Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΑ 2026 ΣΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ!


 


Υποψήφια καλύτερη ταινία μικρού μήκους στο Φεστιβάλ Γέφυρες η νέα ταινία του Ορεστιαδίτη σκηνοθέτη Χρήστου Γκαϊντατζή!



                                     Στο Φεστιβάλ Γέφυρες - Λουτράκι 2026
Ο σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας Χρήστος Γκαϊντατζής


Ο αγώνας των καπνεργατών εμπνέει τον ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο που γράφει τον «Επιτάφιο» ο οποίος ενσωματώνει την παράδοση του δεκαπεντασύλλαβου, του κρητικού θεάτρου, της Ερωφίλης του Ερωτόκριτου και του Σολωμού


 

Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. μια μάνα, καταμεσής του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της, βουΐζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών –των απεργών καπνεργατών.


 

ΑΠΕΡΓΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΠΝΕΡΓΑΤΩΝ

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

 

Στις 29 Απριλίου 1936 οι καπνεργάτες ξεκινούν στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις καπνοπαραγωγικών περιοχών τον απεργιακό τους αγώνα. Η «Πανελλήνια Καπνεργατική Ομοσπονδία» έχει καλέσει τα μέλη της σε απεργία με αίτημα την αύξηση του ημερομισθίου από τις 75 στις 120 έως 135 δραχμές.


 

 

 


 

 


 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

Γιάννη Ρίτσου

 

1.      Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου,

καρδούλα της καρδιάς μου,

πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Που πέταξε τ’ αγόρι μου; που πήγε; πού μ’ αφήνει;

Χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νερό η κρήνη.

Πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω

και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

Που πέταξε τ’ αγόρι μου; που πήγε; που μ’ αφήνει;

Χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νερό η κρήνη.

 

2.      Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα

τις νύχτες τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι σου ξαγρυπνούσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,

-καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,

Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη

πρωινού ουρανού, και πάσχιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν

λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν

 

3.      Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια

τόσο όσο μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.

Και μου ’λεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θα ’ναι δικά μας,

και τώρα εσβήστης κι έσβησε το φέγγος κι η φωτιά μας.

 

4.      Βασίλεψες, αστέρι, βασίλεψε όλη η πλάση,

κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει

κ’ εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει.

Την άχνα απ’ την ανάσα σου νιώθω στο μαγουλό μου

αχ, κι ένα φως, μεγάλο φως, στο βάθος πλέει του δρόμου.

Τα μάτια μου σκουπίζει τα μια φωτεινή παλάμη,

αχ, κ’ η λαλιά σου, γιόκα μου, στο σπλάχνο μου έχει δράμει.

Και να που ανασηκώθηκα ο πόδι στέκει ακόμα

Φως ιλαρό, λεβέντη μου, μ’ ανέβασε απ’ το χώμα.

Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,

και γω τραβάω στ’ αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.

 

5.      Είσουν καλός κ’ είσουν γλυκός, κι είχες τις χάρες όλες,

όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες.

Το πόδι ελαφροπάτητο σαν τρυφερούλι ελάφι,

πάταγε το κατώφλι μας κ’ έλαμπε σα χρυσάφι.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,

τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα που θα κρατηθώ, που θα σταθώ, που θα ’μπω,

που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

 

6.      Στο παραθύρι στέκοσουν κ’ οι δυνατές σου οι πλάτες

φράζαν ακέρια την μπασιά, τη θάλασσα, τις τράτες.

Κι ίσκιος σου σαν αρχάγγελος πλημμύριζε το σπίτι

και κει στ’ αυτί σου σπίθιζε η γαζία του αποσπερίτη.

Κ’ είταν το παραθύρι μας η θύρα όλου του κόσμου

κ’ έβγαζε στον παράδεισο που τα’ άστρα ανθίζαν, φως μου.

Κι ως στεκόσουν και κοίταζες το λιόγερμα ν’ ανάβει,

σαν τιμονιέρης φάνταζες κ’ η κάμαρα καράβι.

Και μες στο χλιο και γαλανό το απόβραδο –έγια –λέσα-

μ’ αρμένιζες στη σιγαλιά του γαλαξία μέσα.

Και το καράβι βούλιαξε κι έσπασε το τιμόνι

και στου πελάγου το βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

 

 

7.      Νάχα τ’ αθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νάχα,

ωα σου ’δινα, να ξύπναγες για μια στιγμή μονάχα.

