Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020

" Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΠΛΩΤΙΝΟΠΟΛΗΣ"-Ένα εξαιρετικό αφιέρωμα του "Βορέα" πριν 15 χρόνια με την υπογραφή του αρχαιολόγου Ματθαίου Κουτσουμανή


Ο αρχαιολογικός θησαυρός της Πλωτινόπολης

 

Του Ματθαίου Κουτσουμανή

Αρχαιολόγου της ΙΘ΄ Εφορείας

Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων

 

 

Στη νοτιοανατολική πλευρά του Διδυμοτείχου, ανάμεσα στη συμβολή των ποταμών Έβρου και Ερυθροποτάμου και το σιδηροδρομικό σταθμό, υψώνεται ένας βραχώδης οχυρός λόφος γνωστός με το όνομα «Αγία Πέτρα», το ύψος του οποίου είναι 55,90 μέτρα.

Πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διαπιστώθηκε ότι ο  λόφος αυτός με τη στρατηγική θέση παρουσιάζει αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη, ένα μικρό τμήμα  υστερορωμαϊκού ψηφιδωτού και τέσσερις ελληνόγλωσσες επιγραφές περισυλλέχθηκαν από το λόφο και τη γύρω περιοχή. Από τις επιγραφές αυτές οι δύο είναι της βουλής και του δήμου Πλωτεινοπολιτών τιμητικές για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες Ιούλιο Φίλιππο  και Βαλεριανό που βασίλεψαν στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα. Η Τρίτη είναι απολέπισμα βωμού αφιερωμένου στον Απόλλωνα Κερσινόν Σώζοντα που μαρτυρεί πάλι το όνομα της πόλης ΠΛΩΤΕΙ, ενώ η τέταρτη είναι μία αναθηματική στον Ηρακλή:

ΒΑΣΙΛΕΥΣ  ΘΡΑΚΩΝ          Κ[ΟΤΥΣ  ΜΟΚΑ]

ΠΟΡΕΩΣ ΗΡΑΚΛΕΙ

Ο Θράκας βασιλιάς είναι ίσως ο Κότυς Μοκαπόρεως, ενώ η επιγραφή θα πρέπει να χρονολογηθεί από τις προηγούμενες τρεις, γεγονός που αυξάνει τη σπουδαιότητά της.

 

Πλαίσιο κειμένου: ΑΓΑΘΗ ΤΥΧΗ
ΤΟΝ ΘΕΙΟΤΑΤΟΝ ΚΑΙ
ΜΕΓΙΣΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑ-ΤΟΡΑ  Μ. ΙΟΥΛΙΟΝ
ΦΙΛΙΠΠΟΝ ΣΕΒ  Η ΒΟΥ-ΛΗ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΠΛΩ-ΤΕΙΝΟΠΟΛΕΙΤΩΝ
ΕΥΤΥΧΩΣ

Πλαίσιο κειμένου: ΑΓΑΘΗ ΤΥΧΗ
ΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑ-
ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ Π
Κ ΟΥΑΛΕΡΙΑΝΟΝ
ΤΩΝ ΠΛΩΤΕΙΝΟ-
ΠΟΛΕΙΤΩΝ  ΠΟΛΙΣ
ΕΥΤΥΧΩΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Στα 1959-60 η επιφανειακή έρευνα του καθηγητή Γεωργίου Μπακαλάκη πάνω και γύρω από το λόφο επιβεβαίωσε την ταύτιση της θέσης αυτής με την Πλωτινόπολη.

Οι πηγές μας πληροφορούν ότι η Πλωτινόπολη ιδρύθηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό (98-117 μ.Χ.) για να τιμήσει τη γυναίκα του Πλωτίνη και βρισκόταν δύο περίπου χιλιόμετρα από τον ποταμό Έβρο. Κατά τον Ιεροκλέα και τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο ήταν μια από τις πέντε πόλεις της επαρχία Αιμιμόντου. Στα εκκλησιαστικά δε χρονικά αναφέρεται ως έδρα επισκόπου της αυτής επαρχίας υπό τον μητροπολίτη Αδριανουπόλεως. Από τον Προκόπιο επίσης είναι γνωστό ότι ο Ιουστινιανός ανοικοδόμησε τα τείχη της Πλωτινόπολης.

Μολονότι η πόλη αναφέρεται από τόσους συγγραφείς η τοποθεσία αυτής δεν είχε εξακριβωθεί. Μεγάλη διαφωνία υπήρχε μεταξύ αρχαιολόγων και ιστορικών. Ο Μελέτιος τοποθετεί αυτή αόριστα μεταξύ Αδριανούπολης και Τραϊανούπολης. Οι χάρτες του Κείπερτ τοποθετούν αυτή νότια του Διδυμοτείχου, άλλοι βόρεια του Διδυμοτείχου κοντά στο σημερινό χωριό Πύθιο ενώ, τέλος, μερικοί την τοποθετούν στο σημερινό Διδυμότειχο. Τελικά – όπως ανέφερα και παραπάνω- ο καθηγητής Μπακαλάκης ταύτισε τη θέση της «Αγίας Πέτρας» με την Πλωτινόπολη η δε έρευνά του έδωσε νέες διαστάσεις στη μελέτη της αρχαίας πόλης˙ η ανεύρεση εκτός της ρωμαϊκής και υστερορωμαϊκής και χειροποίητης (εγχώριας) καθώς και ελληνικής (κλασικών χρόνων) κεραμικής στην ίδια θέση, προϋπόθετε την παρουσία Θρακικού πληθυσμού και Ελλήνων στα προχριστιανικά χρόνια. Με άλλα λόγια ο Τραϊανός επανίδρυσε τη νέα πόλη στη θέση μιας παλιότερης, μάλλον Θρακικής, της οποίας το όνομα αγνοούμε.

 

 


Προκόπιος «Περί Κτισμάτων»

 

 

Και όσα δε αυτώ οχυρώματα είργασται αμφί τε, την άλλην Θράκην και την νυν καλουμένην Αιμίμοντον, εγώ δηλώσω. πρώτα μεν Φιλιππουπόλεώς τε και Βεροίας, έτι μέντοι Αδριανουπόλεώς τε και Πλωτινουπόλεως τα τε ενδέοντα και καταπεπονηκότα σπουδή τη πάση ωκοδομήσατο˙ επεί αυτάς επιμαχωτάτας ξυνέβαινεν είναι, καίπερ έθνεσι γειτονούσας βαρβάρων πολλοίς. και φρούρια δε ανάριθμα επί Θράκης ιδρύσατο πάσης, δι’ ων την χώραν,1 τα πρότερα ταις των πολεμίων επιδρομαίς, παντάπασιν τανύν αδήωτον κατεστήσατο. έστι2 δε τα φρούρια, όσα ημάς μεμνήσθαι αυτών, προς όνομα τάδε.3

 

Εν Ευρώπη˙

Λυδικαί.

