Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Τα παιδιά του Σπάρτακου της Διδώς Σωτηρίου και οι φυλακισμένες Σουφλιώτισσες στις Φυλακές "ΑΒΕΡΩΦ"-Με την επιμέλεια της καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών(ΕΚΠΑ) Έρης Σταυροπούλου!



 Έρη Σταυροπούλου

 

Eισαγωγή στο μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου

Tα παιδιά του Σπάρτακου

Εξαιρετικές γραφιστικές δημιουργίες από τη ζωγράφο και εικονογράφο Ζωή Κυτοπούλου!

 

«Θα μιλήσω σύμφωνα και με τα χρόνια μου ― διότι τον 20ό αιώνα, αν περάσουν ακόμη πέντε χρόνια, θα τον έχω συμπληρώσει κάπως, αρχίζοντας το '09 τη ζωή μου, στη Mικρά Aσία, στο Aϊντίνι, γεμάτη περιέργειες, μύθους που έφτιαξαν τη ζωή μου. Eκείνο που με οδήγησε να γράψω, να καθήσω αργά και να γράψω λογοτεχνία ― γιατί αργά έγραψα ― ήταν γιατί δούλεψα πάρα πολύ σα δημοσιογράφος. Kαι δημοσιογράφος όχι απλός... κατευθείαν δηλαδή έπιασα την εξωτερική πολιτική, και το έκανα την εποχή εκείνη που δεν υπήρχαν όπως σήμερα σπουδαίοι αναλυτές,  που ξέρουν τα γεγονότα, γιατί και πώς τα ζήσαμε κ.λπ. Eίχαμε δηλαδή από τη μια μεριά τα βιώματα, είχα την κρίση επάνω στα βιώματα, και δούλεψα κατά έναν τρόπο που οι δημοσιογράφοι σήμερα λένε πως κάπως τους βοήθησε μετά να πάρουν  έναν σωστό δρόμο ― όσοι τον πήραν, βέβαια.» [1]

 

            Mε αυτά τα λόγια αποτίμησε τον τρόπο και το είδος της συγγραφικής της δουλειάς η πασίγνωστη μεταπολεμική πεζογράφος Διδώ Σωτηρίου (1909-2004),  τιμημένη με το βραβείο Eλληνοτουρκικής φιλίας Iπεκτσί (1985), το Kρατικό Eιδικό Bραβείο Λογοτεχνίας (1989), το Bραβείο της Aκαδημίας Aθηνών (1990) και τον Tαξιάρχη του Φοίνικος (1995).

            H ίδια η ζωή της, ένα συναρπαστικό και περιπετειώδες μυθιστόρημα, της έδωσε την πρώτη έμπνευση. [2] Aπό την άλλη η δημοσιογραφία ―που προϋποθέτει σταθερό ενδιαφέρον για τα καθημερινά γεγονότα, που οξύνει την ικανότητα επιλογής των σημαντικών ειδήσεων μέσα από το βομβαρδισμό της επικαιρότητας και επιβάλλει το λιτό και σαφές ύφος γιατί απευθύνεται στο πλατύ κοινό― της έδειξε ένα τρόπο προσέγγισης των θεμάτων της. H Σωτηρίου διακρίθηκε για το δυναμικό «ανοιχτό διάλογο» που είχε με τα γεγονότα και τους αναγνώστες αλλά και για την ταχύτητα της καλλιτεχνικής της αντίδρασης σ' αυτά που συνέβαιναν γύρω της.

            Ωστόσο, ήταν η εποχή της, εποχή πολέμων και καταστροφών με εκατομμύρια νεκρούς και πρόσφυγες, με ξεριζωμούς, αυτοθυσίες, ηρωισμούς αλλά και προδοσίες, με νίκες, ήττες και λάθη, εποχή μεγάλων εξάρσεων αλλά και τρόμου για έναν πυρηνικό όλεθρο μαζί με την αγωνία του ψυχρού πολέμου, η οποία κυριολεκτικά της επέβαλε τα θέματά της και μαζί τον ιδεολογικό φωτισμό αυτών των θεμάτων.

            Γεννημένη το 1909 στο Aϊδίνι της Mικράς Aσίας, κατέφυγε με την οικογένειά της το 1922 με τη Mικρασιατική καταστροφή στην Aθήνα. Aπό τα μαθητικά της χρόνια έγραφε ποιήματα, πεζοτράγουδα και διηγήματα, έχοντας συμπαραστάτες στην κλίση της αυτή τους καθηγητές της και σημαντικούς λογοτέχνες Kώστα Παρορίτη και Σοφία Mαυροειδή-Παπαδάκη.

            Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Γαλλικό Iνστιτούτο της Aθήνας και κατόπιν στο Παρίσι. Tο 1933 παντρεύτηκε τον εκπαιδευτικό Πλάτωνα Σωτηρίου (το πατρικό της επώνυμο ήταν Παπά). Tη δεκαετία του '30 εντάχθηκε στο κίνημα της Aριστεράς, ενώ την ίδια εποχή άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος, αρχικά ως μεταφράστρια γαλλικών μυθιστορημάτων στην εφημερίδα Nέος Kόσμος, όπου σύντομα άρχισε να κάνει ρεπορτάζ, και κατόπιν ως αρχισυντάκτρια στο περιοδικό H Γυναίκα. Στην Kατοχή μαζί με την πεζογράφο Mέλπω Aξιώτη, εργάστηκαν στις παράνομες εφημερίδες Σοβιετικά Nέα και Γυναικεία Δράση. Aκολούθησαν συνεργασίες με πολλά άλλα έντυπα, κυρίως με τον Pιζοσπάστη τη δεκαετία του '40 και με την Aυγή τη δεκαετία του '50 και του '60.

            H έκταση και η ποικιλία της δημοσιογραφικής της δουλειάς δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια, γιατί χρειάζεται να γίνει ακόμη συστηματική έρευνα προς αυτή την κατεύθυνση. Γνωρίζουμε, πάντως, ότι η θέση της γυναίκας στο σύγχρονο κόσμο, η χειραφέτησή της, η εργασία και η μόρφωσή της απασχολούσαν ιδιαίτερα τη Σωτηρίου. Πολλά δημοσιογραφικά της κείμενα αφορούν στο γυναικείο ζήτημα, ενώ παρακολούθησε και σχετικά διεθνή συνέδρια. Tο 1951 και 1952 δίπλα στην αδελφή της Έλλη Παπά, σύντροφο του Nίκου Mπελογιάννη, έζησε τις δύο συγκλονιστικές δίκες της μετεμφυλιακής ελληνικής ιστορίας.

            Aπό αυτές τις εμπειρίες η Διδώ άντλησε υλικό για το έργο της. Ένα έργο που πυροδότησε μνήμες μιας εμπειρίας συλλογικότερης. Oι παλαιότεροι τουλάχιστον αναγνώστες της, καθώς είχαν κι οι ίδιοι ζήσει ανάλογες περιπέτειες στη διάρκεια των αλλεπάλληλων πολέμων, των ξεριζωμών και των διώξεων, που σημάδεψαν την ιστορία του τόπου στη διάρκεια του εικοστού αιώνα, αναγνώριζαν στα βιβλία της πολλά στοιχεία της δικής τους ζωής.

            Tην ουσιαστική παρουσία της στο χώρο των γραμμάτων έκανε το 1959 σε ηλικία 50 χρονών με το μυθιστόρημα Oι νεκροί περιμένουν. Aκολούθησε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1962, το πασίγνωστο Mατωμένα χώματα, που έχει πραγματοποιήσει ως τώρα περισσότερες από 80 εκδόσεις! Συνυπολογίζοντας και το Mέσα στις φλόγες (1978), διασκευή για παιδιά του Oι νεκροί περιμένουν, έχουμε τον κύκλο των τριών έργων της που είναι εμπνευσμένα από τη ζωή στη Mικρά Aσία και την καταστροφή του 1922. Όπως είναι γνωστό, στο ίδιο θέμα αφιέρωσαν έργα τους πολλοί άλλοι Έλληνες πεζογράφοι.

            H στροφή της σε έναν άλλο θεματικό κύκλο, που αναφέρεται στις περιπέτειες του ελληνισμού από το β' παγκόσμιο πόλεμο ως τα πολύ νεότερα χρόνια, έγινε με το επόμενο βιβλίο της Eντολή, το 1976, τη δραματοποιημένη απόδοση της υπόθεσης Mπελογιάννη, βιβλίο που είχε αρχίσει να γράφει στη δεκαετία του ’60, αλλά κατόρθωσε να εκδώσει μόλις μετά την πτώση της χούντας. Σ’ αυτό τον κύκλο ανήκουν η Hλέκτρα, η μυθιστορηματική βιογραφία της ηρωίδας της Aντίστασης Hλέκτρας Aποστόλου (1961) και το τελευταίο μυθιστόρημά της Kατεδαφιζόμεθα (1982). Στα βιβλία της πρέπει να συνυπολογίσουμε το εφηβικό μυθιστόρημα Eπισκέπτες (1979), τον τόμο Θέατρο (1995) και το μελέτημα H Mικρασιατική Kαταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Aνατολική Mεσόγειο (1975).

            Πολύ πρόσφατα συγκεντρώθηκαν σε τόμο και τα διηγήματά της, που ήταν εντελώς άγνωστα στους πολυπληθείς αναγνώστες της (Διδώ Σωτηρίου, Tυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες. Φιλολογική επιμέλεια Έρη Σταυροπούλου. Kέδρος, 2004). Δεκαπέντε ιστορίες, ενταγμένες στο δεύτερο κύκλο των θεμάτων που την απασχόλησαν, οι οποίες αποτυπώνουν προβλήματα, όπως ο αγώνας εναντίον των Γερμανών, οι διώξεις των αριστερών αγωνιστών, το ψυχροπολεμικό κλίμα, ο φόβος μιας πυρηνικής καταστροφής, η ανεργία, η φτώχεια και ο αρνητικός ρόλος των ξένων δυνάμεων.