Να δεις, να πεις, να το χαρείς ακέριο τα’ όνειρό σου

να στέκεται ολοζώντανο κοντά σου, στο πλευρό σου.

Βροντάνε στράτες κι αγορές, μπαλκόνια και σοκάκια

και σου μαδάνε οι κορασιές λουλούδια στα μαλλάκια.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,

όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.

 

8.      Γιε μου, ποια Μοίρα στο ’γραφε και ποια μου το ’χε γράψει

τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;

Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι

Γιέ μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.

 

 

Μάνος Χατζιδάκις: «Υπόδειγμα λαϊκού τραγουδιού ο Επιτάφιος του Θεοδωράκη»

 

«Με το Θεοδωράκη, γνωριζόμαστε από παιδιά. Μαζί ακούγαμε τα πρώτα λαϊκά μοτίβα, μαζί ενθουσιαστήκαμε, μαζί απογοητευτήκαμε. Παρ’ όλους όμως τους διαφορετικούς δρόμους που πήραμε, μπορεί ο ένας να συγκινεί τον άλλον. Η σειρά των λαϊκών τραγουδιών που εκδόθηκε τώρα του Θεοδωράκη είναι υπόδειγμα λαϊκού τραγουδιού με την πλατύτερη έννοια. Οι δυο εκδόσεις του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ διαφέρουν. Η μια με τη Νάνα Μούσχουρη έχει λυρικό χαρακτήρα χωρίς να χάνει τη λαϊκότητά της. Η άλλη έχει λαϊκή μουσική, μεταχειρίζεται βασικά τα μπουζούκια και τραγουδάει ο Μπιθικώτσης. Το θαυμάσιο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ, γνωστό σε όλους, έγινε μια σειρά τραγούδια που δείχνουν ότι ο συνθέτης ξέρει να δώσει περισσότερα απ’ όσα ένα τραγούδι. Εγώ αυτό το «περισσότερα» είδα και αυτό θέλησα να δώσω με την εκτέλεση από τη Νάνα Μούσχουρη. Για πρώτη φορά έχουμε συνθέτη που βασίζεται απόλυτα στη λαϊκή μουσική. Με πολύ απλές μελωδίες καταφέρνει να ολοκληρώσει το τεράστιο θέμα του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ. Κάτω από τη μελωδία υπάρχει το υπέροχο ποίημα του Ρίτσου, που τη σημασία του δεν μπορεί να τη συλλάβει κανένας έξω απ’ τον τόπο αυτό. Ο Θεοδωράκης μας έδωσε επίσης τη θαυμάσια «Μυρτιά», τη «Δραπετσώνα» και το «Μάνα μου και Παναγιά» σε στίχους Λειβαδίτη. Εύχομαι αν συνεχίσει να είναι πάντα το ίδιο ζωντανός και αληθινός όπως ως τώρα».

 

 

Μίκης Θεοδωράκης: «Μεγάλη η δόξα για έναν ποιητή να τραγουδιέται από το λαό»

 

Τα τραγούδια του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ και ιδιαίτερα η ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση με συνοδεία ορχήστρας μπουζουκιών προκάλεσαν πολλές συζητήσεις. Τα προβλήματα του λαϊκού, του ρεμπέτικου τραγουδιού αντιμετωπίστηκαν πολύμορφα και σε διαφορετικά επίπεδα. Όσο κι αν από τη συζήτηση έλειψε μερικές φορές η ψυχραιμία, ωστόσο έμεινε τούτο το κέρδος: ένα τμήμα του λαϊκού μας πολιτισμού αποτέλεσε το αντικείμενο μιας πρώτης ουσιαστικής μελέτης. Συνεντεύξεις, επιστολές, απόψεις, διάλογοι δημοσιεύτηκαν σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες (Αυγή, Ανεξάρτητος Τύπος, Δρόμοι της Ειρήνης, Το Πρώτο, Επιθεώρηση Τέχνης, κ.ά.).

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ που διηύθυνα εγώ με εκτελεστές τον Μπιθικώτση, τον Χιώτη και τα λαϊκά όργανα, δέχθηκε συγκεντρωμένα πυρά. Βέβαια, τα διάφορα κείμενα που χτυπούσαν την έκδοση αυτή του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ παρουσιάζουν πολλές διαφορές μεταξύ τους, τόσο στο ύφος καις τα επιχειρήματα που αναπτύσσουν, όσο και στις διαφαινόμενες προθέσεις εκείνων που τα έγραψαν. Ορισμένα από τα κείμενα αυτά προσπαθούν έμμεσα να με «μειώσουν» και με αντιπαραθέτουν στον Μάνο Χατζιδάκι, φίλο μου αγαπημένο που εκτιμώ και θαυμάζω.