Ελαίαι.

Εν ’Ροδόπη τα καινούργια˙

Κασεήρα.

Θεοδωρούπολις.

Το του Θράσου.

Σουδανέλ.

Μούνδεπα.

Θαρσάνδαλα.

1 αποκειμένην V : υποκειμένην corrector in V.

2 έστι  V : έτι Α.

3 Here the MSS, except Ahave: Όσα φρούρια ο θειότατος ημών βασιλεύς Ιουστινιανός έκτισεν εν χώρα τη καλουμένη Ευρώπη και Ροδόπη και Θράκη και Αιμιμόντω ούτως.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Και όσα οχυρωματικά έργα έχουν γίνει από τον βασιλιά Ιουστινιανό γύρω στην άλλη Θράκη, κι αυτήν που σήμερα ονομάζεται Αιμίμοντον119, θα τα αναφέρω αμέσως. 19. Πρώτα τα ελλιπή και καταπονημένα μέρη των τειχών της Φιλιππουπόλεως, της Βεροίας120, ακόμη και της Αδριανουπόλεως και της Πλωτινουπόλεως121, με μεγάλη προσοχή ανοικοδόμησε. Αυτές οι πόλεις άλλωστε συνέβαινε να απειλούνται διαρκώς, γιατί γειτόνευαν με πολλά βαρβαρικά έθνη. 20. Σε ολόκληρη τη Θράκη ίδρυσε αναρίθμητα φρούρια, με τα οποία απήλλαξε τελείως από τις λεηλασίες τη χώρα, που πριν ήταν εκτεθειμένη στις επιδρομές των εχθρών. Είναι δε τα φρούρια, όσα θυμάμαι, ονομαστικά τα εξής:

 

Στην Ευρώπη:

Λυδικαί.

Ελαίαι.

 

Στην Ροδόπη τα καινούρια:

Κασεήρα.

Θεοδωρούπολις

Το του Θράσου.

Σουδανέλ.

Μούνδεπα.

Θαρσάνδαλα.

 

-------------------------------------------------------------------------

119   Μια χώρα στην βόρειο Θράκη, φερώνυμος του όρους Αίμος˙ τώρα ονομάζεται Βαλκανική

 

120. Η σημερινή Stara Zagora.

121. Πλησίον του ποταμού Έβρου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Το 1965, κατά την κατασκευή χαρακώματος από στρατιώτες και σε βάθος περίπου 1,60 μέτρου ήρθε στο φως το εύρημα που για ευνόητους λόγους σχολιάστηκε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Πρόκειται για τη χρυσή σφυρήλατη προτομή του Σεπτίμιου Σεβήρου, του Ρωμαίου αυτοκράτορα που βασίλεψε από το 193 μέχρι το 211 μ.Χ. Το έργο – που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της Κομοτηνής- έχει ύψος 0,25μ., ζυγίζει περίπου ένα κιλό και είναι από χρυσάφι 24 καρατιών. Ο αυτοκράτορας εικονίζεται γενειοφόρος με έντονα τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Τα μαλλιά του είναι διαμορφωμένα σε κοντούς ελικοειδείς βοστρύχους. Φορεί φολιδωτό θώρακα με γοργόνειο στήθος. Ήταν στερεωμένη σε κοντάρι, όπως οι προτομές και άλλων αυτοκρατόρων. Τα πορτραίτα των αυτοκρατόρων ήταν μέσα έκφρασης της πολιτικής τους ιδεολογίας και της αυτοκρατορικής τους εξουσίας. Συγχρόνως ήταν εικόνες λατρείας του αυτοκράτορα Θεού στις μακρινές περιοχές της αυτοκρατορίας. Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία ότι ανήκει στον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο, μια που αρκετοί υποστηρίζουν ότι απεικονίζει το Μάρκο Αυρήλιο. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε, ότι γενικά τα πορτραίτα του οίκου των Σεβήρων ακολουθούν σκόπιμα την Αντωνίνεια παράδοση, προκειμένου να κατοχυρώσουν τη νομιμότητα της δυναστείας τους.

Το καλοκαίρι του 1977 αρχίζει η συστηματική ή ανασκαφική έρευνα στην «Αγία Πέτρα» από τον καθηγητή Γεώργιο Μπακαλάκη και τον Διαμαντή Τριαντάφυλλο – προϊστάμενο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θράκης. Η ανασκαφή άρχισε στο κέντρο περίπου του επάνω πλατώματος του λόφου, όπου αποκαλύφθηκε η λίθινη μνημειακή κρηπίδα νέος οικοδομήματος των ρωμαϊκών χρόνων κτισμένη με μεγάλους καλολαξευμένους γωνιόλιθους και θεμελιωμένη επάνω στο φυσικό βράχο. Σε σχέση με το οικοδόμημα αυτό, υπήρχε ένα επίσης μνημειακό πρόπυλο που αποτελούνταν από έξι πεσσούς, όπου πρέπει να ανοίγονταν καμάρες που κάλυπταν το πρόπυλο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μεγάλο και περικαλλές κτήριο, πιθανότατα δημόσιο, όπως δείχνουν σπαράγματα από μαρμάρινες έλικες ιωνικών κιονόκρανων και από ορθομαρμαρώσεις που βρέθηκαν στην ανασκαφή. Η κειραμεινή, τα νομίσματα και τα άλλα κινητά ευρήματα δείχνουν ότι ο χώρος βρισκόταν σε χρήση από τον 2ο μέχρι τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Η ανασκαφή έδωσε και σπουδαία κινητά ευρήματα. Ανάμεσά τους είναι ένας κορμός αγάλματος, αρκετά πήλινα λυχνάρια, κομμάτια από διακοσμητικά πήλινα ανάγλυφα καθώς και άφθονο οικοδομικό υλικό. Επίσης βρέθηκαν μια ενεπίγραφη στήλη Ρωμαϊκής περιόδου και ένα μαρμάρινο ανάγλυφο με παράσταση αλόγου και αναβάτη του τύπου που οι αρχαιολόγοι ονομάζουν «Ήρωα της Θράκης» ή « Θράκα Ιππέα». Η λατρεία του Θεού ήταν πολύ διαδομένη τα ρωμαϊκά χρόνια στη Θράκη, Μ. Ασία και στην Ευρώπη. Το όνομά του παρέμεινε άγνωστο. Αναφέρεται ως «κύριος» ή «κύριος ήρως» ή απλώς «ήρως». Είναι Θεός σωτήριος, θεραπευτής ανθρώπων και ζώων αλλά συγχρόνως καταχθόνιος και ψυχοπομπός. Ίσως να πρόκειται για το μυθικό βασιλιά των Θρακών Ρήσο, που, μετά το θάνατό του στην Τροία, λατρεύτηκε ως Θεός. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι κατοικούσε στη Ροδόπη, έτρεφε άλογα και ήταν κυνηγός και ότι οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και άλλα θηρία πήγαιναν μόνα τους στο βωμό για να θυσιαστούν. Τέλος από την ανασκαφή ιδιαίτερα ελκυστικό εύρημα αποτελεί η «πέτρα» ενός δακτυλιδιού με χαρακτή παράσταση φτερωτής θεότητας, που στεφανώνει μια άλλη μορφή απέναντί της.

