τον επιβλητικό κεντρικό του προβολέα να τον μετατρέπει σε έναν ατσαλένιο κύκλωπα ο οποίος ασθμαίνοντας για με βρυχηθμούς μετέφερε το ανθρώπινο φορτίο του στο αλλού… Αφετηρία ελπίδων για πολλούς, φυγής για άλλους, τούνελ πραγμάτωσης τρελών φοιτητικών ερώτων για τους τυχερούς, αναγκαστικού ταξιδιού για πολλούς, εκδρομής για παρέες, επιστροφής για φαντάρους.

Αν μου επιτρέπετε μια σύντομη αυτοβιογραφική αναφορά, απολάμβανα θυμάμαι την αναχώρηση του βραδινού ΕΒΡΟΥ μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία. Παρακολουθώντας τον μέσω του πευκώνα –που φυτεύτηκε από τους Γάλλους σχεδιαστές σαν ένας τρόπος ηχομονωτικής προστασίας της πόλης από τις διερχόμενης αμαξοστοιχίες (τι υπέροχη κοινωνική ευαισθησία!)- αισθανόμουν ότι συμμετείχα σε μια συμβολική τελετουργία. Για να εκτιμήσει πλήρως κανείς αυτήν την εμπειρία θα πρέπει να γνωρίζει ότι οι σιδηροδρομικές γραμμές είναι χαραγμένες στην ανατολική άκρης της πόλης, και την διαχωρίζουν από τον παρακείμενο αγροτικό κάμπο. Έτσι λοιπόν που η αμαξοστοιχία διέσχιζε τα αστικά όρια της πόλης ήταν σαν υπογράμμιζε με τον όγκο της αυτά τα σύνορα, αυτόν τον συμβολικό διαχωρισμό μεταξύ του φυσικού και του αστικού τοπίου. Την ίδια στιγμή τα προκείμενα πεύκα διέσπαζαν τη συνέχεια της αμαξοστοιχίας. Λειτουργούσαν σαν διαχωριστικές οριζόντιες λωρίδες θρυμματίζοντας τη συνέχειά της με αποτέλεσμα μια αισθητική πανδαισία και εφηβική συνειδητοποίηση. Για κλάσματα του δευτερολέπτου αυτή η εμπειρία φωτογράφιζε την ασυνέχεια στη συνέχεια. Στη θέα της κινούμενης οντότητας  αλλά και διακοπτόμενης αμαξοστοιχίας αιχμαλώτιζα την ασυνέχεια σαν αναπόσπαστο μέρος της συνέχειας. Την ήθελα σαν κινηματογραφική την εικόνα αυτή, κάτι που να αντιπαραθέτει το πραγματικό με το φανταστικό, το υλικό με το άϋλο, το συγκεκριμένο με το αφηρημένο. Ο ΕΒΡΟΣ παρουσιαζόταν σαν χειροπιαστή δυνατότητα να εμπλακεί κανείς σε αυτήν την τροχιά του κινούμενου και του σταθερού. Κάποιο βράδυ του 1975 με ευθυγράμμισε και μένα προσωπικά ο Ορεστιαδίτικος σιδηρόδρομος σε αυτήν την ακατάπαυστη τροχιά.

Βέβαια η ένταξη του τοπικού στο εθνικό δημιουργείται και στο συμβολικό επίπεδο, μέσω κυρίαρχων αναπαραστάσεων που έχουν την ικανότητα να διαμορφώνουν την κοινωνική συνείδηση. Οι «μεγάλες» νεοτερικές αφηγήσεις της εθνικό-θρησκευτικής ταυτότητας και του πατριωτισμού εντάσσουν την πόλη στο έθνος. Ιδιαίτερα αυτήν την πόλη λόγω της νευραλγικής και ευαίσθητης γεωπολιτικής θέσης ως μεθοριακής αμυντικής ζώνης. Η υπόκλιση της πόλης σε αυτού του είδους το λόγο είναι ορατή στα δημόσια μνημεία τα οποία τιμούν πολεμιστές εθνικών αγώνων και εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες. Απούσα βέβαια δεν είναι και η μνημειακή παρουσία του ξεριζωμού και της προσφυγικής ταυτότητας, όπως στην ανάγλυφη σύνθεση του Βασίλη Κυριακίδη «Σ’ αυτούς που έστησαν αυτήν την πόλη». Τιμώντας αυτή τη διάσταση, το λεύκωμα «Η Ορεστιάδα μας», προϊόν συλλεκτικού κόπου και μόχθου του Τάκη Χρ. Τσονίδη, ανοίγει με τους εξής στίχους του θείου μου Σωκράτη Αντωνιάδη:

Στα σύνορα καμαρωτή

φαντάζει πόλη διαλεγμένη

Αφού κατόρθωσες φτωχή

Να ριζώσεις ξεριζωμένη.