… Έρχομαι τώρα στα μπουζούκια. Πρόκειται για ένα πολύπλοκο, πολυσύνθετο και δύσκολο πρόβλημα. Δύσκολο γιατί είναι και καλλιτεχνικό-μουσικό αλλά και κοινωνικό. Εγώ ο ίδιος έχω πάρει απέναντί του κατά καιρούς στάσεις διαμετρικά αντίθετες. Υπήρξα εχθρός τους. Υπήρξα φίλος τους. Προσπάθησα να τα εξηγήσω, να τα δικαιολογήσω, συγκεκριμένα σε τρία άρθρα στη Νέα Εποχή (νομίζω στα 1950-51). Ενώ αργότερα απέρριψα την επιρροή τους (Ελληνική Μουσική έτος μηδέν, Κριτική 1958). Αυτό σημαίνει αφ’ ενός μεν ότι το θέμα τούτο με καίει, με βασανίζει, αφ’ ετέρου δε ότι δεν έχω καταλήξει σε οριστικό συμπέρασμα. Είναι πιθανόν αύριο, κάτω από νέα δεδομένα να τα αποκηρύξω με τον ίδιο φανατισμό με τον οποίο σήμερα τα στηρίζω. Δεν ντρέπομαι καθόλου που ομολογώ όλες αυτές τις αντινομίες, τις αντιφάσεις, γιατί ξέρω ότι κάθε στιγμή προσπαθώ με σκέψη τολμηρή, τίμια και απαλλαγμένη από κόμπλεξ, προκαταλήψεις και δογματισμούς να προχωρήσω στην ουσία των πραγμάτων. Αυτό βέβαια δε σημαίνει καθόλου ότι έχω πάντοτε δίκιο. Κάθε άλλο. Αλλά, ας μου συγχωρεθεί η σιγουριά μου, νομίζω ότι βρίσκω τη στάση μου αυτή πιο σεμνή, πιο πηγαία, πιο ανθρώπινη από μια γνωστή στάση που με μια μονοκοντυλιά –δίχως ενδοιασμούς και προβληματισμούς- διέγραψε μια για πάντα και από κάθε άποψη ένα μουσικό είδος, ένα μουσικό σύμπαν, που είτε το θέλουμε είτε όχι έχει μια ζωή, υπήρξε, υπάρχει, στο παρελθόν, στο παρόν και πιθανώς στο μέλλον.

Και διατυπώνω μιαν ερώτηση σαφή, στην οποία θα ’πρεπε μα δοθεί μια εξίσου σαφής απάντηση: Οι επικριτές των μπουζουκιών δεν παραδέχονται καμιάν απολύτως από τις 10-20 γνωστότερες λαϊκές μελωδίες; Κι αν όχι, για ποιον λόγο; Και για να περιορίσουμε και διασαφηνίσουμε τον κύκλο: Πιστεύουν ή όχι ότι οι έξι λαϊκές μελωδίες που πήρε ο Χατζιδάκις κι έκανε τις έξι λαϊκές ζωγραφιές είναι ή όχι μελωδικά αριστουργήματα;

…Λέμε ότι δεν κάνει το ράσο τον παπά. Το ίδιο και το μπουζούκι δεν κάνει a priori τον ρεμπέτη. Όπως σε όλα τα έργα τέχνης, η ποιότητα του ίδιου του έργου, του περιεχομένου, είναι το μόνο αξιόλογο και σοβαρό κριτήριο. Μπορεί να ’ναι Συμφωνία, Κοντσέρτο ή Σονάτα και να μην υπάρχει ίχνος έμπνευσης μουσικής. Και μπορεί να ’ναι Συρτός, Μπάλος ή Ζεϊμπέκικο και να ’ναι γεμάτο μουσική, γεμάτο έμπνευση. Αν βάζαμε όλα τα πρώτα σε μια κατηγορία και όλα τα δεύτερα σε μιαν άλλη, υποδεέστερη, τότε θα κάναμε μουσικό ρατσισμό!