Οι ανασκαφές επαναλαμβάνονται στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με τη διεύθυνση της αρχαιολόγου Εύης Σκαρλατίδου. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου υπήρξαν εντυπωσιακά. Ανασκάφηκε μέρος από ένα μεγάλο οικοδόμημα με δύο ψηφιδωτά δάπεδα και υπολείμματα από ένα ή δύο άλλα. Το οικοδόμημα αυτό είναι κτισμένο κλιμακωτά, γιατί αυτό υπαγορεύει η διαμόρφωση του εδάφους. Η διατήρησή του είναι πολύ κακή γιατί υπέστη μεγάλες φθορές.

Τα δυο ψηφιδωτά δάπεδα είναι και αυτά πολύ καταστραμμένα. Από το ένα ψηφιδωτό σώθηκε το ¼ περίπου. Το σωζόμενο τμήμα έχει διαστάσεις 3,10 Χ 3,14μ., διακοσμείται με γεωμετρικά μοτίβα γραμμικά μαύρου χρώματος πάνω σε λευκό βάθος, ενώ το κέντρο κατέχει ένα τετράγωνο έμβλημα με παράσταση παρμένει από τη μυθολογία, τη Λήδα με τον Κύκνο. Η Λήδα είναι καθισμένη γυμνή˙ ανάμεσα στα πόδια της διακρίνεται ο Κύκνος. Για τη παράσταση έχουν χρησιμοποιηθεί πολύχρωμες, λίθινες ψηφίδες ορθογώνια κομμένες. Ειδικά για το κίτρινο, πράσινο και γαλαζοπράσινο χρώμα έχουν χρησιμοποιηθεί ψηφίδες από υαλόμαζα. Η παράσταση διακρίνεται για τη λεπτομερή και σωστή σχεδίαση της μορφής της Λήδας, τις πλούσιες χρωματιστές διαβαθμίσεις και την καλή ποιότητα της τεχνικής του ψηφιδωτού γενικότερα.

Το άλλο ψηφιδωτό δάπεδο είναι πολύ μεγαλύτερο, αλλά αι αυτό καταστραμμένο. Σωζόμενες διαστάσεις 8,65Χ5,80μ. Γύρω από το κεντρικό τετράγωνο έμβλημα, τελείως καταστραμμένο σήμερα, υπάρχουν 12 ορθογώνια διάχωρα με παραστάσεις των 12 άθλων του Ηρακλή. Αρκετά από τα διάχωρα είναι τελείως ή μερικά καταστραμμένα, ώστε δεν αναγνωρίζονται τα θέματα. Με ασφάλεια αναγνωρίστηκαν έξι μόνο από τας άθλους ενώ σε δυο διάχωρα διακρίνεται μόνο ο Ηρακλής να επιτίθεται εναντίον του αντιπάλου του. Η πολυχρωμία χαρακτηρίζει και αυτό το ψηφιδωτό. Το σύνολο των παραστάσεων πλαισιώνεται από ταινίες με γεωμετρικά θέματα, όπως φολίες, κύκλους που τέμνονται και μεγάλα γραμμικά μοτίβα.

 

 

Οι έρωτες

και οι μεταμορφώσεις του Δία

Για τους ποιητές ήταν μεγάλη ευκαιρία να επινοήσουν διάφορες ιστορίες για το πώς κατόρθωνε ο Δίας κάθε φορά να ξεγελάει την ανυποψίαστη νέα γυναίκα ή να ξεφύγει το άγρυπνο μάτι της Ήρας. Για να πλησιάσει την Αλκμήνη παίρνει την όψη του αντρός της του Αμφιτρύωνα. Την Ευρώπη την απάγει με την μορφή ταύρου. Στη Λήδα έρχεται σαν κύκνος, στην Αντιόπη σαν σάτυρος. Στης Δανάης τη φυλακή μπαίνει από το παράθυρο σαν χρυσή βροχή. Τον Γανυμήδη τέλος τον αρπάζει μεταμορφωμένος σε αετό – γιατί και μπροστά στα όμορφα αγόρια δεν έμενε ασυγκίνητος ο μεγάλος θεός.

Ο πραγματικός ωστόσο λόγος που ο θεός απόκτησε τόσες ερωμένες δεν έχει να κάνει με τη θερμή ιδιοσυγκρασία του, μόνο ήταν τα αρχοντικά σόγια της αρχαϊκής εποχής που ήθελαν να καμαρώνουν για την καταγωγή τους από τον Δία, γι’ αυτό και επινοούσαν στην αρχή της γενεαλογίας τους μια θνητή αρχοντοπούλα, που με την ομορφιά της προκαλούσε τον πόθο του θεού και γινόταν ερωμένη του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Με βάση τα διακοσμητικά θέματα των δύο ψηφιδωτών αλλά και τον τρόπο απόδοσης των παραστάσεών τους, θα μπορούσαν αυτά να χρονολογηθούν στον 2ο μ.Χ. αιώνα. Σ’ αυτή επομένως την εποχή θα πρέπει να τοποθετηθεί και η αρχική φάση του κτηρίου.

Τα άλλα ψηφιδωτά είναι τελείως αποσπασματικά και διακοσμούνται επίσης με γεωμετρικά θέματα. Σ’ αυτά αλλά και στα δύο προηγούμενα, είναι έντονα τα ίχνη της φωτιάς και μαρτυρούν για τον τρόπο με τον οποίο καταστράφηκε στην πρώτη του φάση το οικοδόμημα.

Και ερχόμαστε στις ανασκαφικές περιόδους 1996-’97-’98 όπου τη διεύθυνση της ανασκαφής έχει ο υπογράφων. Το 1999 δεν πραγματοποιήθηκε ανασκαφή. Έγιναν μόνο τοπογραφικές αποτυπώσεις.