 

 

Αλλά θα έλεγε κανείς ότι η Ορεστιάδα γενικά ευτύχησε να αναπαρασταθεί μέσω εναλλακτικών αφηγήσεων που ενδιαφέρθηκαν να καταγράψουν και να αναλύσουν το μερικό και όχι το όλο, το παραμελημένο και όχι το επικρατέστερο, το διαφορετικό και όχι το μνημειακά αποδεκτό, το απόκεντρο και όχι το κεντρικό, το εκκεντρικό και όχι το κανονικό, το στιγματισμένο και όχι το επίσημο. Η πόλη δεν έχει συναντήσει τον μυθιστοριογράφο της, τον ποιητή της και τον καλλιτέχνη της που θα την εκτόξευαν στο χώρο της μυθοπλασίας της παραπάνω πολιτιστικής γεωγραφίας.

Ερχόμενος αντιμέτωπος με αυτήν την έλλειψη, συχνά πλαισίωνα την πόλη με το ερώτημα, «τι και αν άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων συστηματικά προσέγγιζαν και την Ορεστιάδα σαν αντικείμενο αφήγησης…». Τι εικόνες της πόλης παραδείγματος χάριν θα αποθανάτιζε ο φωτογράφος Σπύρος Μελετζής να αποφάσιζε να συμπεριλάβει και την Ορεστιάδα στην φωτογραφική του περιοδεία στο νομό Έβρου… Θα τον έλκυε η λαϊκή αγορά, ή κάτι άλλο, και ποιο … Θα του έλκυε το ενδιαφέρον η οδός Αποστολάκη με τα «καταστήματα νεωτερισμών» που με αυτήν την ονομασία τους κατέθεταν μια ακόμη υπογραφή στην απογραφή των νεοτερικών στοιχείων της πόλης…

Και πιο πρόσφατα, τι θα συνέβαινε αν ο Θανάσης Παπαθανασίου, σαν σεναριογράφος της ταινίας Safe sex, έριχνε το σατιρικό του βλέμμα στην πόλη που πλαισίωσε την παιδική του ηλικία… ποιο ρόλο άραγε έπαιξε η πόλη στη διαμόρφωση του Θανάση συγγραφέα… Και τι θα μας διηγούνταν ο ίδιος, προς τα πού θα έστρεψε τα καυστικά βέλη του, τι θα ανέσυρε από την αφηγηματική φαρέτρα του αν αποφάσιζε να γράψει για την γενέτειρά του… Τί πάλι κι αν ο Μισέλ Φάϊς, στον οποίο η Κομοτηνή χρωστάει μια συναρπαστική μυθιστορηματική ανάπλαση της πολυσχιδούς ιστορίας της, περιελάμβανε στα ενδιαφέροντά του και την Ορεστιάδα… Τι υπόγειες ιστορικές διαδρομές θα ανακάλυπτε και τι είδους καθρέφτες θα τοποθετούσε στα πεδία της όρασής μας… Τι κι αν επίσης οι εκατοντάδες χιλιάδες φαντάροι που έχουν υπηρετήσει στην  πόλη, και πιο πρόσφατα οι φοιτητές, περιέγραφαν τον τρόπο με τον οποίο την βίωσαν…

Γιατί στέκομαι και επιμένω σε αυτά τα υποθετικά σενάρια… Επειδή είναι πλέον κοινός τόπος ότι η Ορεστιάδα μπαίνει ραγδαία σε μια καινούργια εποχή όπου το τοπικό, το περιφερειακό, το διεθνικό –και επομένως το κοσμοπολίτικο- υπόσχονται πρωτοφανείς και πρωτογενείς συνδυασμούς στην περιοχή. Αυτόν τον υπό διαμόρφωση πρωτόγνωρο οικονομικό, πολιτιστικό και πολιτικό τοπίο γενικά παραμένει αχαρτογράφητο και σε κάποιο μη προβλέψιμο, μια και εξαρτάται από πολλαπλές συγκρίσεις. Επιμένω να εντοπίζω την σπανιότητα των αφηγήσεων για την πόλη επειδή η απάντηση στην ερώτηση το πώς θα φανταστούμε το μέλλον της θα εξαρτηθεί κατά ένα βαθμό από το είδος του λόγου που είμαστε σε θέση να αρθρώσουμε για το θέμα. Η παραγωγή δημιουργικών αφηγήσεων από το ανθρώπινο κεφάλαιό της είναι αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας του επαναπροσδιορισμού της Ορεστιάδας στις νέες συνθήκες. Το θέατρο, η ποίηση, το μυθιστόρημα, το ντοκιμαντέρ, η έρευνα, η διεθνολογική ακαδημία, το χρονογράφημα, η εθνογραφία και η δημοσιογραφία… Αν δεν συμβάλλουν οι φορείς τους στην παραγωγή μιας συμβολικής χαρτογραφίας που να βοηθάει να φανταστούμε και επομένως να υλοποιήσουμε με κάποιο όραμα και πολιτική την μελλοντική πόλη, τότε ποιος … οι τεχνοκράτες και οι καριερίστες ….