Όντας φανατικός αντιρατσιστής και έχοντας συνειδητοποιήσει από πού προέρχεται ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ οδηγήθηκα υπεύθυνα και σοβαρά στο λαϊκό περίβλημα και συνοδεία, δηλαδή στο μπουζούκι. Αυτό αν θέλετε υπήρξε και μια ανάγκη αλλά και ένα πείραμα. Δηλαδή είναι ακόμη ένα πρόβλημα, που νομίζω ότι θα βρει την απάντησή του με τον καιρό. Η σκέψη μου είναι η εξής: Μπορούμε να πάρουμε ό,τι καλό υπάρχει στο όργανο αυτό, το μπουζούκι, ό,τι καλό υπάρχει στους ρυθμούς, στους μελωδικούς τρόπους, στο στυλ της λαϊκής μουσικής και δίνοντάς του ένα καινούργιο περιεχόμενο (στην περίπτωσή μου η ποίηση του Ρίτσου, του Γκάτσου, του Λειβαδίτη) να δώσουμε μια νέα ώθηση στο λαϊκό τραγούδι; Βρισκόμαστε στα πρώτα μας βήματα, με αμφιβολίες, με ελπίδες, με φόβους. Τι ζητάμε; Λίγη κατανόηση και λίγη πίστωση χρόνου. Πολλοί άλλοι μας κατανοούν. Δεν μιλώ για όσους αγάπησαν αμέσως τον Μπιθικώτση –και είναι αμέτρητοι! Μιλώ γι’ αυτούς που σοκαρίστηκαν, που ενοχλήθηκαν. Μας κατανοούν και μας χαρίζουν την εμπιστοσύνη τους.

Όντας λοιπόν ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ο μπιθικώτσικος ένα πείραμα για μένα, αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται να σταθώ εκεί πέρα, αλλά να προχωρήσω προς άλλη κατεύθυνση τώρα που είμαι πλουτισμένος με μια τόσο πλούσια και διδακτική εμπειρία. Πράγμα που έκανα ήδη πριν φύγω από την Αθήνα. Επιχείρησα έτσι μια νέα μορφή συνοδεία που να συνδυάζει τα τυπικά γνωρίσματα του μπουζουκιού μαζί με ένα νέο χρώμα: τα έγχορδα της συμφωνικής ορχήστρας. Μια καινούρια ποιότητα τόσο σε χρώμα όσο και σε ουσιαστική μελωδική συνοδεία νομίζω ότι επιτεύχθηκε στη νέα έκδοση αυτή του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ που έκανα στην Columbia με τραγουδίστρια τη Μαίρη Λίντα. Όμως, αν ήθελα να ασχοληθώ αποκλειστικά με τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ, θα μπορούσα να γράψω δεκάδες, εκατοντάδες ίσως νέες ενορχηστρώσεις, κυνηγώντας πάντοτε μια νέα ιδανική μορφή, που να μην προδίδει το λαϊκό τραγούδι, αλλά που να του δίνει κάθε φορά μια καινούρια πρωτότυπη γεύση. Κι αν όμως υπάρξουν και εκατό τέτοιες «εκδόσεις», ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ δεν παύει να είναι ένας και μόνο.

…Υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην Αθήνα τρεις μαγνητικές ταινίες όπου τραγουδώ εγώ ο ίδιος τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ και όπου μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει ότι η Μούσχουρη και εν γένει η φωνοληψία στη Fidelity ακολουθεί φράση με φράση και αναπνοή με αναπνοή την ερμηνεία μου. συγκρίνοντάς την όμως και με την έκδοση της Columbia θα διαπιστώσει ότι επίσης και σ’ αυτήν ο Μπιθικώτσης ακολουθεί την πρωταρχική μου εκτέλεση το ίδιο, φράση με φράση και αναπνοή με αναπνοή. Λυπάμαι που δεν μπόρεσαν να διακρίνουν με όλο το χάσμα που τους χωρίζει, η Μούσχουρη και ο Μπιθικώτσης (όπως και η Μαίρη Λίντα στη νέα μας έκδοση) τραγουδούν στο βάθος με τον ίδιο τρόπο, προσπαθούν να πλησιάσουν στο ίδιο πρότυπο που είναι στην προκειμένη περίπτωση η συγκεκριμένη ιδέα που έχω για το πώς πρέπει να τραγουδιέται η λαϊκή μας μουσική.