Η ανασκαφική έρευνα πραγματοποιείται στο μέσον περίπου της ανατολικής ομαλής πλαγιάς του λόφου απέναντι ακριβώς από τον ποταμό Έβρο, στην περιοχή όπου παλιότερα ανασκάφτηκε το κτήριο με τα παραπάνω ψηφιδωτά. Χαράχθηκαν τομές βόρεια (Τομέας Α), δυτικά (Τομέας Β) και νότια (Τομέας Γ) του κτηρίου με τα ψηφιδωτά, με σκοπό τον εντοπισμό κτισμάτων και τη μελέτη της στρωματογραφίας.

 

Τομέας Α

Ορίστηκαν δύο τομές. Στην πρώτη ανακαλύφθηκε ένας τοίχος με κατεύθυνση Β-Ν. Ο τοίχος είναι κατασκευασμένος κλιμακωτά ακολουθώντας την κλίση του εδάφους. Με τα μέχρι στιγμής ανασκαφικά δεδομένα δεν είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε τη χρησιμότητά του. Αν δηλαδή πρόκειται για οχυρωματικό τοίχο ή για κάποια άλλη κατασκευή.

Στη δεύτερη τομή αποκαλύφτηκαν λείψανα κτηρίων για τον προορισμό των οποίων δεν μπορούμε, προς το παρόν, να διατυπώσουμε κάποια τεκμηριωμένη άποψη. Πιθανότατα τα κτηριακά αυτά λείψανα μαζί με το κτήριο με τα ψηφιδωτά να ανήκαν σ’ ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα. Η συνέχιση της ανασκαφής στην περιοχή αυτή θα λύσει αρκετά προβλήματα. Η κεραμική, τα νομίσματα και τα άλλα κινητά ευρήματα δείχνουν ότι ο χώρος βρισκόταν σε χρήση από τον 2ο μέχρι το τέλος του 6ου μ.Χ. αιώνα.

 

Τομέας Β.

Ο Τομέας Β μας έδωσε πολλά οικιστικά λείψανα.

Αποκαλύφθηκαν πολλά κομμάτια από πήλινες πλάκες που προέρχονταν από το πλακόστρωτο δάπεδο οικοδομήματος, που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια της ανασκαφής – σε όλη τη σωζόμενη έκτασή του και χρονολογείται τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Αποκαλύφθηκε επίσης αγωγός ο οποίος «περνούσε» κάτω από το δάπεδο. Δεξιά και αριστερά στα τοιχώματα του αγωγού υπήρχαν λιθόπλινθοι, ο δε πυθμένας του ήταν στρωμένος με κεραμίδες. Καλυπτόταν με πέτρες μεγάλου μεγέθους επάνω στις οποίες ״πατούσε״ το δάπεδο. Ανασκάφτηκε και ένας μικρότερος αγωγός κάθετος στον κεντρικό. Το σύστημα αγωγών θα μπορούσε να σχετιστεί με ένα δημόσιο λουτρό, ή με λουτρό μιας πολυτελούς κατοικίας. Η υπόθεση αυτή θα επαληθευθεί κατά την ανασκαφική περίοδο του 2002.

Στο ΒΔ τμήμα της τομής άρχισε ν’ αποκαλύπτεται μέρος των θεμελίων ενός οικοδομήματος, ενώ στο ΝΔ τμήμα αποκαλύφθηκε τοίχος και μέρος δαπέδου κτηρίου επάνω στο οποίο βρέθηκαν 21 χάλκινα νομίσματα, βάσει των οποίων μπορεί το κτήριο να χρονολογηθεί από το β΄ μισό του 3ου μέχρι το τέλος του 6ου μ.Χ. αιώνα.

Στο Ν-ΝΑ τμήμα αποκαλύφθηκε ασβεστόκτιστος τοίχος. Μια βάση ιωνικού κίονα είχε τοποθετηθεί σαν οικοδομικό υλικό. Από τα νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή αυτή μπορεί να χρονολογηθεί τους υστερορωμαϊκούς και πρώιμους βυζαντινούς χρόνους. Με τη συνέχιση της ανασκαφής διαπιστώθηκε ότι ο τοίχος αυτός, πατούσε״ σε μεγάλους καλολαξευμένους δόμους. Στην περιοχή αυτή βρέθηκε νόμισμα του Αντιόχου Β΄ της Συρίας (261-246 π.Χ.). Στον εμπρόσθυπο υπάρχει κεφάλι Απόλλωνα ενώ στον οπισθότυπο υπάρχει τριποδικός λέβης, από κάτω άγκυρα και επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ.

Η ανασκαφή συνεχίστηκε στις περιοχές όπου δεν υπήρχαν αρχιτεκτονικά λείψανα. Ανακαλύφθηκε βάση ιωνικού κίονα, καμένο δοκάρι, ίσως από την οροφή του κτηρίου, ένας λίθινος δόμος κατεστραμμένος στη μία πλευρά του με μια «σταυροειδή» κοιλότητα στο κέντρο.

Τέλος στην περιοχή της ΝΑ γωνίας της τομής και σε βάθος 4,80 μ. από την επιφάνεια του εδάφους εμφανίστηκαν πασσαλότρυπες από πασσαλόπηκτα κτήρια προϊστορικών χρόνων. Πρόκειται συνολικά για 35 πασσαλότρυπες. Βρίσκονται σε ευθύγραμμη διάταξη σε δυο παράλληλες σειρές, ενώ η τελευταία προς τα δυτικά βρίσκεται στο κέντρο και έχει μεγαλύτερη διάμετρο από τις προηγούμενες. Η επίχωση στην περιοχή αυτή περιείχε έντονα ίχνη καμένου ξύλου και αρκετά όστρεα. Το στρώμα αυτό από την κεραμική που συλλέξαμε χρονολογείται στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο (5η χιλιετία π.Χ.). Είναι πλέον σίγουρο ότι υπήρχε κάποιος οργανωμένος νεολιθικός οικισμός επάνω στον οποίο ιδρύθηκε η πόλη των κατοπινών χρόνων.

Μετά την ολοκλήρωση της ανασκαφής του προϊστορικούς στρώματος άρχισε ν’ αποκαλύπτεται ο φυσικός εύθρυπτος βράχος.

 

Τομέας Γ.

Κατά την ανασκαφή αποκαλύφθηκαν δύο τοίχοι που σώζονται σε αρκετό ύψος, κατά μήκος της Δυτικής και Ανατολικής παρειάς της τομής και χρονολογούνται και αυτοί στους υστερορωμαϊκούς και πρώιμους βυζαντινούς χρόνους.