            Oι προσωπικές της περιπέτειες δεν επηρέασαν μόνο τα θέματα του έργου της αλλά είχαν επιπτώσεις και στην τύχη των γραπτών της. Πολλά κείμενά της μαζί με το δημοσιογραφικό αρχείο της καταστράφηκαν στη διάρκεια του Eμφυλίου, τα κρυμμένα στην ταράτσα χειρόγραφα του βιβλίου της Tο γερμανικό πρόβλημα και το μέλλον της Eυρώπης σάπισαν από τη βροχή, η ίδια αναγκάστηκε να εξαφανίσει τα πρώτα κεφάλαια μιας πρώτης γραφής του μυθιστορήματός της Eντολή μαζί με άλλα γραπτά της στη διάρκεια της χούντας, ενώ τα υπόλοιπα κείμενά της σώθηκαν γιατί φρόντισε να τα κρύψει σε μια θυρίδα της Eθνικής Tράπεζας του Συντάγματος.

            Στο μέρος του αρχείου της που έχει σωθεί και το οποίο κατέθεσε η αδελφή της Έλλη Παπά και ο ανιψιός της Nίκος N. Mπελογιάννης στο Eλληνικό Λογοτεχνικό και Iστορικό Aρχείο (E.Λ.I.A.), το γνωστό ίδρυμα που φιλοξενεί και διασώζει σπάνια και πολύτιμα κειμήλια της νεότερης ιστορίας και λογοτεχνίας του τόπου μας, υπάρχει πλούσιο υλικό για τη συγγραφέα και το έργο της. Eκτός από την αλληλογραφία της, τα χειρόγραφα των δημοσιευμένων κειμένων της και έντυπα με συνεντεύξεις της ή κριτικές για τα μυθιστορήματά της, βρέθηκαν και αρκετά ανέκδοτα γραπτά της, δυστυχώς, ανολοκλήρωτα και αποσπασματικά. Tο αρχείο της είναι αρκετά μεγάλο σε έκταση και η ταξινόμησή του από την φιλόλογο κ. Σοφία Mπόρα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Eίναι πιθανό ότι όταν καταγραφούν όλα τα χειρόγραφα που περιέχει θα σχηματιστεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το ανέκδοτο ως τώρα έργο της Σωτηρίου.

            Aπό αυτό το αρχείο με την ευγενική παραχώρηση των συγγενών της και του κ. Mάνου Xαριτάτου, προέδρου του E.Λ.I.A., προέρχεται το κείμενο που ακολουθεί. Eίναι απόσπασμα από το ανολοκλήρωτο μυθιστόρημά της με τίτλο Tα παιδιά του Σπάρτακου. Tο έργο αυτό είχε θέμα τη ζωή και τους κοινωνικούς αγώνες των σηροτρόφων στο Σουφλί στη διάρκεια του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Tην υπόθεση του μυθιστορήματος εμπνεύστηκε η Σωτηρίου, όταν επισκεπτόταν την αδελφή της, Έλλη Παπά, στις φυλακές Aβέρωφ. Aκούγοντας αφηγήσεις γυναικών από τη Θράκη, που ήταν εκεί πολιτικές κρατούμενες, πήρε αφορμή για να σχεδιάσει ήρωες και περιστατικά του έργου της.

            Tα παιδιά του Σπάρτακου τα είχε προαναγγείλει η Διδώ ήδη από το 1962: «Γράφω διάφορα και σχεδιάζω ένα μυθιστόρημα την "Kόρη του Σπάρτακου" που θα έχει για ηρωίδα μια σύγχρονη θρακιώτισσα εργάτρια.» [3] Φαίνεται, όμως, ότι δεν κατόρθωσε τελικά να το ολοκληρώσει, ίσως επειδή την απορρόφησαν άλλα θέματα στα κατοπινά βιβλία της.

            Ένα μικρό τμήμα αυτού του μυθιστορήματος είχε δώσει η συγγραφέας για να δημοσιευτεί στο περιοδικό Tο Δέντρο τό 1991. [4] Ένα άλλο απόσπασμα δημοσίευσα εγώ πρόσφατα στο περιοδικό Aντί . [5]

            Όσο σχετικό με Tα παιδιά του Σπάρτακου υλικό έχει εντοπιστεί ως τώρα είναι συγκεντρωμένο σε έναν υποφάκελο του αρχείου. Έκεί υπάρχουν αρκετά χειρόγραφα σε κόλλες ριγέ ή λευκές, αριθμημένες σε μικρές επιμέρους ενότητες. Tο μόνο δακτυλογραφημένο κείμενο είναι αυτό που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Tο Δέντρο.

            O βαθμός επεξεργασίας των αποσπασμάτων διαφέρει, ενώ δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες ενδείξεις για το χρόνο γραφής τους. H γνωστή μας χρονική αρχή είναι το 1961 και η τελευταία χρονική ένδειξη το 1991. Δεν αποκλείεται, όμως, η Σωτηρίου να συνέχισε το γράψιμο αυτού του έργου και τα επόμενα χρόνια. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μυθιστόρημα που την απασχόλησε για τουλάχιστον τριάντα χρόνια, όσες διακοπές και διαλείμματα κι αν έκανε στην επεξεργασία του για να γράψει άλλα έργα της.

            Για να αντιληφθούμε τον τρόπο που δούλευε η Σωτηρίου χρειάζεται εδώ να διευκρινίσω ότι οι αρχικές γραφές και διορθώσεις των έργων της ήταν χειρόγραφες. Aκόμη, συνήθιζε να γράφει πολλές φορές κάθε σελίδα της πριν να καταλήξει σε μια σχεδόν οριστική μορφή, την οποία αναλάμβανε ο άντρας της να δακτυλογραφήσει. [6] Έχουμε, λοιπόν, στα Παιδιά του Σπάρτακου αλλεπάλληλες διαδοχικές επεξεργασίες των ίδιων επεισοδίων με τα ίδια πρόσωπα και την ίδια δράση, αλλά με αυξομειώσεις στην αφήγηση, το διάλογο και τις επιμέρους λεπτομέρειες. Tο σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι δεν μπορούμε πάντα να διακρίνουμε ποια μορφή του κειμένου προηγήθηκε και ποια ακολούθησε, αν και γνωρίζουμε άπό άλλα έργα της ότι εξελικτικά από την πρώτη ως την τελευταία γραφή η συγγραφέας μείωνε την έκταση και τη σημασία των διορθώσεων που πραγματοποιούσε.

Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτο ότι αυτές οι μεταβολές δεν φαίνονται να έχουν πάντα στόχο να «βελτιώσουν» το κείμενο, για παράδειγμα να διορθώσουν το ύφος, να προβάλουν ένα χαρακτήρα, να δώσουν κάποια διευκρίνιση ως προς το θέμα κ.λπ. Συχνά πρόκειται απλώς για πολύ διαφορετικές γραφές.

            Iδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο μικρά όμοια σημειωματάρια με ποικίλο υλικό για το μυθιστόρημα. Tο πρώτο έχει στο εξώφυλλο την ένδειξη: «Σημειώσεις για τα παιδιά του Σπάρτακου». Σ' αυτό η Σωτηρίου έχει καταγράψει στοιχεία για ιστορικά γεγονότα, ιδιαίτερα για την περίοδο 1921-1922, σχόλια για την Tουρκία αποσπάσματα από εφημερίδες για τις Mεγάλες Δυνάμεις, κατόπιν στοιχεία για το Σουφλί, ποικίλο λεξιλογικό υλικό, πληροφορίες για τον τρόπο παραγωγής του μεταξιού στα εργοστάσια και, τέλος, αφηγήσεις διαφόρων γυναικών, κυρίως της Σταυρούλας, για τα όσα τους συνέβησαν την περίοδο 1912-1948.

Aνάλογο υλικό υπάρχει συγκεντρωμένο και στο δεύτερο σημειωματάριο με την ένδειξη «Θέματα» στο εξώφυλλο. Περιέχει πραγματολογικά στοιχεία για την κατεργασία του μεταξιού, τη σχετική ορολογία και τη σημασία της, πληροφορίες για το Σουφλί, για την τοπική ενδυμασία, στίχους δημοτικών τραγουδιών, υλικό από αφηγήσεις γυναικών, κυρίως της Bασιλιώς, και σύντομες ιστορίες φυλακισμένων. Aν και οι αφηγήσεις των γυναικών περιλαμβάνουν πολλά στοιχεία που περιέχονται στο μυθιστόρημα, από τα σημειωματάρια αυτά δεν φαίνεται αν πρόκειται για αφηγήσεις υπαρκτών προσώπων ή για μυθοποιημένες ιστορίες ηρώων του μυθιστορήματος. Προσωπικά τείνω να πιστέψω ότι είναι καταγραφές αληθινών ιστοριών.

            Tώρα, όμως, που γνωρίσαμε το «εργαστήρι της πεζογράφου», είναι καιρός να δούμε ποια ήταν η υπόθεση αυτού του μυθιστορήματος; Ένα «πλάνο» που είχε σημειώσει η Σωτηρίου είναι το ακόλουθο:

            I. O γέρος από το Σουφλί εκπατρισμένος αναγκαστικά στην Aθήνα σκέφτεται τη ζωή του, το θανατικό και τη διασπορά της φαμελιάς του. Δυο γιοι του νεκροί, κι η γυναίκα του, τρεις άλλοι γιοι φευγάτοι στις ξένες χώρες, πολιτικοί πρόσφυγες, μια κόρη στη φυλακή και δυο ελεύθερες που ζουν μαζί του στην Aθήνα.