… Έρχομαι τώρα στους στίχους του Ρίτσου. Δε νομίζω πως υπάρχει μεγαλύτερη δόξα για ένα ποιητή –ακόμα και τον πιο μεγάλο- από το να τραγουδιέται από το λαό. (…) Υπάρχει λέξη μήπως μέσα στον Μπιθικώτση που να μην λέγεται καθαρά, σωστά και με το αληθινό της συναισθηματικό της νόημα; Υπάρχει φράση που να μην ακολουθεί πιστά, σχολαστικά το κείμενο, που να μην το χρωματίζει, που να μην κάνει σπαραχτικότερο το σπαραγμό και την απελπισία πιο απελπισμένη; Έχετε καλό αισθητήριο, έχετε καλή θέληση; Πέστε μας τότε συγκεκριμένα, χειροπιαστά, που, σε ποια λέξη, σε ποιο νόημα προδόθηκε η ποίηση του Ρίτσου. Κι όταν ο Μπιθικώτσης αρχίζει με το «Γιε μου, ποια μοίρα στο ’γραφε» και δεν αισθάνεστε ηλεκτρική εκκένωση από συγκίνηση, τότε απαραιτήτως δυο τινά θα πρέπει να συμβαίνουν: ή εσείς ή εγώ, πάντως ένας από τους δυο μας, δεν καταλαβαίνει από μουσική. Εύχομαι να είμαι εγώ, που στο κάτω κάτω δεν έχω καμιά υπεύθυνη θέση, δε διαφωτίζω τους άλλους και ό,τι κι αν κάνω, κακό του κεφαλιού μου μονάχα κάνω…

 

Μίκης Θεοδωράκης, Παρίσι 21/10/1960, Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχος 73-74, τ.ΙΓ. σελ. 75)

 

 

 

Andreas Brandes: «Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ αποτελεί ορόσημο για τον Θεοδωράκη».

 

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ αποτελεί ορόσημο για τον Θεοδωράκη. Γιατί πρώτον τον «απελευθερώνει» από τα συμφωνικά του μουσικά οράματα επιτρέποντας στα μελωδικά αποθέματα που ως φαίνεται πλημμύριζαν την ψυχή του να ξεχυθούν ορμητικά με τη μορφή Κύκλων Τραγουδιών και Λαϊκών Ορατορίων και δεύτερον εγκαινιάζει την είσοδό του στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού (1960).

Η σύνθεση του Κύκλου Τραγουδιών ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ με τα 8 τραγούδια έγινε στα 1958 στο Παρίσι λίγες μέρες μετά την αποστολή της ομώνυμης ποιητικής συλλογής από τον Γιάννη Ρίτσο.

Η μελοποίηση της Ποίησης με πρόθεση να γίνει τραγούδι για όλο το Λαό πλάι στα ελαφρά και στα λαϊκά που δεσπόζουν εκείνη την εποχή υπήρξε αυτή καθ’ εαυτή μια πρόκληση και ένα στοίχημα. Κανείς δεν πίστευε ότι έντεχνοι στίχοι θα μπορούσαν να τραγουδηθούν από τους απλούς ανθρώπους στους συνήθεις τόπους στους οποίους συναθροίζεται, ψυχαγωγείται, διασκεδάζει και τραγουδά ο Λαός.

Έτσι ο Συνθέτης απέδειξε ότι όταν η Ποίηση ντύνεται με μελωδίες που αφ’ ενός την υπηρετούν και την αναδεικνύουν και αφ’ ετέρου απηχούν τον μουσικό κόσμο της παράδοσης (χωρίς υποχρεωτικά να ταυτίζονται μαζί της), τότε ο Λαός, ανεξάρτητα από μορφωτικά και κοινωνικά επίπεδα μπορεί να την αγκαλιάσει, να την νιώσει, να την κατανοήσει και να την αγαπήσει γενόμενος συνειδητά είτε ασυνείδητα κοινωνός της «μεγάλης τέχνης». Γεγονός που σημαίνει ότι σπάνε στην πράξη τα φράγματα ανάμεσα στο Λόγιο-Έντεχνο και το Λαϊκό σαν έκφραση της συλλογικής ιδιοφυίας όπως αποτυπώνεται στα έργα των εμπνευσμένων δημιουργών της Λαϊκής Τέχνης, ειδικά στο τραγούδι.