Το 2000 έχοντας υπόψη τα αρχιτεκτονικά λείψανα του τομέα Β αποφασίσαμε να ερευνήσουμε την περιοχή βόρεια της τομής αυτής. Η ανασκαφή στην περιοχή αυτή συνεχίστηκε και το 2001 και το 2002. Έτσι ορίσαμε μια καινούργια τομή 10Χ10 μέτρων. Με την έναρξη της ανασκαφής διαπιστώσαμε ότι η επίχωση ήταν πολύ διαταραγμένη. Αξίζει να σημειωθεί η μεγάλη ποσότητα πλακιδίων από μάρμαρο λευκών και χρωματιστών που προέρχονται από ορθομαρμαρώσεις κτιρίων. Επειδή ήταν πολύ έντονη η διατάραξη των στρωμάτων αποφασίσαμε να προχωρήσει η ανασκαφή σε βάθος μόνο στο νότιο μισό του τετραγώνου, σ’ αυτό δηλαδή που βρισκόταν πλησιέστερα στην παλιά τομή.

Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν. Στο δυτικό τμήμα της τομής αποκαλύφθηκε τοίχος με κατεύθυνση Β-Ν, ο οποίος από την κεραμική κατά τα νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή αυτή μπορεί να χρονολογηθεί στους υστερορωμαϊκούς και πρώιμους βυζαντινούς χρόνους.

Στο Α-ΝΑ τμήμα της αποκαλύφθηκε τμήμα δαπέδου κτηρίου –μερικές πήλινες πλάκες είναι στη θέση τους- επάνω στο οποίο βρέθηκαν 107 χάλκινα νομίσματα, τα οποία χρονολογούνται από τέλη 4ου έως αρχές 6ου μ.Χ. αιώνα.

Στο νότιο τμήμα της τομής αποκαλύφθηκε και εδώ τοίχος με κατεύθυνση Α-Δ. Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής του δυτικού τμήματος του παραπάνω τοίχου εμφανίστηκαν δύο γωνιόλιθοι σε ημικυκλική διάταξη. Με τη συνέχιση της ανασκαφής στο σημείο αυτό αποκαλύφθηκε μια κυκλική τελικά κατασκευή χωρίς όμως να είναι φανερή η χρησιμότητά της˙ δεν ήταν σαφές δηλαδή αν επρόκειτο για θεμέλια κάποιου κυκλικού κτηρίου, ή για κάποια άλλη κατασκευή που είχε σχέση με το νερό (πηγάδι, δεξαμενή).

Στη συνέχεια η έρευνα επικεντρώθηκε στη διερεύνηση του εσωτερικού της κυκλικής αυτής κατασκευής που είχε εσωτερική διάμετρο  2,20 μ.. Επειδή ήταν μπαζωμένη αφαιρούσαμε πέτρες όλων των μεγεθών, πολλές από τις οποίες ήταν κατεργασμένες, πάρα πολλές σπασμένες πήλινες πλάκες, κομμάτια πηλού, ενώ χαρακτηριστική ήταν η απουσία της κεραμικής. Σιγά-σιγά έγινε φανερό ότι έχουμε να κάνουμε με μια κατασκευή που είχε σχέση με το νερό, κατά πάσα πιθανότητα δεξαμενή. Είναι κτισμένη με λαξευμένους γωνιόλιθους σύμφωνα με το ισοδομικό σύστημα τοιχοδομίας. Οι γωνιόλιθοι δεν ήταν επιχρισμένοι με υδραυλικό κονίαμα.

Καθώς προχωρούσαμε σε βάθος και πιστεύαμε ότι θα φτάναμε στον πυθμένα της, εμφανίστηκε στο βόρειο τμήμα της ένα άνοιγμα διαστάσεων 1,25 Χ 1,20 μ. όπου στο πάνω μέρος του υπάρχει τοξωτό υπέρθυρο το οποίο πατά σε δύο παραστάδες ύψους 1,80 μ. η κάθε μία, φράσσεται δε με μία κάθετη πλάκα διαστάσεων 1,10Χ1,00Χ0,13 μ.

Το άνοιγμα αυτό οδηγούσε σε ορθογώνιο καμαροσκέπαστο θάλαμο διαστάσεων 4,00Χ2,15μ.  Στην απέναντι στενή πλευρά υπάρχει άλλο άνοιγμα που οδηγεί σε κάποιον άλλο χώρο.

Η ερευνητική δραστηριότητα το 2001 επικεντρώθηκε σε τρεις τομείς:

1)   στην ανασκαφή του ΒΔ τμήματος του τετραγώνου

2)   στη διερεύνηση του εσωτερικού του θαλάμου και

3)   στη συνέχιση της ανασκαφής στο εσωτερικό της δεξαμενής (από το επίπεδο που σταμάτησε η ανασκαφή το 2000 και κάτω).

Με την έναρξη της ανασκαφής στο ΒΔ τμήμα του τετραγώνου διαπιστώσαμε – αναμενόμενη άλλωστε- ότι η επίχωση ήταν και εδώ διαταραγμένη. Ενώ συνεχιζόταν η ανασκαφή στην περιοχή αυτή άρχισε να εμφανίζεται μικρή συγκέντρωση από πέτρες μαζί με σπασμένες και ακέραιες πήλινες πλάκες. Αφού αφαιρέθηκαν όσες ήταν πεσμένες αποκαλύφθηκε άνοιγμα στο κέντρο της οροφής του θαλάμου.

Η επίχωση του θαλάμου περιείχε πέτρες, πολλές σπασμένες και ακέραιες πήλινες πλάκες, κονιάματα και πηλό. Καθώς προχωρούσαμε σε βάθος ελαττώνονταν οι πέτρες και οι πήλινες πλάκες και αυξάνονταν η κεραμική και τα κόκαλα μεγάλων ζώων ενώ λίθινος κίονας άρχισε να φαίνεται στη ΒΑ γωνία.

Αφού αφαιρέθηκε η επίχωση διαπιστώσαμε ότι ο θάλαμος είναι κτισμένος με λαξευμένους γωνιόλιθους πάχους 0,46 – 0.52 μ. ο καθένας. Οι γωνιόλιθοι της πέμπτης σειράς είναι λαξευμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται μία εσοχή επάνω στην οποία πατά η θολωτή οροφή του θαλάμου. Το δάπεδο ήταν στρωμένο με πήλινες πλάκες (διατηρούνται λίγες μόνο στη θέση τους). Οι διαστάσεις του θαλάμου είναι 4,00Χ2,15Χ3,50 μ. Αποκαλύφθηκε το άνοιγμα της βόρειας στενής πλευράς το οποίο και αποτελούσε την είσοδο για το θάλαμο. Εντοπίστηκαν και τέσσερα –προς το παρόν- σκαλοπάτια. Στο πάνω μέρος κυριαρχεί τοξωτό μονολιθικό  υπέρθυρο που πατά σε δύο παραστάδες οι οποίες σχηματίζονται από τους γωνιόλιθους κατασκευής του θαλάμου. Η είσοδος αυτή οδηγεί σε κάποιον άλλο χώρο, μέρος της τοιχοποιΐας του οποίου άρχισε να φαίνεται. Να είναι κάποιος άλλος θάλαμος ή κάποιος δρόμος που οδηγούσε σ’ αυτόν το θάλαμο; Η απάντηση δόθηκε κατά την ανασκαφή του 2003. Στο άνοιγμα της νότιας στενής πλευράς που οδηγεί στην δεξαμενή υπάρχει και εδώ τοξωτό υπέρθυρο.