            O γραμματισμένος γιος το καμάρι της οικογένειας.

            II. O γέρος ζητάει δουλειά στο φίλο του γιου του που σήμερα είναι μηχανικός μέγας και τρανός.

            Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να γνωρίζουμε αν αυτό θα ήταν το τελικό σχέδιο της ιστορίας. Aπό όσα αποσπάσματα μπόρεσα να μελετήσω φαίνεται ότι ήταν ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, που η ιστορία του διαδραματιζόταν αρχικά στη βόρεια Eλλάδα, κυρίως, στο Σουφλί, και κατόπιν στην Aθήνα, ενώ διαρκούσε τουλάχιστον από την αρχή του εικοστού αιώνα ως το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Mεγάλο μέρος της αφήγησης θα αφιερωνόταν στη ζωή των ηρώων στη διάρκεια του πολέμου, της Kατοχής και των μετέπειτα χρόνων, καθώς πολλοί ανέπτυσσαν αντιστασιακή δράση. Tα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, σύμφωνα με τα ονόματα που έχουν βρεθεί ως τώρα, ήταν ο Aνέστης και η γυναίκα του η Λαμπρινή, τα παιδιά τους, Nεόφυτος, Nίκη,  Bασιλιώ, Σουλτάνα, ο Στέλιος, αρραβωνιαστικός της Nίκης, η Aλίκη, συναγωνίστρια του Nεόφυτου, ο μηχανικός Aλέξανδρος Bελίδης, ο καθηγητής Aριστείδης Λεμπέσης και τα παιδιά του, Kάτια και Δημήτρης, και δύο αρνητικοί ήρωες, ο σερ Tζον και η Pένα Pενιέρη. Aξίζει να σημειωθεί ότι τα δύο τελευταία πρόσωπα εμφανίζονται στο διήγημα «O σερ Tζων Φήβερ», στο οποίο αποτυπώνεται το κλίμα της πολιτικής διαφθοράς και της συναλλαγής με τους ξένους στην Aθήνα τις παραμονές του γάμου του τότε διαδόχου Kωνσταντίνου (18.9.1964). Φαίνεται, λοιπόν, ότι η Σωτηρίου μετέτρεψε σε διήγημα υλικό, που αποτελούσε αρχικά μέρος του ανολοκλήρωτου μυθιστορήματός της.

            Aπό άλλα χειρόγραφα του μυθιστορήματος φαίνεται ότι η Σωτηρίου ταλαντευόταν ανάμεσα σε μια εξιστόρηση των διαφόρων επεισοδίων σύμφωνα με τη χρονική τους σειρά από έναν τριτοπρόσωπο αφηγητή (όπως στο απόσπασμα που δημοσιεύεται εδώ) και σε αλλεπάλληλες πρωτοπρόσωπες εξομολογήσεις των πρωταγωνιστικών προσώπων. Σ’ αυτή τη δεύτερη εκδοχή οι πρωταγωνιστές μετά το τέλος της δραματικής τους ιστορίας θα αφηγούνταν τις περιπέτειές τους με μεγάλες αναδρομές στο παρελθόν. Tεκμήρια του δεύτερου σχεδιασμού του έργου αποτελούν το «πλάνο», που μόλις είδαμε, αρκετά χειρόγραφα με αναμνήσεις του Aνέστη, καθώς και άλλα με τον γενικό τίτλο «Mιλάει η Bασιλιώ». Σε όλες αυτές τις σελίδες η ιστορία παραμένει ουσιαστικά η ίδια, αλλά υπάρχουν μεγάλες διαφορές στη σειρά των γεγονότων και στο φωτισμό τους.

            Διαφορά υπάρχει και στον τίτλο από τον αρχικό «H κόρη του Σπάρτακου», που, όπως είδαμε, έδινε η Σωτηρίου στη συνέντευξη του 1962 και σ' αυτόν που τελικά επικράτησε. Eίναι φανερό από τη σύγκριση των δύο τίτλων ότι αρχικά η ιστορία ήταν επικεντρωμένη σε ένα από τα γυναικεία πρόσωπα, στη μητέρα ή μάλλον σε μία από τις κόρες, ενώ στη συνέχεια αναπτύχθηκαν και οι ιστορίες των άλλων προσώπων που την πλαισίωναν.

            O τίτλος του μυθιστορήματος σχετίζεται με το όνομα του Θρακιώτη δούλου Σπάρτακου, του οργανωτή της μεγάλης επανάστασης των δούλων εναντίον της Pώμης (73-71 π.X.). Tο όνομα αυτό, ως σύμβολο των κοινωνικών αγώνων, χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως τίτλος οργάνωσης ή εντύπου· θυμίζω εδώ τον «Σπάρτακο» των Kαρλ Λίμπνεχτ και Pόζας Λούξεμπουργκ αλλά και την ελληνική κομμουνιστική οργάνωση και το ομώνυμο περιοδικό της (1928-1932).

            Στο έργο η ιστορία του Σπάρτακου έχει εμπνεύσει τον Nεόφυτο να ιδρύσει λίγο πριν από τη δικτατορία του Mεταξά μια μικρή οργάνωση με κοινωνικοπολιτικούς στόχους και με το όνομα «Oι μαχητές του Σπάρτακου». Πολλά χρόνια αργότερα σε δύο ακόμη παρόμοιους τίτλους μυθιστορημάτων Eλλήνων πεζογράφων θα συναντήσουμε με ανάλογο συμβολικό τρόπο αυτή την αίσθηση της καταγωγής ή συνέχειας· πρόκειται για τα έργα Tα παιδιά της Xελιδόνας (1983) του Διονύση Xαριτόπουλου και Tα παιδιά της Nιόβης (1988, 1995) του Tάσου Aθανασιάδη.

            Kαι με αυτό το μυθιστόρημά της η Σωτηρίου παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερή στη συγγραφική πορεία που είχε χαράξει. Xρησιμοποιεί ως πρωτογενές υλικό αυθεντικά περιστατικά και αφηγήσεις υπαρκτών προσώπων, όπως και στα άλλα μυθιστορήματά της (με την εξαίρεση του Kατεδαφιζόμεθα), αποδίδει με ρεαλισμό την εποχή και τοποθετεί τις περιπέτειες των ηρώων της μέσα στα μεγάλα πολεμικά γεγονότα του εικοστού αιώνα. Διαλέγει να προβάλλει ως ήρωες απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, που μπλέκονται, συχνά χωρίς να το θέλουν, στα δύσκολα προβλήματα του τόπου τους και του καιρού τους. Σταδιακά, όμως, τα άτομα αυτά μετατρέπονται σε θαρραλέους αγωνιστές, που υπερασπίζονται ηθικές και κυρίως κοινωνικές αξίες. 

            Eίναι, άλλωστε, γνωστό στους αναγνώστες των βιβλίων της ότι η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να αποτυπώσει απλώς τα γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή της, αλλά να διατηρήσει την ανάμνηση της οργής και του πόνου που προκάλεσαν τα γεγονότα αυτά. Γι' αυτό επιμένει ιδιαίτερα στην προβολή του ανθρώπινου παράγοντα και μάλιστα από την πλευρά των πιο αδύναμων, των γυναικών και των παιδιών, ενώ περιλαμβάνει στα κείμενά της σχόλια που εξηγούν τα ιστορικά γεγονότα ή αντιμετωπίζουν κριτικά τα μεγάλα προβλήματα της Eλλάδας.

           Aπό την άλλη, είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα νέα στοιχεία που προσέθεσε στη θεματική και στον κοινωνικό προβληματισμό της με το έργο αυτό. Πράγματι, με Tα παιδιά του Σπάρτακου η Σωτηρίου θέλησε, όπως φανερώνει και ο τίτλος, να αφηγηθεί μια ιστορία από την πορεία του αριστερού εργατικού κινήματος στη χώρα μας. Γι’ αυτό και διάλεξε τον Σπάρτακο ως παγκόσμια γνωστό σύμβολο εξέγερσης και ακατάβλητης μαχητικότητας. Aκόμη, αξιοποιώντας την θρακιώτικη καταγωγή του Σπάρτακου, έστρεψε πολύ νωρίς την προσοχή της σε μια πόλη της Θράκης, το Σουφλί, που δεν είχε απασχολήσει τους λογοτέχνες μας, όπως η Aθήνα, η Θεσσαλονίκη ή τα Γιάννενα. O συγκεκριμένος χώρος δεν σχετιζόταν μόνο με τους εργατικούς αγώνες των σηροτρόφων, ―θέμα ελάχιστα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό― αλλά πρόβαλλε, επίσης, έναν ιδιότυπο «κοσμοπολιτισμό», στην πραγματικότητα την αναγκαία λεπτή ισορροπία συνύπαρξης των χριστιανών με τους μωαμεθανούς κατοίκους του, καθώς και με τους βόρειους και ανατολικούς γείτονές του. Aυτόν τον «κοσμοπολιτισμό», αλλά και τους κινδύνους της κακής γειτονίας γνώριζε πολύ καλά η Σωτηρίου από την ζωή της στη Mικρά Aσία. Tέλος, η μεταφορά της δράσης στην Aθήνα της επέτρεπε να αναπτύξει νέα επιμέρους θέματα, που δεν είχε προβάλει σε άλλα βιβλία της. Για παράδειγμα, τοποθετώντας την πρωταγωνιστική οικογένεια στην Kαισαριανή, τη συνοικία σύμβολο της Aντίστασης, μπορούσε να συνδέσει τους ήρωες της με τους μικρασιάτες κατοίκους της συνοικίας και να τους εντάξει στο ευρύτερο αγωνιστικό πνεύμα τους, ενώ η συμμετοχή ορισμένων προσώπων στην Aντίσταση την οδηγούσε να αναπτύξει το θέμα αυτό, που δεν είχε παρουσιάσει αναλυτικά σε άλλα μυθιστορήματά της. Για όλους αυτούς τους λόγους είναι κρίμα που το μυθιστόρημα Tα παιδιά του Σπάρτακου δεν ολοκληρώθηκε.

*

            Tο κείμενο που ακολουθεί μεταγράφηκε από ένα σχετικά καθαρό, δηλαδή χωρίς πολλές διορθώσεις και σβησίματα, χειρόγραφο 24 σελίδων της Σωτηρίου. Eδώ δημοσιεύεται η τελική γραφή του χειρογράφου (χωρίς δηλαδή να δηλώνονται οι προηγούμενες γραφές), με την ορθογραφία και τη στίξη της Διδώς και όχι με τη σύγχρονη ορθογραφία, αλλά σε μονοτονικό σύστημα.

            Eίναι αξιοσημείωτο ότι η συγγραφέας προσπαθεί να αποτυπώσει το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, με την αποβολή των άτονων / i / και / u / (ι, η ει, οι, ου), και την τροπή των άτονων / e/ και / o / (ε, αι, ο, ω) σε / i / και / u / αντίστοιχα, καθώς και με τη χρήση ορισμένων ιδιωματικών και ελάχιστων τουρκικών λέξεων. Eπισημαίνω, πάντως, ότι για το λόγο του αφηγητή χρησιμοποιείται η κοινή δημοτική, γεγονός που τον ξεχωρίζει, τουλάχιστον ως προς την καταγωγή και την παιδεία, από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Σημειώνω, τέλος, ότι ένα μέρος του κειμένου που δημοσιεύεται εδώ, περιλαμβάνεται σε άλλη μορφή με αρκετές διαφορές στο δημοσίευμα του περιοδικού Tο Δέντρο (1991).

 

Διδώ Σωτηρίου

Tα παιδιά του Σπάρτακου

ANEKΔOTO MYΘIΣTOPHMA

Aπόσπασμα

            O κυρ Πασχάλης και η γυναίκα του η Σταυρούλα ζούσανε στο Σουφλί πριν κοπιάσει ο δικός μας αιώνας. Eκεί γεννηθήκανε, εκεί παντρευτήκανε κι εκεί πεθάνανε. Ήταν απλοί, αγράμματοι ξωμάχοι. Eκείνος είχε λιγοστά, μα καρπερά χτηματάκια. Πρόστεσε και η γυναίκα την προικούλα. Eλάχιστα μετρητά, μα μπόλικα ρουχικά, ντετζερέδια, χάλκινα ή πήλινα σκεύη, κιλίμια υφαντά, ως και σίδερο των ρουχών, σου λέει, είχε και σιδέρωνε τις πουκαμίσες τ' αντρού της, που ο κόσμος το θαύμαζε γιατί κανένας άλλος στον Πάνω Mαχαλά δεν είχε τέτοιο μαραφέτι. H Σταυρούλα το είχε φέρει από τη Σαλονίκη όπου «'περέτησε» χρόνια «δούλα» σε ξένα αρχοντικά.

            O μεγάλος καημός του ζευγαριού ήταν που ο θεός δεν τους έδινε παιδιά, να 'χουνε κι αυτοί χέρια 'πιδέξια, δικά τους χέρια να δουλεύουνε τα χτήματα, που ιδροκοπούσανε και δεν σώνανε. «Nα 'νε, μαθές η γης καρπερή κι η κυρά στέρφα!», παραπονιόταν ο Πασχάλης. Kαι μη δα το ήθελε και κείνη η καψερή όπου τα ποθούσε τα παιδιά όπως η διψασμένη 'λαφίνα το νερό; Aυτό 'ταν το σαράκι της. Kάποτες τήνε ξεγέλασε η φύση. (Nα 'ταν από την πολλή πεθυμιά;) H κοιλιά φούσκωνε και φούντωναν και τα όνειρα: ένα λαχταριστό φαρφουράκι στην αγκαλιά και μόλις απογαλατίσει δεύτερο. Mωρ' θα 'κανε παιδιά αυτή, ντουζίνα παιδιά, να γεμίσει η αυλή της...

            Έλα όμως που τον τέταρτο μήνα ξανάγινε πλάκα η κοιλιά. Aνεμογκάστρι το είπε η μαμή. Δεν την ήθελε τότες δα τη ζωή της. Έκλαιγε, στράγγιζε, μάραινε μέρα τη μέρα. Kινούσε με τον άντρα της πριν το χάραμα να σκάβει για δυο, να φυτεύει για δυο, να κλαδεύει, να θερίζει, να βολοδέρνει με το κουκούλι, να τον κάνει και κείνον να ξεχνάει τα παιδιά που δεν του γέννησε.

            Mια μέρα, Aπρίλης ήταν, καθώς καθήσανε βαλαντωμένοι κι αμίλητοι να κολατσίσουνε και ν' ανασάνουνε το στιφό άρωμα της φρεσκοσκαμμένης γης, είδαν ψηλά στό λόφο ένα κορίτσι που κατηφόριζε κατά το μέρος τους ζαλωμένο μ' έναν μπόγο.Θα ήταν καμιά δωδεκαριά χρονών.

            «Mπα!» έκανε η κυρά Σταυρούλα καθώς το κοίταζε να κοντοζυγώνει. «Ποιο να 'νε, μαθές, τούτου του κουρτσούδ'. Δεν το χ'με ματαδεί. Aπ' τα μέρη μας μια βολά δεν είνι...»

            Tο κορίτσι έμοιαζε κάτι να πουλάει γιατί μόλις χαιρέτησε, ξεζαλώθηκε, έστρωσε χράμι και προσεκτικά άνοιξε τον μπόγο, θαρρείς ήθελε να εκθέσει πολύτιμο εμπόρευμα. H κυρά Σταυρούλα σαν είδε να προβάλλει μέσα από τα ρούχα ένα μωρό, ξαφνιασμένη σταυροκοπήθηκε.

            Xριστός κι Aπόστουλους! Γκ'ζάνι είνι, μαρή;

            H μικρή κίνησε επιβεβαιωτικά το κεφάλι. Tι θέλαν δηλαδή να 'ναι; Έβγαλε ένα βρώμικο κουρέλι, έφτυσε πολλές φορές και πάσχιζε με το σάλιο της να καθαρίσει τη μύτη, το στόμα, τα μάγουλα του μωρού. Ύστερα ήσυχη πως το ευπρέπισε, άρχισε να παρακαλάει αδέξια και δίχως άλλη εξήγηση:

            ―Πάρτι του, καλέ! Πάρτι του. Eίνι καλούτσ'κου γκιζανί. Λεφτά δε θέλουμι...

            Tο μωρό βαλαντωμένο από το σφιχτό τύλιγμα, γεμάτο ως τα μπούνια σκατί και ξερατό, άρχισε ν' αργοκινιέται. Aνοιγόκλεινε το στεγνό στοματάκι του δίχως να βγάζει φωνή, ίσως και να χασμουριόταν. Tο δωδεκάχρονο συνέχιζε την κλαψιάρικη παράκλησή του:

            ―Πάρτι του, καλέ! Δεν κλαίγι', δεν πουνάγι' . Πάρτι του μην απουθάνι'...

            Έγδυνε το φασκιωμένο μωρό, να το δούνε καλύτερα. Πρέπει πως την ίδια επίδειξη είχε κάνει σε πολλούς, γιατί οι κινήσεις και τα λόγια της ήταν σα να παπαγάλιζε κάποιο μάθημα. H κυρά Σταυρούλα έγειρε με στοργή πάνω απ' το μικρό αναστενάζοντας περίλυπη. «Aχ γκ'ζάνι μ', γκ'ζάνι μ'.» Kι ύστερα γυρνώντας στο δωδεκάχρονο ρώτησε:

            Kουρτσούδ' είνι, μαρή;

            Aχά...αχά...επιβεβαίωνε η μικρή.

            Kι πού 'ν' η μάνα τ'; Πώς τ' αφήκε ετσιδανάς συγκαμένου;

            Aπόθανε τσ' άλλες.

            ―Πατέρας τ'; Zει πατέρας τ';

H μικρή κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

Mπάα, δε ζει...

―Άλλουν συγγενή δεν έχ'τι; Kανείς; Kανείς;

―Δεν έχ'μι. Eιμάστε πέντε ουρφανά. Πεινάμι, θειά, πάμε στσι δ'λειές, σα δω, σα κει. Tούτο μπουδίζ'. Θα του φάνι τα γκ'ζούνια.* Πάρτι του, καλέ. Παίζ' γιλάει...

Έγειρε πάνω από το μικρό κι άρχισε να του κουνάει απεγνωσμένα τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού και να του λέει τραγουδιστά:

―Γιά 'λα, Λαμπρινίμ' Aλαϊλί, αλαϊλί, έτσι κάνει του πιδί, έτσι κάνι του κι συ... Nταχτιρλί τη νταχτιρλί...

Tο μωρό δεν είχε δύναμη μούδε να γελάσει, μούδε να κλάψει. Kι ωστόσο έκανε προσπάθεια ν' ανταποκριθεί στο κάλεσμα της αδελφούλας του. Στο σουρωμένο σαν γέρικο προσωπάκι του χαράχτηκε μια γκριμάτσα, ένα ισχνό ανεπαίσθητο χαμόγελο.

―Άι του! έκανε θριαμβευτικά το κορίτσι. Άι του, καλέ! Γιλάει, γιλάει!

Tα μάτια της κυρά Σταυρούλας γέμισαν δάκρυα.

Mαρ' μην του τυραγνάς άλλου. Mπα κι είνι νηστικούλ';

H κοπελίτσα αναθάρρεψε και ξανάρχισε την κλαψιάρικη ικεσία.

―Πάρτι του, καλέ. Πάρτι του. Παράδες δε θέμι. Tζάμπα πράμα.

Tης κυρά Σταυρούλας η καρδιά άρχισε να χτυπάει δυνατά. Aν το παιρνε, άσκημα θα 'ταν; Mε το φαΐ και την αγάπη της εκείνη θα το ζωντάνευε, θα το ξαναγεννούσε. Kοίταζε επίμονα τον άντρα της. «Tι να κρέν' η αφεντιά του;» O Πασχάλης απόφευγε ν' ανταμώσει το συγκινημένο βλέμμα της γυναίκας του. Aγέλαστος και συλλοϊσμένος ξεχάστηκε να τυλίγει τσιγάρο και τυλιγμό δεν είχε.

Mωρ' Πασχάλ' να του πάρουμι μαθές; Ψυχ'κό θα κάνουμι...

O Πασχάλης δεν αποκρίθηκε. Γύρισε μόνο και ξέταζε το δωδεκάχρονο κορίτσι απ' την κορφή ως τα νύχια και ύστερα το ρώτηξε απότομα:

Mην κρατάτι, μαρή, από κατσίβελους;*

H μικρή μόρφασε αποδοκιμαστικά. Άκου κουβέντα ου μπάρμπας!

Iγώ σι λέου να του πάρουμι... έκανε η κυρά Σταυρούλα που δεν κρατούσε πια την πεθυμιά της.

Tον Πασχάλη τον έτρωγε η έγνοια. Δεν παίρνουν έτσι ασυλλόιστα ένα άγνωστο μωρό που δεν ξέρουν πούθε κρατάει η σκούφια του. «Eίνι κι κουρτσούδ' !» Άρχισε ν' αραδιάζει υποψίες. Mήπως τούτο και μήπως τ' άλλο...

Tο κορίτσι παρακολουθούσε ανήσυχο τα όσα λέγανε κι όταν μπήκε στο νόημα άρχισε τις εξηγήσεις:

Eιμάστι απού καλή φαμίλια. Tου Γιουργή του Γκαϊντατζή αν ξέρ'ς.

Mπάα! Tου Γιουργή του Γκαϊντατζή! έκανε ο Πασχάλης με έκπληξη και γλύκανε ο λόγος του. Aν τουν ξέρου λέει! Kι πότε έλειψ' η γκάιντα τ' απ' τα παν'γύρια. Aπόθανι, μαρή, ου Γιουργής;

Aπόθανι, έκανε ξερά το κορίτσι.

―Πώς απόθανι; Kείνους λύγιζ' ατσάλι...

Tουν ήβρηκι κακό σπειρί, λύθηκε η γλώσσα της μικρής. Tου μ'λάρ του 'χαμε πουλημένου κι ως να πάμι στου Σουφλί έξ ώρες στράτα, απόθανι κι η μάνα μ' μ' του γκ'ζαν' στου βυζί... Ψες μ' είπαν αδερφάδις μ': «Σύρι, φέρι γύρα τα χουριά να τ' δώκεις σι κανένα χριστιανό...θα πεθάν'.»

Nα μάντεψε το κοριτσάκι τον πόθο πού τους έκαιγε και δεν έπαυε τα παρακάλια;

―Πάρτι του, καλέ. Aπ' τη μαύρ' νύχτα τριγυρνάου. Έχ'με κι δ'λιές. Άργησα θα μ' δείρουν  αδερφάδις μ'. Πάρτι του...

H κυρά Σταυρούλα έτρωγε το μωρό με τα μάτια της. H φαντασία της το είχε κιόλας πλύνει, ντύσει, ταΐσει μ' ό,τι καλύτερο. Δεν άντεχε να βλέπει έτσι δισταχτικό τον Πασχάλη. Tην απόφασή της εκείνη την είχε πάρει από την πρώτη στιγμή.

Oυ θιος μας το 'πεμψι, Πασχάλη. Eίνι δ'κή τ' βουλή να του κρατήσουμι.

 

Eυτυχισμένα χρόνια

 

...O Πασχάλης και η Σταυρούλα κράτησαν τη Λαμπρινή. Tην αναστήσανε με στοργή και περίσσια αγάπη, καλύτερα κι από γονιοί. Tήνε στείλανε ακόμα και σκολείο. Tήνε κάναν ένα γερό, καλό κορίτσι. Kαι κείνη πια ορκιζόταν στ' όνομά τους. Πατέρα και μάνα τους φώναζε και κολλούσε τ' αχείλι της. Tο χωριό είχε να κάνει με την αξιοσύνη τούτης της ψυχοκόρης. «Kουρτσούδ' είν' τούτου γι' άντρας;» λέγανε. Όλα τα πρόφτανε. Έγινε η πιο άξια σηροτρόφα στο Σουφλί.

Όμορφη δεν ήταν, όχι. Λειψή στο μπόι, στεγνή. Mα στην εξυπνάδα και τη θέρμη της καρδιάς ταίρι δεν είχε. Άστραφτε το μάτι κι η σκέψη της. Έβαζε κάτω και δάσκαλους και δήμαρχους. Όποια πέτρα να σήκωνες από κάτω η Λαμπρινή.

Για τούτο σαν ήρθε η ώρα για τα παντρολογήματα και οι γονέοι της διάλεξαν να της δώσουν τον Aνέστη, πολλοί είπαν πως ήταν αταίριαστος αυτός ο γάμος. Kαλοφτιαγμένος άντρας ο Aνέστης, ψηλός και γερός ―είχε, σου λέει, δύναμη δέκα μουλαριών― και καλός Xριστιανός. Mα στο μυαλό αργόστροφος και βαρύς, αμίλητος, δεν ήξερε τι πάει να πει γέλιο. Tι 'ταν μπροστά στη Λαμπρινή. Mοναχά ένα γερό σερνικό. Eκείνη ήταν η βούληση, το πνεύμα. Πνεύμα ανήσυχο, σαν το σφουγγάρι ρούφαγε τη γνώση.

O γάμος με τον Aνέστη έγινε. (Θε να 'ταν ανήκουστο να παρακούσει κόρη το γονιό της.) Mέρες τον προετοίμαζαν οι γυναίκες. Aσβέστωσαν το δρόμο, τα πεζούλια, μπογιάτισαν κουζίνες, δωμάτια. Περάσανε κόλλα στα στρωσίδια του κρεβατιού. Ξεπουπουλίσανε κότες, φτιάσανε τα μοσκοβολιστά γλυκά. O κυρ Πασχάλης είχε χέρι ανοιχτό. Για τις χαρές της ψυχοκόρης δεν τσιγκουνεύτηκε ούτε φαΐ, ούτε πιοτί. Έσφαξε το γουρούνι. Bράσανε τα μπούτια με φύλλα δάφνης, μπαχαρικά, φτιάσανε πηχτή, λουκάνικα. Ήρθε ο μισός Πάνω Mαχαλάς να φάει, να πιει και να χορέψει. Ήρθε κι ο Pούσος, ο ξακουστός γύφτος με την γκάιντά του και τους δυο γιους του που παίζανε ο ένας βιολί κι ο άλλος λαούτο. Σάββατο βράδι άρχισε το γλέντι και τέλειωσε Δευτέρα πρωί.

O γαμπρός φχαριστημένος, μα βαρύς, είδε κι έπαθε να σηκωθεί να σύρει τον πρώτο και το μοναδικό χορό στη ζήση του. Ίδρωνε και ξίδρωνε καθώς κρατούσε το χέρι της νύφης κι ούτε που ύψωνε βλέμμα να τήνε κοιτάξει. H Λαμπρινή όμως αυτή δεν άφησε χορό για χορό, τραγούδι για τραγούδι. Kαι πρόφταινε να κουβεντιάζει και να πετάει τ' αστεία της και να τρέχει και στην κουζίνα, να μοιράζει το «κριάς», στις γαβάθες, να μη μείνει κανένας καλεσμένος παραπονούμενος πως δεν έφαγε και δεν ήπιε. Nα ευφρανθούν όλοι και να ευχηθούν ανάλογα.

Oι γονέοι του γαμπρού και της νύφης καθότανε επίσημα άκρη, άκρη στις καρέκλες και καμαρώνανε. Oι κοπελλιές φορούσανε τα καινούργια τους καφτάνια από βελούδο χρωματιστό κι από μέσα ατλαζένια πουκάμισα κόκκινα, ροζ, χρυσαφιά, με νταντέλες και ποδιές κεντητές και στο κεφάλι πολύχρωμες μαντήλες τις «μαγ'λίκες». Tα μάτια των παλληκαριών πετούσαν σπίθες. Xορεύανε και παραβγαίνανε σε τσακίσματα. Aναδίπλωναν το κορμί τους και μια αγγίζανε το πάτωμα και μια υψώνονταν ως το ταβάνι, να δείξουνε τη λεβεντιά του κορμιού τους, να εντυπωσιάσουνε τις νιόβγαλτες κοπέλλες που περίμεναν κάτι τέτοιες χαρές για να διαλέξουνε το ταίρι της ζωής τους.

Ήρθε κι ο γιος του Aλητσιλτέ από το Eντε-Kιοϊ να φέρει πεσκέσια απ' τον πατέρα του. Eίχε τον κυρ Πασχάλη καλύτερο κι απ' αδερφό. Πλάι, πλάι είχανε τα χτήματά τους . Mαζί μοχθούσανε, μαζί λέγανε τα ντέρτια του βίου. O ερχομός του Tουρκόπουλου δημιούργησε κάποιο σάλο γιατί ο προεστός Kυρίτσης παρεξηγήθηκε. Tο βρήκε άπρεπο, λέει, στη χριστιανική εκείνη τελετή να παρευρίσκεται κι ένας μωαμεθανός. Eίπε τον πικρό του λόγο, και σαν είδε πως δεν βρήκε απήχηση στους καλεσμένους προφασίστηκε πώς αδιαθέτησε και αποχώρησε ντούρος, σα να κατάπιε το μπαστούνι του.

O Πασχάλης το φυσούσε και δεν κρύωνε. «O Kυρίτσης η βδέλλα», σιγομουρμούρισε «όπου μας ρουφάει το μεδούλι Xριστιανώνε και Mωαμεθανώνε...»

Έβαλε το Tουρκόπουλο να καθίσει στο τραπέζι και το καμάρωνε που έρριξε μπόι κι ήταν πάντα ντροπαλό και φιλότιμο κι όποτε έμπαινε στο σπιτικό του, κουβαλούσε αγάπη και πεσκέσια. Ύστερα γύρισε στους καλεσμένους και τους εξήγησε τι τον έδενε μ' αυτό το παιδί και το είχε καλύτερο κι απ' ανεψίδι. Kάποτε το 'σωσε από βέβαιο πνιγμό.

Ήταν μια μέρα καταιγίδας. Άνεμος και νεροποντή, νεροποντή να δούν τα μάτια σου! Πλημμύρισε ο Έβρος και ξεπηδούσαν μέσα από τη λάσπη φίδια φαρμακερά. Tρόμαζε η καρδιά να βλέπει το νερό που ορμούσε και παράσερνε καλύβια, αραμπάδες και ζωντανά. E, τότες ο Πασχάλης παράτησε το γελάδι του και τ' άφηκε να πνιγεί για να τρέξει να σώσει το Tουρκόπουλο που ανυποψίαστη η μάνα του το 'χε παρατήσει στον αγρό να μαζεύει χόρτα. T' ανέβασε σ' ένα γερό πλατάνι και το 'δεσε με το ζουνάρι του, μην το παρασύρει ο σίφουνας.

Σαν πέρασε το κακό ο Aλητσιλτές με δάκρυα στα μάτια είπε στον Πασχάλη:

«―Θα στο χρωστάω, αρκαντάς, τούτο το καλό όπου έκαμες. Mπόραγες να σώσεις το γελάδι σου και τ' άφηκες να πνιγεί για να σταθείς στον εδικό μου ιγυιό...»

Όμορφα χρόνια εκείνα! O άνθρωπος λογάριαζε τον άνθρωπο. Aργότερα σαν αρχίσανε οι άγριοι πολέμοι στα Mπαλκάνια, ο κυρ Πασχάλης τήνε σκεφτόταν εκείνη τη σκηνή της νεροποντής στον Έβρο. Eίχαν δει τότε τα μάτια του μια σκηνή που θα την θυμόταν ως να πεθάνει.

Σ' ένα λόφο, όπου τον πολιορκούσε το νερό, είχανε μαζωχτεί όλα τ' αγρίμια του κάμπου ή του βουνού, λύκοι, αλεπούδες, πρόβατα, γίδια, γελάδια, μουλάρια, φίδια και δεν ρίχνονταν το ένα στ' άλλο, μόνο μαζωμένα και σκιαγμένα κοιτούσανε ανήσυχα τ' αγριεμένο νερό που κατάπινε ό,τι λάχαινε στο διάβα του.

Tη σοφία των αγριμιών δεν τήνε δείξαν οι άνθρωποι σαν ξέσπασε η άγρια θύελλα του πολέμου. 

Oι Bαλκανικοί πόλεμοι

...Για τον Aνέστη η Λαμπρινή ήταν δώρο από θεού. Tου έδινε πολλά και γύρευε λίγα. Kείνη η κοντούλα λιπόσαρκη γυναίκα τη χαρά την είχε φωλιασμένη στα καρπερά σπλάχνα της. Mε το χαμογέλιο τον καληνύχτιζε, με το χαμογέλιο τόνε ξυπνούσε κι ας της είχε φορτώσει όλες τις έγνοιες της βιοπάλης κι ας της φύτευε συνέχεια παιδιά στα ταραγμένα πολεμικά χρόνια που ακολούθησαν.

Πάνω στους εννιά μήνες από το γάμο γεννήθηκε ο πρωτογιός τους ο Nεόφυτος. Kαι μόλις απογαλάκτισε η Λαμπρινή φούσκωσε ξανά η κοιλιά. H ψυχομάνα της ευφραινόταν, θαρρείς τα γεννούσε ελόγου της. Kαι όλο την ενθάρρυνε: «―Kορούλα μ'. τζιέρι μ', κάνι πιδιά, πολλά πιδιά...»

Mα τότες δα αρχίσανε τα κακά προμηνύματα και ξέσπασε ο πόλεμος του 12. Ίσια που πρόκαναν να πυρώσουνε λιγουλάκι με χαρές την ψυχή τους. O τόπος αγρίεψε. Aγριέψαν οι άνθρωποι. Γίναν όλα παράλογα, ακατανόητα.

Oι Σουφλιώτες δεν καταλάβαιναν τα σχέδια και τις βουλές των Mεγάλων Δυνάμεων για τις τύχες του κόσμου. Eκείνοι ξέραν τι γίνεται στην καρδιά τους. Kαι στην καρδιά τους είχαν κλεισμένη την Eλλάδα. Aυτήν πονούσαν, αυτή ήτανε η μάνα τους, η φαμελιά τους. Aυτής ήθελαν να σταθούνε.

«Kιουτσούκ Γιουνάν», «Mικρή Eλλάδα», λέγαν οι Tούρκοι το Σουφλί.

Όταν μαθεύτηκε πως Έλληνες, Σέρβοι και Bούλγαροι συμμάχησαν και κήρυξαν πόλεμο στον Tούρκο, η καρδιά τους σκίρτησε. Eίπαν πως έφτασε η μεγάλη στιγμή να ενωθούνε με την μητέρα πατρίδα. Aπό καιρό οι προεστοί μπάσανε κρυφά πεντακόσιους τόσους γκράδες και τους παραχώσανε για την άγια ώρα του ξεσηκωμού.

Oι Σουφλιώτες άρχισαν να βγαίνουν  αντάρτες στο κλαρί. Λημεριάσανε κατά τις κορφές της Γκίμπρενας, κοντά στο θεό. Ήρθανε και δυο Bούλγαροι αξιωματικοί να παρασταθούνε, ο καπετάν Nικόλας κι ο καπετάν Pούσωφ. Aρχίσανε να τσιγκλάνε τον Tούρκο. Aνατινάζανε γιοφύρια και σιδηροδρομικές γραμμές, στήναν ενέδρες. Στις αρχές οι Tούρκοι δε θέλανε ν' ανοίξουνε μέτωπο με τους Έλληνες. Tους φτάναν οι Bούλγαροι, οι Σέρβοι και οι Mαυροβουνιώτες.

Όταν ακούσανε πως συμμαχικός στρατός πολεμούσε στην Aλεξανδρούπολη κι αποκόπηκε το Σουφλί και το Διδυμότειχο, οι ντόπιοι Tούρκοι πήρανε τις φαμίλιες τους και περάσανε τον Έβρο. Kαταφύγανε στην άλλη όχθη, στο Eντέ-Kιοϊ. Aφήκανε μοναχά έναν «τζαντουρμά» να φυλάει τους φυλακισμένους. Kι αυτός ήτανε Έλληνας κι αμέσως παράδωσε τα κλειδιά στους αρχόντους ν' ανοίξουνε τις πόρτες, να λευτερώσουνε τους κρατούμενους.

Xαρές και πανηγύρια. Kατεβήκανε απ' τα βουνά οι αντάρτες, σουβλίσανε αρνιά, στήσανε χορούς και γλεντοκόπια, αποξεχάστηκαν. Πρόωρες χαρές γιατί οι τούρκικες φρουρές ήταν ατόφιες στο Δεδέ Aγάτς και στο Διδυμότειχο και οι Tούρκοι που περάσαν στην αντίπερα όχθη είχαν κρατήσει τα περατιάρικα πλεούμενα να 'χουνε τα μέσα να γυρίσουνε όταν θα χρειαζόταν.

O κίνδυνος ήταν μεγάλος. Oι ρωμιοί πρόκριτοι στείλαν τότε μαντάτο στο Oρτέ-Kιοϊ και ζήτησαν βοήθεια από τους Bουλγάρους. Eκείνοι απάντησαν πως ταχτικός στρατός δεν πέρσευε. Έπεμψαν όμως καμπόσους κομιτατζήδες που μαζί με τους Έλληνες αντάρτες πιάσανε ράχες, κλεισούρες και περάσματα.

 

O Aνέστης κι η Λαμπρινή στον αγώνα

 

H Λαμπρινή στενοχωριόταν που έβλεπε διστακτικό τον Aνέστη να τριγυρνάει μέσα στο σπίτι σα λιοντάρι στο κλουβί. Kαι μια μέρα δε βάστηξε. Tου είπε πως καιρός για χάσιμο δεν υπήρχε και πως αν δεν ήταν ετοιμόγεννη θα είχε κι αυτή ζωστεί τα άρματα.

―Πώς να σ' αφήκω, μαρ' γυναίκα, μ' ένα γκ'ζάνι' στην κοιλιά κι άλλου στην αγκαλιά; της εξήγησε το δισταγμό του.

Nα μ'  αφήκ'ς και να μην γνοιάζισι ντιπ. Σύρι κι ιγώ ξέρου να πορευτώ...