Αυτή η σύζευξη Έντεχνο-Λαϊκό έχει παρεξηγηθεί, γιατί ορισμένοι την θεωρούν μειωτική για το Λαϊκό Τραγούδι. Το αντίθετο συμβαίνεις την πραγματικότητα. Στον ΕΠΙΤΑΦΙΟ λ.χ. ο Θεοδωράκης χρησιμοποιεί το «λαϊκό» σαν μια απόδειξη ότι θέλει να παραμείνει πιστός στην λαϊκή παράδοση όπως εκφράζεται μέσα από τα τραγούδια των λαϊκών συνθετών και αφ’ ετέρου το «έντεχνο» για να υπογραμμίσει την σημασία της παρουσίας της Λόγιας Ποίησης σαν ένα στοιχείο επιβεβαίωσης της ωριμότητας του Λαού στο να αποδεχθεί την σημασία της παρουσίας της Λόγιας Ποίησης σαν ένα στοιχείο επιβεβαίωσης της ωριμότητας του Λαού στο να αποδεχθεί την μεγάλη πνευματική δωρεά των Ελλήνων ποιητών.

Νομίζω ότι η «γενναία» δήλωση στα 1960 –μόλις ξεκίνησε- πως θεωρεί τον εαυτό του «μαθητή του Τσιτσάνη και των άλλων λαϊκών» έχει από ορισμένους παρεξηγηθεί, από την άποψη ότι δεν βλέπουν ή κάνουν ότι δεν βλέπουν τα καινούρια στοιχεία, τα εντελώς προσωπικά, που μας αποκαλύπτουν τα τραγούδια του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ. Ναι μεν υπάρχουν ζεϊμπέκικα όπως το Μέρα Μαγιού ή το Να ’χα τα’ αθάνατο νερό, όμως τι σχέση έχουν αυτά τα νέα ζεϊμπέκικα με καθαρά μουσικούς όρους με τα γνωστά ζεϊμπέκικα της λαϊκής μουσικής. Βγαίνουν ασφαλώς απ’ τον ίδιο μουσικό κόσμο εκείνης της εποχής, όμως από κει και πέρα όλα είναι διαφορετικά. Και βασικά ο τρόπος με τον οποίο σμιλεύονται οι μουσικές φράσεις, ώστε να αναδεικνύεται σε όλη του την δόξα το ποιητικό κείμενο. Και μόνο όταν ακούει κανείς την εισαγωγή από το Μέρα Μαγιού, μπαίνει αυτομάτως σ’ έναν νέο μουσικό κόσμο: τον θεοδωρακικό. Σήμερα δεν υπάρχει κανείς Έλληνας που ακούγοντας μια φράση της μουσικής του να μην τον αναγνωρίζει. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με πολλούς ξένους ακροατές.

Με άλλα λόγια με τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ ο Θεοδωράκης επιβάλλει αμέσως ένα νέο μουσικό στυλ στο ελληνικό τραγούδι: το δικό του, κι αυτό έχει την μεγαλύτερη σημασία. Νομίζω ότι ο απλός ακροατής έτσι το εισέπραξε. Δηλαδή σαν κάτι το εντελώς καινούριο, πέραν από το τόλμημα της μελοποίησης της καθαρής ποίησης για να γίνει τραγούδι. Φυσικά αυτό το τελευταίο ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα. Και όχι μόνο μουσικό αλλά και πολιτιστικό και πολιτικό… Όμως το πιο σημαντικά κατά την γνώμη μας υπήρξε η γένεση και καθιέρωση ενός καινούριου προσωπικού μουσικού στυλ, που το χαρακτηρίζει η αδρότητα των μουσικών φράσεων, ο διαρκώς ανανεούμενος μελωδικός πλούτος, η φαντασία του διαλόγου μεταξύ ορχήστρας και φωνής και φυσικά η βαθιά σχέση του (όπως μας αποκαλύπτει με το παραμικρό μουσικό θέμα) με τον σκληρό πυρήνα της ελληνικής εθνικής μουσικής παράδοσης από το Βυζάντιο ακόμα έως τις μέρες μας.