Στο εσωτερικό της δεξαμενής συνεχίστηκε η ανασκαφική έρευνα από το επίπεδο που σταματήσαμε το 2000 και κάτω. Το 2000 είχαμε σταματήσει σε βάθος 5 μέτρων. Το 2001 προχωρήσαμε άλλα 2,50 μέτρα. Δεν εντοπίσαμε τον πυθμένα. Σε βάθος 2,40μ. από το άνοιγμα σταματάνε οι σειρές των λαξευτών γωνιόλιθων και αρχίζει να φαίνεται στο δυτικό τμήμα ο φυσικός βράχος επάνω στον οποίο είναι θεμελιωμένη η δεξαμενή. Επειδή δεν εντοπίστηκε πυθμένας καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για δεξαμενή αλλά για πηγάδι.

Η ανασκαφική έρευνα το 2002 επικεντρώθηκε σε τρεις τομείς:

1)   στην ανασκαφή του ΒΑ τμήματος του τετραγώνου

2)   στην περιοχή ανατολικά του πηγαδιού και

3)   στη συνέχιση της ανασκαφής στο εσωτερικό του πηγαδιού (από το επίπεδο που σταμάτησε η ανασκαφή το 2001 και κάτω).

Με την έναρξη της ανασκαφής στο ΒΑ τμήμα του τετραγώνου διαπιστώσαμε –αναμενόμενο άλλωστε– ότι η επίχωση ήταν διαταραγμένη. Αφαιρούσαμε πέτρες όλων των μεγεθών, κεραμίδια στέγης, σπασμένες και ακέραιες πήλινες πλάκες, κονιάματα και μεγάλα κομμάτια πηλού˙ η κεραμική ως επί το πλείστον ήταν ρωμαϊκών, υστερορωμαϊκών και πρώιμων βυζαντινών χρόνων, πολύ λίγη του 4ου και 3ου π.Χ. αιώνα, κεραμική από γκρίζο πηλό και λίγη χειροποίητη με πλαστική και εμπίεστη διακόσμηση. Αφού αφαιρέσαμε τη διαταραγμένη επίχωση εμφανίστηκε στάχτη με πολλά μικρά κομμάτια καμένου ξύλου. Κάτω από τη στάχτη άρχισαν να αποκαλύπτονται τετράγωνες πήλινες πλάκες in situ. Μετά την ολοκλήρωση της ανασκαφής στην περιοχή αυτή αποκαλύφθηκε το υπόκαυστο λουτρού. Το δάπεδο από τετράγωνες πήλινες πλάκες σώζεται σχεδόν ακέραιο. Οι κονίσκοι από κυκλικές οπτόπλινθους δε σώζονται, διατηρούνται όμως τα αποτυπώματά τους επάνω στις πήλινες πλάκες. Από τον χώρο αυτό προέρχονται αρκετά πήλινα πηνία κυκλικής διατομής, καθώς και σιδερένια καρφιά για την προσήλωσή τους στους τοίχους. Έτσι η αρχική υπόθεση που κάναμε το 1997 ότι το σύστημα αγωγών θα μπορούσε να σχετιστεί με ένα λουτρό, με τον εντοπισμό τώρα του υπόκαυστου αρχίζει να επιβεβαιώνεται. Τα νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή αυτή χρονολογούνται από τις αρχές του 2ου έως τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα.

Η ανασκαφική δραστηριότητα συνεχίστηκε ανατολικά του πηγαδιού. Η ανασκαφή στην περιοχή αυτή δεν προχώρησε σε μεγάλο βάθος από φόβο μήπως η στατική κατάσταση του πηγαδιού δημιουργούσε κάποιο πρόβλημα ασφάλειας. Αποκαλύφθηκε η εξωτερική πλευρά των γωνιολίθων. Από την περιοχή αυτή συλλέχθηκε λεπτή κεραμική αυτοκρατορικών χρόνων. Εδώ πρέπει να σημειωθεί η μεγάλη ποσότητα λατύπης, γεγονός που αποδεικνύει ότι η τελική κατεργασία των γωνιολίθων πριν την τοποθέτηση τους στο πηγάδι και το θάλαμο γινόταν στην περιοχή αυτή.

Στο εσωτερικό του πηγαδιού η ανασκαφή συνεχίστηκε μέχρι τα 10,70 μέτρα. Δεν εντοπίσαμε ακόμη τον πυθμένα. Τους λαξευμένους γωνιολίθους τους συναντάμε μέχρι το βάθος των 7,50 μέτρων. Από εκεί και κάτω υπάρχει ο φυσικός βράχος. Αφού λαξεύσανε το φυσικό βράχο όπου υπήρχαν ρωγμές τοποθέτησαν, όπου χρειαζόταν, μικρότερους λαξευμένους γωνιολίθους διαφόρων σχημάτων για να τον ευθυγραμμίσουν και στο τέλος άρχισαν να τοποθετούν τους κανονικούς γωνιολίθους.

Και ερχόμαστε στην ανασκαφή του 2003. Ενώ φαινόταν αδύνατη η πραγματοποίησή της λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων, η παρέμβαση του Δημάρχου Διδυμοτείχου κ. Χρήστου Τοκαμάνη υπήρξε καθοριστική αφού ανέλαβε να στηρίξει οικονομικά την προσπάθειά μας και τον ευχαριστώ θερμά.