Όπως οι εθνογράφοι ξέρουν πολύ καλά, κάποια καθημερινά σχόλια που εντοπίζουν καινούργιες συνήθειες και επιθυμίες προσφέρονται σαν ένας αρχικός μίτος ώστε να αρχίσουμε να ανιχνεύουμε –ψηλαφίζουμε ακριβέστερα- αυτήν την πολύπλοκη νέα γεωπολιτική και κοινωνική γεωγραφία. Ακούει κανείς, παραδείγματος χάριν, κατοίκους να εκφράζουν την επιθυμία να πιούν καφέ στην Οδησσό, ή να οδηγήσουν στη Σοφία για πρωινό και στο Βουκουρέστι για βραδινό. Όσοι μάλιστα έχουν την οικονομική δυνατότητα, το κάνουν. Επίσης, γάμοι και έρωτες με ανθρώπους από γειτονικές χώρες είναι πλέον γεγονός και θέμα συζήτησης. Πρόσθετα, σκέψεις για την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής με βάση την ιδιότητά της ως τριεθνούς εμφανίζονται με ιδιαίτερη συχνότητα. Μια νέα γεωγραφία γεννιέται λοιπόν στις συνειδήσεις των κατοίκων, δίνοντας μια νέα έκφραση στην ιστορική λειτουργία της περιοχής σαν σταυροδρόμι πολιτισμών. Αυτή η πραγματικότητα που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας υπόσχεται συναρπαστικές προοπτικές ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει τεράστιες οικονομικές και πολιτιστικές προκλήσεις.

Δεν θα μπω εδώ στο παιχνίδι των προβλέψεων και των συμβουλών το πώς η πόλη πρέπει να τοποθετηθεί απέναντι σε εθνικά και Ευρωπαϊκά κέντρα, να παζαρεύει επενδύσεις, να αναπτύσσει πρωτοβουλίες, να τονώσει την δημιουργική πολιτιστική παραγωγή, και να μετατραπεί επιτέλους από μια παραμελημένη περιφέρεια σε ένα διεθνικό κέντρο. Θέλω μόνο να κάνω την εξής επισήμανση: ο τόπος εισέρχεται σε αυτήν την μετανεοτερική εποχή της σύμμειξης και διαπολιτιστικής συνύπαρξης με τις συντεταγμένες ενός νεοτερικού παρελθόντος ακόμα βαθιά χαραγμένου στη συλλογική συνείδηση. Για ιστορικούς λόγους οι «μεγάλες» αφηγήσεις για τη γνώση μας της πόλης απόλαυσαν την προνομιακή μερίδα του λέοντος, παραμερίζοντας εναλλακτικές αναπαραστάσεις του είδους που προανέφερα. Έτσι το ομοιογενές, το αυτόχθονο, το κυρίαρχο και το οικείο παρουσιάζονται παγιωμένα σε μια εποχή στην οποία η ιστορία γυρίζει σελίδα και μας καλεί να συνδιαλλεχθούμε με το ετερογενές, το ιστορικά περιφρονημένο και το αντίπαλο, τον κάτοχο του χαμένου τόπου, το «ξένο» και το διεθνικό.

Εκεί που καταλήγω είναι το εξής: είναι ευδιάκριτη στην περιοχή η φαντασίωση (με την ψυχαναλυτική έννοια), και για πολλούς η αναγκαιότητα, να επαναπροσδιοριστεί ριζικά ο τόπος από περιφέρεια σε σχέση με τα Ελλαδικά αστικά κέντρα, σε σημαντικό διεθνικό κέντρο. Πρόσθετα με τις οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις που θέτει αυτή η επιθυμία και αναγκαιότητα, εμφανίζεται και το θέμα του πολιτιστικού και κοινωνικού προσανατολισμού της πόλης σε σχέση με τη νέα πραγματικότητα. Αυτό είναι και ένα από τα μεγάλα στοιχήματα που καλείται να συμμετάσχει η Ορεστιάδα σχεδόν έναν αιώνα μετά την ίδρυσή της: να φανταστεί τον εαυτό της στο μέλλον και να τον ορίσει σε σχέση με την ιστορική μετάβασή της από τη νεοτερικότητα στη μετα-νεοτερικότητα. Σε αυτόν τον αγώνα κρίσιμη θα είναι η παραγωγή δημιουργικών αφηγήσεων και η πάλη για την πολιτική υλοποίησή τους. Το πεδίο είναι διαθέσιμο σε πολιτικούς, διανοούμενους, ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες, και ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων γενικότερα για τον συναγωνισμό στη συμβολή (και συμβουλή) του νέου προσδιορισμού της Νέας Ορεστιάδας.

..........................................................................................................................................................

Είχε δημοσιευτεί στον Βορέα(τεύχος 13) τον Ιούνιο 2006, πριν 20 χρόνια!