 

 

 

Γιάννης Ρίτσος: «Είδα μια φωτογραφία…»

«…Είδα μια φωτογραφία. Είχε δημοσιευτεί στο Ριζοσπάστη στις 10 Μάη του 1936. Διάβασα τις περιγραφές, διάβασα για την πρώτη μεγάλη οργανωμένη εξέγερση την εργατική, που από καπνεργατική απεργία έγινε πανεργατική απεργία. Και με συνεπήρε τόσο πολύ που την ίδια ημέρα άρχισα να γράφω τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ. Με όλο τον προηγούμενο εξοπλισμό, ήμουν προετοιμασμένος απ’ τα παιδικά μου χρόνια, έτοιμος ο δεκαπεντασύλλαβος, το κρητικό θέατρο, η Ερωφίλη, ο Ερωτόκριτος, ο Σολωμός. Οι ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ πάλι σε δεκαπεντασύλλαβο… Όλα αυτά τα πράγματα είχαν προετοιμαστεί, ήταν έτοιμα και δεν κατάλαβα πως βγήκαν. Μέσα σε δυο εικοσιτετράωρα, σχεδόν χωρίς να φάω και να κοιμηθώ και πολλές φορές κλαίγοντας σαν μοιρολογίστρα Μανιάτισσα έγραψα τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ, τα πρώτα 14 ποιήματα. Την άλλη ημέρα, στις 12 του Μάη ακριβώς, είχαν δημοσιευτεί τα δύο ποιήματα στον Ριζοσπάστη. Και βγήκε σε 10.000 αντίτυπα το ’36. Στην Ελλάδα 10.000 αντίτυπα δεν είχε βγάλει κανένας ποιητής, έβγαζαν το πολύ 500-1.00 αντίτυπα. Ο πατριάρχης των ελληνικών γραμμάτων Παλαμάς δεν έβγαζε περισσότερα από 1.000. Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ βγήκε τέλη Μάη. Ιούνιος-Ιούλιος. 4 Αυγούστου έγινε η δικτατορία του Μεταξά. Στο λαϊκό βιβλιοπωλείο που είχε βγάλει το βιβλίο μου ήταν το Κόμματος είχαν μείνει μόνο 250 αντίτυπα που κατάσχεσαν. Είχαν πουληθεί 9.750 αντίτυπα μέσα μήνες! Και πήραν αυτά τα 250 αντίτυπα μαζί με όλα τα βιβλία του Μαρξ, του Λένιν, του Γκόρκυ, ό,τι είχε βρει ως τότε και τα έκαψαν στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Και ξαναβγήκε –ήταν διαρκώς στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων –το 1956 η δεύτερη έκδοση, ολοκληρωμένη με τα είκοσι ποιήματα. Ακριβώς ύστερα από είκοσι χρόνια. Ταυτόχρονα με τη ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ. Τότε ήταν που έστειλα τη δεύτερη έκδοση στο Παρίσι στον Μίκη και το μελο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 











Στην Καβύλη όταν ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ξεφύλλιζε το βιβλίο του Νικολάου Ι.Κουφού για την...Καβύλη παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου !

Στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Καβύλης ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος,ενώ δίπλα του ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Καβύλης Γιώργος Μαυρίδης


Η βελτιωμένη β΄ έκδοση του βιβλίου υπό τον τίτλο ΚΑΒΥΛΗ ΣΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ" έχει εισέλθει στο τελικό στάδιο της 32 χρόνια μετά την πρώτη έκδιση!

 


Γιάννης Μανταφούνης,ο ιπτάμενος έρωτας από την Αλεξανδρούπολη στην εντυπωσιακή τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004!




ΤΙΣ «ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ»

ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΧΟΡΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

Ο ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΜΑΣ ΧΟΡΟΓΡΑΦΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΤΑΦΟΥΝΗΣ

 

 

Με ενδιαφέρον παρακολουθούμε την εξέλιξη του συμπατριώτη μας Γιάννη Μανταφούνη που μας κέρδισε ως ο ιπτάμενος έρωτας στην εντυπωσιακή τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνας το 2004. γιος του Χάρη Μανταφούνη, του κορυφαίου Έλληνα χορογράφου, και της Yvonne Ribar, έχει ανοίξει τα δικά του φτερά και τα βήματά του ακουμπάνε στο στέρεο έδαφος της οικογενειακής παράδοσης, της γνώσης, της καλλιτεχνικής παιδείας και αυτονομίας. Στο πλαίσιο των παραστάσεων του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Αθήνας ο χορογράφος Γιάννης Μανταφούνης θα παρουσιάσει το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου τις «Ανθρώπινες διαστάσεις».

............................................................................................................................................................

Είχε δημοσιευτεί στον Βορέα$τεύχος 12) τον Μάϊ0 2006, πριν 20 χρόνια!