Σκοπός της ανασκαφικής έρευνας το 2003 ήταν να αποκαλυφθεί η είσοδος του καμαροσκέπαστου θαλάμου. Γι’ αυτό το λόγο η ανασκαφή άρχισε βόρεια του θαλάμου. Αφού αφαιρέθηκε η διαταραγμένη επίχωση, σε βάθος 2,80μ. από την επιφάνεια του εδάφους εμφανίστηκαν δύο παράλληλοι τοίχοι με κατεύθυνση Βορρά-Νότο και άρχισε να αποκαλύπτεται το τόξο πάνω από το υπέρθυρο της εισόδου του θαλάμου. Όσο προχωρούσαμε σε βάθος, οι τοίχοι αποκαλύπτονταν πληρέστερα, άρχισε να φαίνεται η εξωτερική πλευρά του υπερθύρου και η είσοδος του θαλάμου, ενώ ανάμεσα στους τοίχους αποκαλύπτονταν σκαλοπάτια (ήδη είχαμε εντοπίσει τέσσερα το 2001 κατά τον καθαρισμό του θαλάμου). Με την ολοκλήρωση της ανασκαφής φάνηκε ότι οι τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από λαξευτούς γωνιολίθους και τα σκαλοπάτια που ήταν ανάμεσά τους οδηγούσαν στο θάλαμο. Το μήκος των τοίχων είναι 3,35μ. και το μέγιστο ύψος τους τα 3 μέτρα. Πάνω στα ψηλότερα σκαλοπάτια αποκαλύφθηκε μια μεταγενέστερη κατασκευή, για την οποία –με τα μέχρι στιγμής ανασκαφικά δεδομένα- δεν είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε τη χρησιμότητά της.

Το 2004 αποκαλύφθηκε ένα τμήμα αγωγού, ενώ η ανασκαφή του πηγαδιού προχώρησε μέχρι σε βάθος 11,20μ. Σε ό,τι αφορά τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής, εκτός από την κεραμική, έχουμε χάλκινα αντικείμενα όπως κεφάλι χάλκινου ανδρικού ειδωλίου με περικεφαλαία, χάλκινη πόρπη, χάλκινο δακτυλίδι, χάλκινος κρίκος και δακτυλίδι, χάλκινο αντικείμενο ίσως επένδυση σε κάποιο ξύλινο κιβωτίδιο. Οστέϊνα αντικείμενα, τμήματα πήλινων ειδωλίων, όστρακο από ερυθρόμορφο αγγείο και όστρακο από ανοικτό αγγείο με διακόσμηση "δυτικής κλιτύος" που χρονολογούνται πιθανότατα στο α΄ μισό του 3ου π.Χ. αιώνα. Μια ενεπίγραφη βάση κανθάρου του 4ου π.Χ. αιώνα όπου διαβάζουμε καθαρά τη λέξη ΕΓΡΑΨΕΝ, αλλά δυστυχώς το όνομα του ζωγράφου είναι δυσανάγνωστο. Έχουμε επίσης πήλινα υφαντικά βάρη, λυχνάρια, γυάλινα αντικείμενα, γυάλινες χάντρες, ενεπίγραφο όστρακο και ενεπίγραφο μαρμάρινο τμήμα με φύλλα κισσού, εξάρτημα από χρυσό κόσμημα και τμήμα ενεπίγραφης στήλης, Μαρμάρινος κορμός Έρωτα που φέρει τελαμώνα θήκης ξίφους, μαρμάρινο ακέφαλο  γυναικείο αγαλματίδιο του 150-130 π.Χ., θραύσματα μαρμάρινων αγγείων και μαρμάρινων γλυπτών, τμήματα κιόνων και κιονόκρανων.

Ενσφράγιστες λαβές αμφορέων. Οι λαβές προέρχονται από θασίτικους αμφορείς(διαβάζουμε ΘΑΣΙΩΝ) έχουν σαν έμβλημα οινοχόη, χελώνα, σανδάλι και χρονολογούνται στο β΄ μισό του 4ου π.Χ. αιώνα. Σε μια άλλη λαβή διαβάζουμε ΔΙΟΤΙΜΟΣ και σαν έμβλημα υπάρχει κάνθαρος και ο αμφορέας προερχόταν από εργαστήριο της Αίνου. Τέλος σε μια λαβή έχουμε ένα σφράγισμα κυκλικό σε σχήμα τροχού, χρονολογείται στο β΄ μισό του 4ου π.Χ. αιώνα και ο αμφορέας προερχόταν από κάποιο εργαστήριο της Ακάνθου. Οι αμφορείς γεμάτοι λάδι ή κρασί έφταναν από μακρινές πόλεις των παραλίων (οι περισσότεροι από τη Θάσο) και αποτελούν άμεση μαρτυρία των έντονων συναλλαγών ανάμεσα στους κατοίκους της πόλης και στους εμπόρους που ταξίδευαν ως εδώ, για ν’ αποκτήσουν τα προϊόντα και τις πρώτες ύλες που είχαν στην κατοχή τους οι ντόπιοι.

Νομίσματα: α)    Νόμισμα Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.). Ασημένιο με χρυσή επικάλυψη. Στον εμπροσθότυπο υπάρχει προτομή αυτοκράτορα με διάδημα. Στον οπισθότυπο υπάρχει Νίκη να κινείται προς τα δεξιά, κρατά στεφάνι και σταυροφόρο σφαίρα. Στα δεξιά αυτής υπάρχει αστέρι.

β)   Χάλκινο πεντανούμιο Ιουστίνου ΙΙ (565-578 μ.Χ.). Εμπροσθότυπο: Μονόγραμμα. Οπισθότυπο: Μεγάλο Ε. Κόπηκε στο νομισματοκοπείο της Νικομήδειας.

γ)   Χάλκινο νόμισμα Λικινίου ΙΙ (308-324 μ.Χ.). Στον εμπροσθότυπο είναι η προτομή του Λικινίου με ακτινωτό στέμμα. Στον οπισθότυπο ο Δίας με σκήπτρο που καταλήγει σε αετό. Κρατά σφαίρα με Νίκη και δεξιά στα πόδια του υπάρχει αιχμάλωτος.

δ)   Αργυρό τετρώβολο Φιλίππου (359-336 π.Χ.). Στον εμπροσθότυπο υπάρχει νεαρός άνδρας με ταινία προς τα δεξιά. Στον οπισθότυπο υπάρχει νεαρός γυμνός έφιππος.

ε)   Χάλκινο νόμισμα από τα Κύψελα, 400 π.Χ. Στον εμπροσθότυπο είναι ο Ερμής, στον οπισθότυπο κωτύλη με επιγραφή ΚΥ

ΨΕ.

Τα προϊστορικά ευρήματα είναι: διακοσμημένα όστρακα, κομβιόσχημες λαβές αγγείων, πήλινο σφονδύλι και λίθινος στιλβωτήρας, τμήμα λίθινου τριβείου, λεπίδες από πυριτόλιθο και μικρός λίθινος πέλεκυς. Όλα αυτά χρονολογούνται στην 5η π.Χ. χιλιετία.