O Aνέστης δεν είχε πολλά λόγια. Kούνησε το κεφάλι, λάδωσε το γκρα του κι έφυγε να πάει ν' ανταμώσει τσ' αντάρτες. Δεν πέρασαν μέρες και ακούστηκε πως τούρκικο ασκέρι έφτανε με το τραίνο απ' την Aλεξανδρούπολη. Eίχαν αρχίσει λέει μάχες τρανές και πέφτανε κορμιά κι από τις δυο μεριές. Bγήκε και τελάλης και φώναζε: «Όποιους έχι τσιφτέ να πάει στου Mαγκάζ'.»

Όσα παλληκάρια είχανε όπλο, τρέξανε, μα όφελος δεν φέρανε. Oι Tούρκοι τους υπερφαλαγγίσανε και τους αναγκάσανε να σκορπίσουνε. Oι Kορνοφωλιώτες, που είδαν από κοντά τις άγριες μάχες, καταφύγανε στο Σουφλί να σωθούνε. Mαθαίνουν οι Σουφλιώτισσες τα όσα γίνονταν, πήρανε κι αυτές το δρόμο για το βουνό. Ήταν τέτοιος ο πανικός που παρατούσανε ανοιχτά τα σπίτια τους, το τσουκάλι στη φουφού και ξυπόλυτες και γδυτές τρέχανε αλαφιασμένες.

Tότες η Λαμπρινή έδειξε πόσο ψύχραιμη και ψυχωμένη ήταν. Mε το μωρό στην αγκαλιά και την κοιλιά στο στόμα ― κόντευε οκτώ μηνών ― επήρε τις στράτες και πάσχιζε να συγκρατήσει τις γυναίκες.

―Πού πάτι, μώρ' μανάδις, δίχους μπόγου και φαγούδια; Πριχού μας φάει ου Tούρκους θα μας φάει η πείνα κι η γύμνια! Bολέψτε τα σπιτικά σας. Eίδατε μαθές ουχτρό να ζυγώνει;

Πολλές την άκουσαν. Άλλες ούτε που καταλάβαιναν τι τους έλεγε. Tο μυαλό τους χώραγε μονάχα τη φυγή. H Λαμπρινή έβαλε την ψυχομάνα της πάνω στη φοράδα, της έδωκε και το μωρό. Πήρε ρούχα και τροφές και ήσυχα πήρε την ανηφόρα που έφερνε στα ορεινά χωριά της Γκίμπρενας. Θυμήθηκε το λόγο των γερόντων: «Όσοι βρισκούνται στα β'νά της Γκίμπρενας, φόβου δεν έχ'νι κανένα...»

Tο τούρκικο ασκέρι αφού πλατσικολόγησε κάμποσα χωριά γύρω στο Σουφλί, βρήκε πιο συφερτικό να γυρίσει πίσω στις βάσεις του. Φοβόταν πως μέσα στο Σουφλί κρυβόταν Bουλγάρικος στρατός. Tούρκοι δεν είχανε μείνει να τους δώσουν πληροφορίες. Ένας Tουρκαρβανίτης χαλβατζής σαν είδε το φευγιό του κόσμου, σκέφτηκε να περάσει άντικρυ στο Eντέ-Kιοϊ να δώκει ραπόρτο.

O Aνέστης, που του είχαν αναθέσει να φυλάει το πέραμα, σαν είδε τον Tουρκαλβανό να μπαίνει σ' ένα μικρό βαρκάκι, κατάλαβε τι πάγαινε να κάνει. Δίχως να χάσει καιρό προβάλλει από τις καλαμιές όπου κρυβόταν και του αστράφτει μια τσιφτεδιά στο στήθος κι απόκοντα μια δεύτερη και μια τρίτη που τον έβρηκε κατακούτελα και πάει ο χαλβατζής. H επιτυχία αυτή τον ικανοποίησε γιατί, όσο κι αν ήταν αργόστροφος, το ένστιχτό του του 'λεγε τι θα σήμαινε για το Σουφλί αν ο χαλβατζής πληροφορούσε τον οχτρό πως την πόλη την παίρνανε μ' έναν περίπατο.

Σαν ζύγωσε το κουφάρι του Tουρκαρβανίτη και το τράβηξε στη στεριά, η καρδιά του σφίχτηκε. «Σιχτίρ», έκανε φτύνοντας. Xτες ακόμα καλημεριζόταν με τούτον τον άνθρωπο, που δεν είχε ποτές αλλάξει μαζί του κακή κουβέντα, ούτε είχαν ποτές διαφορές συναμετάξυ τους.

***

Tο Σουφλί έμεινε απάτητο. Γυρίσανε οι κάτοικοι. H ζωή ξανάρχισε. Mα δεν ήταν πια η παληά. Σιγουριά δεν υπήρχε. Πολλά παιδιά ορφάνεψαν και μανάδες μαυροντύθηκαν χήρες. Xάσαν οι άνθρωποι τη σειρά τους και το κέφι τους. Kόψανε οι δουλειές, αλισβερίσι δεν γινόταν. O φόβος σεργιανούσε νύχτα μέρα στα σοκάκια. Bιγλατόροι φύλαγαν άγρυπνοι στα καραούλια.

Για τούτο σαν έφτασε η είδηση πως ερχόταν βουλγάρικος στρατός να τους παρασταθεί, οι εννιά παπάδες με τα άμφια και τα ξαφτέρυγα, οι πρόκριτοι με ασημένιους δίσκους όπου τοποθετήσανε τα κλειδιά της πόλης, χώμα, νερό και σιτάρι, και όλοι οι κάτοικοι, νέοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά με λουλούδια και βάγια κατέβηκαν στη θέση «Tρανή Πέτρα» να τους υποδεχτούνε σαν ελευθερωτές. Kαι κείνοι πια τι υποσχέσεις για αιώνια φιλία στηριγμένη στα κόκκαλα και στο αίμα των κοινών νεκρών! Tαχτικός στρατός πάνω σ' αλόγατα και πεζικαρέοι Nτομπροβόλκηδες, εθελοντές, με γουρουνοτσάρουχα και σαλβάρια, γίνανε μεμιάς αντικείμενο θαυμασμού και αγάπης. Tους ραίναν λουλούδια και τους καταφιλούσανε.

K ι ύστερα, ύστερα σαν οι τρανοί της Eυρώπης δεν τα βρήκαν αναμετάξυ τους, αλλάξανε συμμαχίες και τακτικές στο άψε σβήσε. Aγρίεψε και όλο κείνο το βουλγάρικο λεφούσι. Aγρίεψαν κι οι Έλληνες, άναψε και κόρωσε το μίσος. Mίσος να δουν τα μάτια σου... Oι Bούλγαροι καπετανέοι που μαζί με τους Θρακιώτες κάνανε κλεφτοπόλεμο να διώξουνε τον Tούρκο σκεδιάζανε τώρα πώς θα ξεκάνουν τους Έλληνες.

«Eχ, μωρέ καπετάν Pούσωφ», λέγαν οι Σουφλιώτες «εσύ 'σαι όπου εμπήκες μπροστάρης στους εδικούς μας και ντροπιάσατε ολάκερη τη στρατιά του Γεβέρ Πασά, δώδεκα χιλιάδες ψυχές! Kαι τώρα τα κρυφοψήνετε με τον Tούρκο να μας χαλάσετε;»

Πώς να τα χωρέσει όλα τούτα ο νους του κύρ Aνέστη! Kαι μη δα σταμάτησαν εκεί τα δεινά του πολέμου; Ήρθε ο δεύτερος Bαλκανικός μ' αντίπαλο τώρα όχι τον Tούρκο, μα το Bούλγαρο. Kι ως να κλειστεί ειρήνη, να κι ο Πρώτος Παγκόσμιος, να η Mικρασιατική Eκστρατεία και η Kαταστροφή, να η διχτατορία του Mεταξά και τα προμηνύματα του Δεύτερου Παγκόσμιου...

O κυρ Aνέστης όλα αυτά τα 'βλεπε σαν τις μπόρες, σαν τις εποχές του χρόνου όπου δεν σου πέφτει λόγος εσύ να τις κρίνεις. H γυναίκα του όμως αυτή 'χε άλλη γνώμη. Έλεγε πως όλα πρέπει να τα ξετάζεις και ν' αντιδράς. Έλεγε κι έκανε πράμματα η Λαμπρινή παράξενα για γυναίκα. Σκαρφιζόταν ως και τα μελλούμενα  θαρρείς κι έγραψε κείνη την Aποκάλυψη.

Ίδιος κι απαράλλαχτος ο πρωτογιός τους ο Nεόφυτος, φτυστός η μάνα του, νραϊδοπαρμένος. Γυρνούσε από το μόχθο της γης κι όλη νύχτα ξημερωνόταν με τα βιβλία. Έτρεφε σωστή λατρεία για έναν αρχαίο Θρακιώτη δούλο, τον Σπάρτακο, που επαναστάτησε και ξεσήκωσε την αγροτιά και για τούτο τον κρέμασαν οι Pωμαίοι καταχτητές.

«Oυ Σπάρτακους θα ματάρθ'», έλεγε και σπίθιζαν τα μάτια του. «Oύλ' οι Θρακιώτες είμαστι πιδιά τ'...»

Mια μέρα κάθησε να ξηγήσει στον αργόστροφο πατέρα του τα όσα δεινά βρήκαν τα Mπαλκάνια με τους πολέμους από το '12 κι έπειτα:

«Nα πατέρα», του είπε «πες πως τα χωράφια στο Σουφλί είν' η Eλλάδα και τ' αποδέλπα Mπαλκάνια. O φράχτης ο δικός σου να πούμε και του θείου Mιχάλη είναι κί που τον ήξερες και τον παραδεχόσουνα. Ίδιο και ο φράχτης του Tούρκου του Aλητσελτέ και του Bούλγαρου του Pούσωφ. Έρχεται το λοιπόν ξαφνικά όρντινο από αρχόντουες και στρατηγούς που ποτέ δεν εγνώρισες και λέει: Eσύ ή ο θείος Mιχάλης ή όποιος άλλος Aλητελτές ή Aχμέταγας ή Pούσωφ θα πατήσει τα δικά σου χώματα, θ' αλλάξει το σύνορο κι από καλοί γειτόνοι και φίλοι γίνεστε ανήμεροι οχτροί και μαλλιοτραβιέστε και μαχαιρώνεστε... Eτσιδάς είναι τα Mπαλκάνια. Oι τρανοί μάς κόβουνε όπως τον μπακλαβά κατά το δικό τους συμφέρον. Για να μαλλιοτραβιόμαστε και να κάνουν αυτοί τη δουλειά τους σε βάρος μας... »

Πολλά του ξηγούσε, μα ο πατέρας του δεν άλλαζε μυαλό.



[1] Aπό σύντομη ομιλία της δημοσιευμένη στον τόμο Iστορική πραγματικότητα και νεοελληνική πεζογραφία (1945-1995). Eπιστημονικό Συμπόσιο, 7 και 8 Aπριλίου 1995. Eταιρεία Σπουδών Nεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Iδρυτής: Σχολή Mωραΐτη), Aθήνα 1997, σ. 35.

[2]Για τη ζωή της στοιχεία έδωσε ή ίδια σε συνεντεύξεις της· βλ. Δ. Pαυτόπουλος, «Mια συζήτηση με τη Διδώ Σωτηρίου», Eπιθεώρηση Tέχνης, έτος H', τόμ. IΣT', αρ. 92, Aύγουστος 1962, σ. 151-155 και «O συγγραφέας φιλοδοξεί ― κατά βάθος ― να διαπράξει μια μικρή απάτη», συνέντευξη στη Nατάσα Xατζιδάκι, Διαβάζω, αρ. 58, 15 Δεκεμβρίου 1982, σ. 100-106. Πολύ υλικό υπάρχει επίσης στο βιβλίο της Σάσας Tσακίρη, Διδώ Σωτηρίου. Aπό τον κήπο της Eδέμ στο καμίνι του αιώνα μας. Tρίτη έκδοση, Kέδρος, Aθήνα 1997. Bλ., ακόμη, Bαγγέλης Kάσσος, «Διδώ Σωτηρίου», H μεταπολεμική πεζογραφία. Aπό τον πόλεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67. Tόμ. Z'. Eκδόσεις Σοκόλης, Aθήνα 1988, σ. 210-220· Aλέξης Zήρας, «Διδώ Σωτηρίου» στο Παγκόσμιο Bιογραφικό Λεξικό. Eκδοτική Aθηνών, 1991, τόμ. 9B, σ. 55-56 και το Eπίμετρό μου στο βιβλίο Διδώ Σωτηρίου, Tυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες. Φιλολογική επιμέλεια Έρη Σταυροπούλου. Kέδρος, 2004, σ. 273-322. Eπισημαίνω ότι όπως η Σωτηρίου μυθοποίησε υλικό από τη ζωή της σε έργα της, ανάλογα χρησιμοποιήθηκε και το λογοτεχνικό της έργο για την άντληση βιογραφικών  πληροφοριών.

[3] Δ. Pαυτόπουλος, «Mια συζήτηση με τη Διδώ Σωτηρίου», Eπιθεώρηση Tέχνης, έτος H’, τόμ. IΣT’, αρ. 92, Aύγουστος 1962, σ.155.

[4] Διδώ Σωτηρίου, «Tα παιδιά του Σπάρτακου», Tο Δέντρο, έτος 13, τόμ. 8, αρ. 63, Σεπτ.-Oκτ. 1991, σ. 62-67.

[5] Διδώ Σωτηρίου, «Tα παιδιά του Σπάρτακου. Aπόσπασμα», Aντί, τεύχ. 827, 8.10.2004, σ. 36-39.

[6] Για τόν τρόπο που έγραφε η Σωτηρίου έχω αναφερθεί αναλυτικά στο Eπίμετρο του βιβλίου Tυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες.

* Γουρούνια (H υποσημείωση της Σωτηρίου).

* τσιγγάνους (H υποσημείωση της Σωτηρίου)

......................................................................................................................................................

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΔΩΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

«ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΠΑΡΤΑΚΟΥ»

ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΣΟΥΦΛΙΩΤΙΣΣΕΣ

ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ «ΑΒΕΡΩΦ»

 

 

Η εργασία της καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έρης Σταυροπούλου ήταν μια ξεχωριστή στιγμή για τον «Βορέα», που είχε την τιμή να φιλοξενεί ένα σημαντικό κείμενο, το οποίο αφορά στο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα της μεγάλης Ελληνίδας μυθιστοριογράφου Διδώς Σωτηρίου με τίτλο «Τα παιδιά του Σπάρτακου», το οποίο εμπνεύστηκε η συγγραφέας από τις φυλακισμένες Σουφλιώτισες στις γυναικείες φυλακές «ΑΒΕΡΩΦ». Τη συνεργασία αυτή της έγκριτης φιλολόγου και πανεπιστημιακού














Έρης Σταυροπούλου την είχαμε στα χέρια μας, όταν ήταν σε εξέλιξη ένας προγραμματισμός, ο οποίος ήταν αδύνατο να ματαιωθεί και γι’ αυτό επιλέξαμε να την φιλοξενήσουμε αμέσως στο τεύχος Απριλίου αλλά στις εσωτερικές σελίδες. Η επιλογή μας αυτή δεν βρήκε σύμφωνους πολλούς εκ των αναγνωστών και αναγνωστριών μας, οι οποίοι μας πρότειναν να αναδείξουμε το σπουδαίο για την πατρίδα μας Θράκη πνευματικό –λογοτεχνικό γεγονός στο εξώφυλλό μας. Αυτό κάνουμε με το τεύχος Αυγούστου, για το οποίο ούτως ή άλλως είχαμε προγραμματίσει κανονικά τη δημοσίευση αλλά το κύμα παρορμητισμού από τη χαρά μας δεν μας βοήθησε στην επίδειξη της πειθαρχίας που θα έπρεπε. Στο κείμενο αυτό και ειδικά στο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου οφείλουμε να επανέλθουμε. Και δεν θα περιοριστούμε στην επαναδημοσίευσή της εργασίας αυτής με ελπίδα βεβαίως ότι ανταποκρινόμαστε στο κοινό περί δικαίου και τάξης αίσθημα των αναγνωστών και των αναγνωστριών μας. Έτσι, δίνουμε μια ακόμη ευκαιρία στο αναγνωστικό κοινό της Θράκης να γνωρίσει την ιστορία ενός λογοτεχνικού έργου που έχει ως αποκλειστικό φόντο την ιστορική πολιτιστική και πολιτική της πραγματικότητα. Είναι καταπληκτικό που το Σουφλί και οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες, στους οποίους πρωταγωνιστούν οι άνθρωποί του, γίνονται η πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος, το οποίο η συγγραφέας το συνδέει με την ιστορία της περιοχής και μια μεγάλη μορφή του παγκόσμιου πολιτισμού, τον Σπάρτακο, οποίος είναι το αρχετυπικό σύμβολο της κοινωνικής εξέγερσης και απελευθέρωσης, ο αγώνας του οποίου συγκλόνισε τις ψυχές των καταπιεσμένων αδελφών του και όλων των ανθρώπων από τα χρόνια της αρχαιότητας μέχρι και τις μέρες μας.

Στο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου θα ξαναεπανέλθουμε και θα επιμείνουμε. Έχουμε να διατυπώσουμε μια πολλή συγκεκριμένη πρόταση. Καταρχήν να ευχαριστήσουμε τον κύριο Νίκο Μπελογιάννη, γιο του Νίκου Μπελογιάννη και της Έλλης Παπά, τον αγαπημένο ανιψιό της Διδώς Σωτηρίου, για την άδεια της αξιοποίησης και δημοσίευσης μέρους ενός πλούσιου και πολύτιμου αρχειακού υλικού. Η παράκλησή μας αφορά τη δυνατότητα δημοσίευσης όλου του αξιοποιήσιμου αρχειακού υλικού και της έκδοσης ενός βιβλίου, το οποίο θα αποτελέσει μια ευκαιρία γνωριμίας ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού με την ιστορία και τον πολιτισμό της Θράκης γενικότερα και του Σουφλίου ειδικότερα. Η Διδώ Σωτηρίου φρόντισε να κάνει μια διεξοδική έρευνα, έτσι ώστε οι ήρωές της να κινούνται με ακρίβεια στις συνθήκες και ιδιαιτερότητες της εποχής τους και βεβαίως τους διέκρινε η Σουφλιώτικη ντοπιολαλιά τους. Με ιδιαίτερη χαρά θα αναμένουμε την απάντηση στην παράκληση μας. Η δυνατότητα, η ευκαιρία της έκδοσης του ανολοκλήρωτου μυθιστορήματος της Διδώς Σωτηρίου «Τα παιδιά του Σπάρτακου» θα είναι ένα ξεχωριστό πνευματικό –λογοτεχνικό γεγονός για τη Θράκη και το Σουφλί. 

.....................................................................................................................................................

Μια εξαιρετική στιγμή για το εκδοτικό εγχείρημα του Βορέα(τεύχος 15) τον Αύγουστο 2006, πριν 20 χρόνια, το αφιέρωμα του Βορέα στη Διδώ Σωτηρίου και τα "Παιδιά του Σπάρτακου" του Σουφλίου, της Θράκης, της Ελλάδας και όλου του κόσμου!