Κατά τις εργασίες για την τοποθέτηση στεγάστρου στο κτήριο με τα ψηφιδωτά στις εργασίες εκεί παρακολουθούσε ο συνάδελφος Θανάσης Γουρίδης) βρέθηκε μαρμάρινο κεφάλι του διπρόσωπου Θεού των Ρωμαίων του Ιανού. Σώζεται σχεδόν ακέραιο με ελάχιστες φθορές και αποκρούσεις. Ο Ιανός είχε τον χαρακτήρα ψυχολατρικού πνεύματος που προστάτευε τις δημόσιες διόδους και πύλες της πόλης, οι οποίες χρησιμοποιούνταν τελετουργικά για οποιαδήποτε ομαδική αναχώρηση και ειδικότερα για την αναχώρηση στρατού. Η τέχνη τον θέλει άλλοτε αγένειο, άλλοτε γενειοφόρο.

Γενικές παρατηρήσεις.

Το συγκρότημα αυτό, πηγάδι και θάλαμος, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πλέον ότι έχει σχέση με την υδροδότηση της πόλης και θα πρέπει να είναι σύγχρονο με την ίδρυσή της (αρχές 2ου μ.Χ. αιώνα).

 

Δημιουργούνται όμως κάποια ερωτηματικά:

1)      Δεν ξέρουμε πως ήταν το πάνω μέρος του πηγαδιού (δεν έχει βρεθεί το στόμιό του).

2)      Η κάθετη πλάκα που έφρασε το άνοιγμα του θαλάμου προς το πηγάδι είναι σίγουρα σε δεύτερη χρήση. Τοποθετήθηκε όμως αργότερα ή αρχικά με την κατασκευή του όλου συγκροτήματος; Εάν δεν υπήρχε αρχικά τότε όλο το συγκρότημα λειτουργούσε σαν ενιαίος χώρος. Πώς; Δύσκολο να αποδειχθεί με τα μέχρι στιγμής ανασκαφικά δεδομένα. Από την στιγμή όμως που τοποθετήθηκε –είτε στην αρχή, είτε αργότερα- τότε θα πρέπει να χρησιμοποιούσαν τον θάλαμο για την άντληση του νερού από το πηγάδι. Αυτό εξηγεί και τις αβαθείς αυλακώσεις που έχει η πέτρα προς την πλευρά του πηγαδιού. Θα δημιουργήθηκαν από την τριβή του σχοινιού άντλησης. Το δε νερό δεν θα ξεπερνούσε το ύψος του ανοίγματος. Υποθέτουμε δηλαδή τη χρήση κάπως έτσι: Από τα σκαλοπάτια, λοιπόν, κατέβαινε, έμπαινε στο θάλαμο, και οδηγούνταν στο πηγάδι όποιος ήθελε ν’ αντλήσει νερό. Ελπίζουμε μελλοντικά η ανασκαφική έρευνα να δώσει απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα .

Αυτά είναι τα αρχαιολογικά στοιχεία που έδωσε η αρχαιολογική έρευνα στην Πλωτινόπολη. Η ανασκαφή βρίσκεται ακόμη στην αρχή της και τα ευρήματα δεν έχουν μελετηθεί διεξοδικά. Γενικά αλλά και επί μέρους προβλήματα και ερωτήματα σχετικά με την τοπογραφία, την οικιστική, κοινωνική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση της αρχαίας πόλης θα πρέπει ν’ απαντηθούν. Όμως όλα αυτά είναι πολύ αβέβαια και δυσκολοαπόδεικτα, τουλάχιστον στο σημερινό στάδιο της έρευνας. Για την παλιότερη, την πριν την Πλωτινόπολη πόλη, ένα επί πλέον ερώτημα προβάλλει έντονο. Υπήρξε πράγματι Θρακική πόλη και ποιο ήταν το όνομά της; Η συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας μπορεί να λύσει όλα τα παραπάνω προβλήματα και να οδηγήσει σε εγκυρότερη ερμηνεία και ασφαλέστερα συμπεράσματα και τέλος ίσως μας χαρίσει την πιο μεγάλη αμοιβή˙ την απάντηση για το όνομα της πόλης πριν την Πλωτινόπολη.

Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους βοήθησαν, ο κάθε ένας με τον τρόπο του, ώστε να πραγματοποιηθεί η ανασκαφή στην Πλωτινόπολη. Τον Δήμο Διδυμοτείχου και ιδιαίτερα το Δήμαρχο κ. Χρήστο Τοκαμάνη για την πολύπλευρη βοήθειά του. Τους φύλακες αρχαιοτήτων βορείου Έβρου Κώστα Χατζηιωαννίδη και Κυριάκο Ματισιούδη. Τους συντηρητές του Μουσείου Κομοτηνής Γιάννη και Λίτσα Λαϊνίδου. Τον σχεδιαστή της εφορείας μας Χρήστο Σισμανίδη, τον φωτογράφο Στέφανο Στουρνάρα και τον τοπογράφο Παναγιώτη Μουζακίδη στον οποίο οφείλεται η τοπογραφική αποτύπωση της ανασκαφής. Επίσης τις αρχαιολόγους Ξένια Αϊτατόγλου, Έφη Μάρου, Χρύσα Βουδιάδου και Τζούλια Καλπακλή που δούλεψαν κατά καιρούς στην ανασκαφή. Ιδιαίτερα το εργατικό προσωπικό της ανασκαφής που δούλεψε όλα αυτά τα χρόνια μαζί μου κάτω από δύσκολες συνθήκες. Αν αναλογιστεί κανείς το βάρος του κόπου που έπρεπε να καταβληθεί απορεί πως τόσο λίγα άτομα και σε τόσο περιορισμένο χρόνο έφεραν εις πέρας το έργο αυτό. Είναι φανερό ότι δίχως την εργατικότητα, το φιλότιμο και την αυταπάρνηση που έδειξαν δεν θα είχε σε καμία περίπτωση επιτευχθεί. Ελπίζω πως τους είναι αρκετή η ικανοποίηση που δοκιμάσαμε όλοι από το γόνιμο αποτέλεσμα των κοινών κόπων.





















Το αφιέρωμα αυτό δημοσιεύτηκε στον "Βορέα"(τεύχος 5) τον Οκτώβριο 2005, πριν 15 χρόνια και ήταν ενταγμένο στη στρατηγική ανάδειξη και προβολής του αρχαιολογικού πλούτου και της πολιτιστικής κληρονομιάς του Έβρου , που μπορεί να εξελιχθεί σε έναν αυτοτελή αναπτυξιακό και οικονομικό παράγοντα. Σ΄αυτό το πλαίσιο συνεχίζουμε και θα επιμένουμε αναδεικνύοντας μια μοναδική κληρονομιά με έργα, μνημεία, σύμβολα και πρότυπα παγκόσμιας εμβέλειας και αναγνώρισης!
Σταύρος Παπαθανάκης


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου