Ο αρχαιολογικός
θησαυρός της Πλωτινόπολης
Του Ματθαίου
Κουτσουμανή
Αρχαιολόγου της
ΙΘ΄ Εφορείας
Προϊστορικών
& Κλασικών Αρχαιοτήτων
Στη νοτιοανατολική πλευρά του Διδυμοτείχου, ανάμεσα στη συμβολή των
ποταμών Έβρου και Ερυθροποτάμου και το σιδηροδρομικό σταθμό, υψώνεται ένας
βραχώδης οχυρός λόφος γνωστός με το όνομα «Αγία Πέτρα», το ύψος του οποίου
είναι
Πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διαπιστώθηκε ότι ο λόφος αυτός με τη στρατηγική θέση παρουσιάζει αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη, ένα μικρό τμήμα υστερορωμαϊκού ψηφιδωτού και τέσσερις ελληνόγλωσσες επιγραφές περισυλλέχθηκαν από το λόφο και τη γύρω περιοχή. Από τις επιγραφές αυτές οι δύο είναι της βουλής και του δήμου Πλωτεινοπολιτών τιμητικές για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες Ιούλιο Φίλιππο και Βαλεριανό που βασίλεψαν στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα. Η Τρίτη είναι απολέπισμα βωμού αφιερωμένου στον Απόλλωνα Κερσινόν Σώζοντα που μαρτυρεί πάλι το όνομα της πόλης ΠΛΩΤΕΙ, ενώ η τέταρτη είναι μία αναθηματική στον Ηρακλή:
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΘΡΑΚΩΝ Κ[ΟΤΥΣ ΜΟΚΑ]
ΠΟΡΕΩΣ ΗΡΑΚΛΕΙ
Ο Θράκας βασιλιάς είναι ίσως ο Κότυς Μοκαπόρεως, ενώ η επιγραφή θα πρέπει να χρονολογηθεί από τις προηγούμενες τρεις, γεγονός που αυξάνει τη σπουδαιότητά της.
![]() |

Στα 1959-60 η επιφανειακή έρευνα του καθηγητή Γεωργίου Μπακαλάκη πάνω και γύρω από το λόφο επιβεβαίωσε την ταύτιση της θέσης αυτής με την Πλωτινόπολη.
Οι πηγές μας πληροφορούν ότι η Πλωτινόπολη ιδρύθηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό (98-117 μ.Χ.) για να τιμήσει τη γυναίκα του Πλωτίνη και βρισκόταν δύο περίπου χιλιόμετρα από τον ποταμό Έβρο. Κατά τον Ιεροκλέα και τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο ήταν μια από τις πέντε πόλεις της επαρχία Αιμιμόντου. Στα εκκλησιαστικά δε χρονικά αναφέρεται ως έδρα επισκόπου της αυτής επαρχίας υπό τον μητροπολίτη Αδριανουπόλεως. Από τον Προκόπιο επίσης είναι γνωστό ότι ο Ιουστινιανός ανοικοδόμησε τα τείχη της Πλωτινόπολης.
Μολονότι η πόλη αναφέρεται από τόσους συγγραφείς η τοποθεσία αυτής δεν είχε εξακριβωθεί. Μεγάλη διαφωνία υπήρχε μεταξύ αρχαιολόγων και ιστορικών. Ο Μελέτιος τοποθετεί αυτή αόριστα μεταξύ Αδριανούπολης και Τραϊανούπολης. Οι χάρτες του Κείπερτ τοποθετούν αυτή νότια του Διδυμοτείχου, άλλοι βόρεια του Διδυμοτείχου κοντά στο σημερινό χωριό Πύθιο ενώ, τέλος, μερικοί την τοποθετούν στο σημερινό Διδυμότειχο. Τελικά – όπως ανέφερα και παραπάνω- ο καθηγητής Μπακαλάκης ταύτισε τη θέση της «Αγίας Πέτρας» με την Πλωτινόπολη η δε έρευνά του έδωσε νέες διαστάσεις στη μελέτη της αρχαίας πόλης˙ η ανεύρεση εκτός της ρωμαϊκής και υστερορωμαϊκής και χειροποίητης (εγχώριας) καθώς και ελληνικής (κλασικών χρόνων) κεραμικής στην ίδια θέση, προϋπόθετε την παρουσία Θρακικού πληθυσμού και Ελλήνων στα προχριστιανικά χρόνια. Με άλλα λόγια ο Τραϊανός επανίδρυσε τη νέα πόλη στη θέση μιας παλιότερης, μάλλον Θρακικής, της οποίας το όνομα αγνοούμε.
Προκόπιος «Περί Κτισμάτων»
|
|
Το 1965, κατά την κατασκευή χαρακώματος από στρατιώτες και σε βάθος
περίπου
Το καλοκαίρι του 1977 αρχίζει η συστηματική ή ανασκαφική έρευνα στην «Αγία Πέτρα» από τον καθηγητή Γεώργιο Μπακαλάκη και τον Διαμαντή Τριαντάφυλλο – προϊστάμενο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θράκης. Η ανασκαφή άρχισε στο κέντρο περίπου του επάνω πλατώματος του λόφου, όπου αποκαλύφθηκε η λίθινη μνημειακή κρηπίδα νέος οικοδομήματος των ρωμαϊκών χρόνων κτισμένη με μεγάλους καλολαξευμένους γωνιόλιθους και θεμελιωμένη επάνω στο φυσικό βράχο. Σε σχέση με το οικοδόμημα αυτό, υπήρχε ένα επίσης μνημειακό πρόπυλο που αποτελούνταν από έξι πεσσούς, όπου πρέπει να ανοίγονταν καμάρες που κάλυπταν το πρόπυλο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μεγάλο και περικαλλές κτήριο, πιθανότατα δημόσιο, όπως δείχνουν σπαράγματα από μαρμάρινες έλικες ιωνικών κιονόκρανων και από ορθομαρμαρώσεις που βρέθηκαν στην ανασκαφή. Η κειραμεινή, τα νομίσματα και τα άλλα κινητά ευρήματα δείχνουν ότι ο χώρος βρισκόταν σε χρήση από τον 2ο μέχρι τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Η ανασκαφή έδωσε και σπουδαία κινητά ευρήματα. Ανάμεσά τους είναι ένας κορμός αγάλματος, αρκετά πήλινα λυχνάρια, κομμάτια από διακοσμητικά πήλινα ανάγλυφα καθώς και άφθονο οικοδομικό υλικό. Επίσης βρέθηκαν μια ενεπίγραφη στήλη Ρωμαϊκής περιόδου και ένα μαρμάρινο ανάγλυφο με παράσταση αλόγου και αναβάτη του τύπου που οι αρχαιολόγοι ονομάζουν «Ήρωα της Θράκης» ή « Θράκα Ιππέα». Η λατρεία του Θεού ήταν πολύ διαδομένη τα ρωμαϊκά χρόνια στη Θράκη, Μ. Ασία και στην Ευρώπη. Το όνομά του παρέμεινε άγνωστο. Αναφέρεται ως «κύριος» ή «κύριος ήρως» ή απλώς «ήρως». Είναι Θεός σωτήριος, θεραπευτής ανθρώπων και ζώων αλλά συγχρόνως καταχθόνιος και ψυχοπομπός. Ίσως να πρόκειται για το μυθικό βασιλιά των Θρακών Ρήσο, που, μετά το θάνατό του στην Τροία, λατρεύτηκε ως Θεός. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι κατοικούσε στη Ροδόπη, έτρεφε άλογα και ήταν κυνηγός και ότι οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και άλλα θηρία πήγαιναν μόνα τους στο βωμό για να θυσιαστούν. Τέλος από την ανασκαφή ιδιαίτερα ελκυστικό εύρημα αποτελεί η «πέτρα» ενός δακτυλιδιού με χαρακτή παράσταση φτερωτής θεότητας, που στεφανώνει μια άλλη μορφή απέναντί της.
Οι ανασκαφές επαναλαμβάνονται στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με τη διεύθυνση της αρχαιολόγου Εύης Σκαρλατίδου. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου υπήρξαν εντυπωσιακά. Ανασκάφηκε μέρος από ένα μεγάλο οικοδόμημα με δύο ψηφιδωτά δάπεδα και υπολείμματα από ένα ή δύο άλλα. Το οικοδόμημα αυτό είναι κτισμένο κλιμακωτά, γιατί αυτό υπαγορεύει η διαμόρφωση του εδάφους. Η διατήρησή του είναι πολύ κακή γιατί υπέστη μεγάλες φθορές.
Τα δυο ψηφιδωτά δάπεδα είναι και αυτά πολύ καταστραμμένα. Από το ένα ψηφιδωτό σώθηκε το ¼ περίπου. Το σωζόμενο τμήμα έχει διαστάσεις 3,10 Χ 3,14μ., διακοσμείται με γεωμετρικά μοτίβα γραμμικά μαύρου χρώματος πάνω σε λευκό βάθος, ενώ το κέντρο κατέχει ένα τετράγωνο έμβλημα με παράσταση παρμένει από τη μυθολογία, τη Λήδα με τον Κύκνο. Η Λήδα είναι καθισμένη γυμνή˙ ανάμεσα στα πόδια της διακρίνεται ο Κύκνος. Για τη παράσταση έχουν χρησιμοποιηθεί πολύχρωμες, λίθινες ψηφίδες ορθογώνια κομμένες. Ειδικά για το κίτρινο, πράσινο και γαλαζοπράσινο χρώμα έχουν χρησιμοποιηθεί ψηφίδες από υαλόμαζα. Η παράσταση διακρίνεται για τη λεπτομερή και σωστή σχεδίαση της μορφής της Λήδας, τις πλούσιες χρωματιστές διαβαθμίσεις και την καλή ποιότητα της τεχνικής του ψηφιδωτού γενικότερα.
Το άλλο ψηφιδωτό δάπεδο είναι πολύ μεγαλύτερο, αλλά αι αυτό καταστραμμένο. Σωζόμενες διαστάσεις 8,65Χ5,80μ. Γύρω από το κεντρικό τετράγωνο έμβλημα, τελείως καταστραμμένο σήμερα, υπάρχουν 12 ορθογώνια διάχωρα με παραστάσεις των 12 άθλων του Ηρακλή. Αρκετά από τα διάχωρα είναι τελείως ή μερικά καταστραμμένα, ώστε δεν αναγνωρίζονται τα θέματα. Με ασφάλεια αναγνωρίστηκαν έξι μόνο από τας άθλους ενώ σε δυο διάχωρα διακρίνεται μόνο ο Ηρακλής να επιτίθεται εναντίον του αντιπάλου του. Η πολυχρωμία χαρακτηρίζει και αυτό το ψηφιδωτό. Το σύνολο των παραστάσεων πλαισιώνεται από ταινίες με γεωμετρικά θέματα, όπως φολίες, κύκλους που τέμνονται και μεγάλα γραμμικά μοτίβα.
Οι έρωτες
και οι μεταμορφώσεις του Δία
|
Με βάση τα διακοσμητικά θέματα των δύο ψηφιδωτών αλλά και τον τρόπο απόδοσης των παραστάσεών τους, θα μπορούσαν αυτά να χρονολογηθούν στον 2ο μ.Χ. αιώνα. Σ’ αυτή επομένως την εποχή θα πρέπει να τοποθετηθεί και η αρχική φάση του κτηρίου.
Τα άλλα ψηφιδωτά είναι τελείως αποσπασματικά και διακοσμούνται επίσης με γεωμετρικά θέματα. Σ’ αυτά αλλά και στα δύο προηγούμενα, είναι έντονα τα ίχνη της φωτιάς και μαρτυρούν για τον τρόπο με τον οποίο καταστράφηκε στην πρώτη του φάση το οικοδόμημα.
Και ερχόμαστε στις ανασκαφικές περιόδους 1996-’97-’98 όπου τη διεύθυνση της ανασκαφής έχει ο υπογράφων. Το 1999 δεν πραγματοποιήθηκε ανασκαφή. Έγιναν μόνο τοπογραφικές αποτυπώσεις.
Η ανασκαφική έρευνα πραγματοποιείται στο μέσον περίπου της ανατολικής ομαλής πλαγιάς του λόφου απέναντι ακριβώς από τον ποταμό Έβρο, στην περιοχή όπου παλιότερα ανασκάφτηκε το κτήριο με τα παραπάνω ψηφιδωτά. Χαράχθηκαν τομές βόρεια (Τομέας Α), δυτικά (Τομέας Β) και νότια (Τομέας Γ) του κτηρίου με τα ψηφιδωτά, με σκοπό τον εντοπισμό κτισμάτων και τη μελέτη της στρωματογραφίας.
Τομέας Α
Ορίστηκαν δύο τομές. Στην πρώτη ανακαλύφθηκε ένας τοίχος με κατεύθυνση Β-Ν. Ο τοίχος είναι κατασκευασμένος κλιμακωτά ακολουθώντας την κλίση του εδάφους. Με τα μέχρι στιγμής ανασκαφικά δεδομένα δεν είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε τη χρησιμότητά του. Αν δηλαδή πρόκειται για οχυρωματικό τοίχο ή για κάποια άλλη κατασκευή.
Στη δεύτερη τομή αποκαλύφτηκαν λείψανα κτηρίων για τον προορισμό των οποίων δεν μπορούμε, προς το παρόν, να διατυπώσουμε κάποια τεκμηριωμένη άποψη. Πιθανότατα τα κτηριακά αυτά λείψανα μαζί με το κτήριο με τα ψηφιδωτά να ανήκαν σ’ ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα. Η συνέχιση της ανασκαφής στην περιοχή αυτή θα λύσει αρκετά προβλήματα. Η κεραμική, τα νομίσματα και τα άλλα κινητά ευρήματα δείχνουν ότι ο χώρος βρισκόταν σε χρήση από τον 2ο μέχρι το τέλος του 6ου μ.Χ. αιώνα.
Τομέας Β.
Ο Τομέας Β μας έδωσε πολλά οικιστικά λείψανα.
Αποκαλύφθηκαν πολλά κομμάτια από πήλινες πλάκες που προέρχονταν από το πλακόστρωτο δάπεδο οικοδομήματος, που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια της ανασκαφής – σε όλη τη σωζόμενη έκτασή του και χρονολογείται τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Αποκαλύφθηκε επίσης αγωγός ο οποίος «περνούσε» κάτω από το δάπεδο. Δεξιά και αριστερά στα τοιχώματα του αγωγού υπήρχαν λιθόπλινθοι, ο δε πυθμένας του ήταν στρωμένος με κεραμίδες. Καλυπτόταν με πέτρες μεγάλου μεγέθους επάνω στις οποίες ״πατούσε״ το δάπεδο. Ανασκάφτηκε και ένας μικρότερος αγωγός κάθετος στον κεντρικό. Το σύστημα αγωγών θα μπορούσε να σχετιστεί με ένα δημόσιο λουτρό, ή με λουτρό μιας πολυτελούς κατοικίας. Η υπόθεση αυτή θα επαληθευθεί κατά την ανασκαφική περίοδο του 2002.
Στο ΒΔ τμήμα της τομής άρχισε ν’ αποκαλύπτεται μέρος των θεμελίων ενός οικοδομήματος, ενώ στο ΝΔ τμήμα αποκαλύφθηκε τοίχος και μέρος δαπέδου κτηρίου επάνω στο οποίο βρέθηκαν 21 χάλκινα νομίσματα, βάσει των οποίων μπορεί το κτήριο να χρονολογηθεί από το β΄ μισό του 3ου μέχρι το τέλος του 6ου μ.Χ. αιώνα.
Στο Ν-ΝΑ τμήμα αποκαλύφθηκε ασβεστόκτιστος τοίχος. Μια βάση ιωνικού κίονα είχε τοποθετηθεί σαν οικοδομικό υλικό. Από τα νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή αυτή μπορεί να χρονολογηθεί τους υστερορωμαϊκούς και πρώιμους βυζαντινούς χρόνους. Με τη συνέχιση της ανασκαφής διαπιστώθηκε ότι ο τοίχος αυτός, πατούσε״ σε μεγάλους καλολαξευμένους δόμους. Στην περιοχή αυτή βρέθηκε νόμισμα του Αντιόχου Β΄ της Συρίας (261-246 π.Χ.). Στον εμπρόσθυπο υπάρχει κεφάλι Απόλλωνα ενώ στον οπισθότυπο υπάρχει τριποδικός λέβης, από κάτω άγκυρα και επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ.
Η ανασκαφή συνεχίστηκε στις περιοχές όπου δεν υπήρχαν αρχιτεκτονικά λείψανα. Ανακαλύφθηκε βάση ιωνικού κίονα, καμένο δοκάρι, ίσως από την οροφή του κτηρίου, ένας λίθινος δόμος κατεστραμμένος στη μία πλευρά του με μια «σταυροειδή» κοιλότητα στο κέντρο.
Τέλος στην περιοχή της ΝΑ γωνίας της τομής και σε βάθος
Μετά την ολοκλήρωση της ανασκαφής του προϊστορικούς στρώματος άρχισε ν’ αποκαλύπτεται ο φυσικός εύθρυπτος βράχος.
Τομέας Γ.
Κατά την ανασκαφή αποκαλύφθηκαν δύο τοίχοι που σώζονται σε αρκετό ύψος, κατά μήκος της Δυτικής και Ανατολικής παρειάς της τομής και χρονολογούνται και αυτοί στους υστερορωμαϊκούς και πρώιμους βυζαντινούς χρόνους.
Το 2000 έχοντας υπόψη τα αρχιτεκτονικά λείψανα του τομέα Β αποφασίσαμε να ερευνήσουμε την περιοχή βόρεια της τομής αυτής. Η ανασκαφή στην περιοχή αυτή συνεχίστηκε και το 2001 και το 2002. Έτσι ορίσαμε μια καινούργια τομή 10Χ10 μέτρων. Με την έναρξη της ανασκαφής διαπιστώσαμε ότι η επίχωση ήταν πολύ διαταραγμένη. Αξίζει να σημειωθεί η μεγάλη ποσότητα πλακιδίων από μάρμαρο λευκών και χρωματιστών που προέρχονται από ορθομαρμαρώσεις κτιρίων. Επειδή ήταν πολύ έντονη η διατάραξη των στρωμάτων αποφασίσαμε να προχωρήσει η ανασκαφή σε βάθος μόνο στο νότιο μισό του τετραγώνου, σ’ αυτό δηλαδή που βρισκόταν πλησιέστερα στην παλιά τομή.
Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν. Στο δυτικό τμήμα της τομής αποκαλύφθηκε τοίχος με κατεύθυνση Β-Ν, ο οποίος από την κεραμική κατά τα νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή αυτή μπορεί να χρονολογηθεί στους υστερορωμαϊκούς και πρώιμους βυζαντινούς χρόνους.
Στο Α-ΝΑ τμήμα της αποκαλύφθηκε τμήμα δαπέδου κτηρίου –μερικές πήλινες πλάκες είναι στη θέση τους- επάνω στο οποίο βρέθηκαν 107 χάλκινα νομίσματα, τα οποία χρονολογούνται από τέλη 4ου έως αρχές 6ου μ.Χ. αιώνα.
Στο νότιο τμήμα της τομής αποκαλύφθηκε και εδώ τοίχος με κατεύθυνση Α-Δ. Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής του δυτικού τμήματος του παραπάνω τοίχου εμφανίστηκαν δύο γωνιόλιθοι σε ημικυκλική διάταξη. Με τη συνέχιση της ανασκαφής στο σημείο αυτό αποκαλύφθηκε μια κυκλική τελικά κατασκευή χωρίς όμως να είναι φανερή η χρησιμότητά της˙ δεν ήταν σαφές δηλαδή αν επρόκειτο για θεμέλια κάποιου κυκλικού κτηρίου, ή για κάποια άλλη κατασκευή που είχε σχέση με το νερό (πηγάδι, δεξαμενή).
Στη συνέχεια η έρευνα επικεντρώθηκε στη διερεύνηση του εσωτερικού της
κυκλικής αυτής κατασκευής που είχε εσωτερική διάμετρο
Καθώς προχωρούσαμε σε βάθος και πιστεύαμε ότι θα φτάναμε στον πυθμένα
της, εμφανίστηκε στο βόρειο τμήμα της ένα άνοιγμα διαστάσεων 1,25 Χ
Το άνοιγμα αυτό οδηγούσε σε ορθογώνιο καμαροσκέπαστο θάλαμο διαστάσεων 4,00Χ2,15μ. Στην απέναντι στενή πλευρά υπάρχει άλλο άνοιγμα που οδηγεί σε κάποιον άλλο χώρο.
Η ερευνητική δραστηριότητα το 2001 επικεντρώθηκε σε τρεις τομείς:
1) στην ανασκαφή του ΒΔ τμήματος του τετραγώνου
2) στη διερεύνηση του εσωτερικού του θαλάμου και
3) στη συνέχιση της ανασκαφής στο εσωτερικό της δεξαμενής (από το επίπεδο που σταμάτησε η ανασκαφή το 2000 και κάτω).
Με την έναρξη της ανασκαφής στο ΒΔ τμήμα του τετραγώνου διαπιστώσαμε – αναμενόμενη άλλωστε- ότι η επίχωση ήταν και εδώ διαταραγμένη. Ενώ συνεχιζόταν η ανασκαφή στην περιοχή αυτή άρχισε να εμφανίζεται μικρή συγκέντρωση από πέτρες μαζί με σπασμένες και ακέραιες πήλινες πλάκες. Αφού αφαιρέθηκαν όσες ήταν πεσμένες αποκαλύφθηκε άνοιγμα στο κέντρο της οροφής του θαλάμου.
Η επίχωση του θαλάμου περιείχε πέτρες, πολλές σπασμένες και ακέραιες πήλινες πλάκες, κονιάματα και πηλό. Καθώς προχωρούσαμε σε βάθος ελαττώνονταν οι πέτρες και οι πήλινες πλάκες και αυξάνονταν η κεραμική και τα κόκαλα μεγάλων ζώων ενώ λίθινος κίονας άρχισε να φαίνεται στη ΒΑ γωνία.
Αφού αφαιρέθηκε η επίχωση διαπιστώσαμε ότι ο θάλαμος είναι κτισμένος με
λαξευμένους γωνιόλιθους πάχους 0,46 –
Στο εσωτερικό της δεξαμενής συνεχίστηκε η ανασκαφική έρευνα από το επίπεδο
που σταματήσαμε το 2000 και κάτω. Το 2000 είχαμε σταματήσει σε βάθος
Η ανασκαφική έρευνα το 2002 επικεντρώθηκε σε τρεις τομείς:
1) στην ανασκαφή του ΒΑ τμήματος του τετραγώνου
2) στην περιοχή ανατολικά του πηγαδιού και
3) στη συνέχιση της ανασκαφής στο εσωτερικό του πηγαδιού (από το επίπεδο που σταμάτησε η ανασκαφή το 2001 και κάτω).
Με την έναρξη της ανασκαφής στο ΒΑ τμήμα του τετραγώνου διαπιστώσαμε –αναμενόμενο άλλωστε– ότι η επίχωση ήταν διαταραγμένη. Αφαιρούσαμε πέτρες όλων των μεγεθών, κεραμίδια στέγης, σπασμένες και ακέραιες πήλινες πλάκες, κονιάματα και μεγάλα κομμάτια πηλού˙ η κεραμική ως επί το πλείστον ήταν ρωμαϊκών, υστερορωμαϊκών και πρώιμων βυζαντινών χρόνων, πολύ λίγη του 4ου και 3ου π.Χ. αιώνα, κεραμική από γκρίζο πηλό και λίγη χειροποίητη με πλαστική και εμπίεστη διακόσμηση. Αφού αφαιρέσαμε τη διαταραγμένη επίχωση εμφανίστηκε στάχτη με πολλά μικρά κομμάτια καμένου ξύλου. Κάτω από τη στάχτη άρχισαν να αποκαλύπτονται τετράγωνες πήλινες πλάκες in situ. Μετά την ολοκλήρωση της ανασκαφής στην περιοχή αυτή αποκαλύφθηκε το υπόκαυστο λουτρού. Το δάπεδο από τετράγωνες πήλινες πλάκες σώζεται σχεδόν ακέραιο. Οι κονίσκοι από κυκλικές οπτόπλινθους δε σώζονται, διατηρούνται όμως τα αποτυπώματά τους επάνω στις πήλινες πλάκες. Από τον χώρο αυτό προέρχονται αρκετά πήλινα πηνία κυκλικής διατομής, καθώς και σιδερένια καρφιά για την προσήλωσή τους στους τοίχους. Έτσι η αρχική υπόθεση που κάναμε το 1997 ότι το σύστημα αγωγών θα μπορούσε να σχετιστεί με ένα λουτρό, με τον εντοπισμό τώρα του υπόκαυστου αρχίζει να επιβεβαιώνεται. Τα νομίσματα που βρέθηκαν στην περιοχή αυτή χρονολογούνται από τις αρχές του 2ου έως τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα.
Η ανασκαφική δραστηριότητα συνεχίστηκε ανατολικά του πηγαδιού. Η ανασκαφή στην περιοχή αυτή δεν προχώρησε σε μεγάλο βάθος από φόβο μήπως η στατική κατάσταση του πηγαδιού δημιουργούσε κάποιο πρόβλημα ασφάλειας. Αποκαλύφθηκε η εξωτερική πλευρά των γωνιολίθων. Από την περιοχή αυτή συλλέχθηκε λεπτή κεραμική αυτοκρατορικών χρόνων. Εδώ πρέπει να σημειωθεί η μεγάλη ποσότητα λατύπης, γεγονός που αποδεικνύει ότι η τελική κατεργασία των γωνιολίθων πριν την τοποθέτηση τους στο πηγάδι και το θάλαμο γινόταν στην περιοχή αυτή.
Στο εσωτερικό του πηγαδιού η ανασκαφή συνεχίστηκε μέχρι τα
Και ερχόμαστε στην ανασκαφή του 2003. Ενώ φαινόταν αδύνατη η πραγματοποίησή της λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων, η παρέμβαση του Δημάρχου Διδυμοτείχου κ. Χρήστου Τοκαμάνη υπήρξε καθοριστική αφού ανέλαβε να στηρίξει οικονομικά την προσπάθειά μας και τον ευχαριστώ θερμά.
Σκοπός της ανασκαφικής έρευνας το 2003 ήταν να αποκαλυφθεί η είσοδος του
καμαροσκέπαστου θαλάμου. Γι’ αυτό το λόγο η ανασκαφή άρχισε βόρεια του θαλάμου.
Αφού αφαιρέθηκε η διαταραγμένη επίχωση, σε βάθος 2,80μ. από την επιφάνεια του
εδάφους εμφανίστηκαν δύο παράλληλοι τοίχοι με κατεύθυνση Βορρά-Νότο και άρχισε να
αποκαλύπτεται το τόξο πάνω από το υπέρθυρο της εισόδου του θαλάμου. Όσο
προχωρούσαμε σε βάθος, οι τοίχοι αποκαλύπτονταν πληρέστερα, άρχισε να φαίνεται
η εξωτερική πλευρά του υπερθύρου και η είσοδος του θαλάμου, ενώ ανάμεσα στους
τοίχους αποκαλύπτονταν σκαλοπάτια (ήδη είχαμε εντοπίσει τέσσερα το 2001 κατά
τον καθαρισμό του θαλάμου). Με την ολοκλήρωση της ανασκαφής φάνηκε ότι οι
τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από λαξευτούς γωνιολίθους και τα σκαλοπάτια που
ήταν ανάμεσά τους οδηγούσαν στο θάλαμο. Το μήκος των τοίχων είναι 3,35μ. και το
μέγιστο ύψος τους τα
Το 2004 αποκαλύφθηκε ένα τμήμα αγωγού, ενώ η ανασκαφή του πηγαδιού προχώρησε μέχρι σε βάθος 11,20μ. Σε ό,τι αφορά τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής, εκτός από την κεραμική, έχουμε χάλκινα αντικείμενα όπως κεφάλι χάλκινου ανδρικού ειδωλίου με περικεφαλαία, χάλκινη πόρπη, χάλκινο δακτυλίδι, χάλκινος κρίκος και δακτυλίδι, χάλκινο αντικείμενο ίσως επένδυση σε κάποιο ξύλινο κιβωτίδιο. Οστέϊνα αντικείμενα, τμήματα πήλινων ειδωλίων, όστρακο από ερυθρόμορφο αγγείο και όστρακο από ανοικτό αγγείο με διακόσμηση "δυτικής κλιτύος" που χρονολογούνται πιθανότατα στο α΄ μισό του 3ου π.Χ. αιώνα. Μια ενεπίγραφη βάση κανθάρου του 4ου π.Χ. αιώνα όπου διαβάζουμε καθαρά τη λέξη ΕΓΡΑΨΕΝ, αλλά δυστυχώς το όνομα του ζωγράφου είναι δυσανάγνωστο. Έχουμε επίσης πήλινα υφαντικά βάρη, λυχνάρια, γυάλινα αντικείμενα, γυάλινες χάντρες, ενεπίγραφο όστρακο και ενεπίγραφο μαρμάρινο τμήμα με φύλλα κισσού, εξάρτημα από χρυσό κόσμημα και τμήμα ενεπίγραφης στήλης, Μαρμάρινος κορμός Έρωτα που φέρει τελαμώνα θήκης ξίφους, μαρμάρινο ακέφαλο γυναικείο αγαλματίδιο του 150-130 π.Χ., θραύσματα μαρμάρινων αγγείων και μαρμάρινων γλυπτών, τμήματα κιόνων και κιονόκρανων.
Ενσφράγιστες λαβές αμφορέων. Οι λαβές προέρχονται από θασίτικους αμφορείς(διαβάζουμε ΘΑΣΙΩΝ) έχουν σαν έμβλημα οινοχόη, χελώνα, σανδάλι και χρονολογούνται στο β΄ μισό του 4ου π.Χ. αιώνα. Σε μια άλλη λαβή διαβάζουμε ΔΙΟΤΙΜΟΣ και σαν έμβλημα υπάρχει κάνθαρος και ο αμφορέας προερχόταν από εργαστήριο της Αίνου. Τέλος σε μια λαβή έχουμε ένα σφράγισμα κυκλικό σε σχήμα τροχού, χρονολογείται στο β΄ μισό του 4ου π.Χ. αιώνα και ο αμφορέας προερχόταν από κάποιο εργαστήριο της Ακάνθου. Οι αμφορείς γεμάτοι λάδι ή κρασί έφταναν από μακρινές πόλεις των παραλίων (οι περισσότεροι από τη Θάσο) και αποτελούν άμεση μαρτυρία των έντονων συναλλαγών ανάμεσα στους κατοίκους της πόλης και στους εμπόρους που ταξίδευαν ως εδώ, για ν’ αποκτήσουν τα προϊόντα και τις πρώτες ύλες που είχαν στην κατοχή τους οι ντόπιοι.
Νομίσματα: α) Νόμισμα Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.). Ασημένιο με χρυσή επικάλυψη. Στον εμπροσθότυπο υπάρχει προτομή αυτοκράτορα με διάδημα. Στον οπισθότυπο υπάρχει Νίκη να κινείται προς τα δεξιά, κρατά στεφάνι και σταυροφόρο σφαίρα. Στα δεξιά αυτής υπάρχει αστέρι.
β) Χάλκινο πεντανούμιο Ιουστίνου ΙΙ (565-578 μ.Χ.). Εμπροσθότυπο: Μονόγραμμα. Οπισθότυπο: Μεγάλο Ε. Κόπηκε στο νομισματοκοπείο της Νικομήδειας.
γ) Χάλκινο νόμισμα Λικινίου ΙΙ (308-324 μ.Χ.). Στον εμπροσθότυπο είναι η προτομή του Λικινίου με ακτινωτό στέμμα. Στον οπισθότυπο ο Δίας με σκήπτρο που καταλήγει σε αετό. Κρατά σφαίρα με Νίκη και δεξιά στα πόδια του υπάρχει αιχμάλωτος.
δ) Αργυρό τετρώβολο Φιλίππου (359-336 π.Χ.). Στον εμπροσθότυπο υπάρχει νεαρός άνδρας με ταινία προς τα δεξιά. Στον οπισθότυπο υπάρχει νεαρός γυμνός έφιππος.
ε) Χάλκινο νόμισμα από τα Κύψελα, 400 π.Χ. Στον εμπροσθότυπο είναι ο Ερμής, στον οπισθότυπο κωτύλη με επιγραφή ΚΥ
ΨΕ.
Τα προϊστορικά ευρήματα είναι: διακοσμημένα όστρακα, κομβιόσχημες λαβές αγγείων, πήλινο σφονδύλι και λίθινος στιλβωτήρας, τμήμα λίθινου τριβείου, λεπίδες από πυριτόλιθο και μικρός λίθινος πέλεκυς. Όλα αυτά χρονολογούνται στην 5η π.Χ. χιλιετία.
Κατά τις εργασίες για την τοποθέτηση στεγάστρου στο κτήριο με τα ψηφιδωτά στις εργασίες εκεί παρακολουθούσε ο συνάδελφος Θανάσης Γουρίδης) βρέθηκε μαρμάρινο κεφάλι του διπρόσωπου Θεού των Ρωμαίων του Ιανού. Σώζεται σχεδόν ακέραιο με ελάχιστες φθορές και αποκρούσεις. Ο Ιανός είχε τον χαρακτήρα ψυχολατρικού πνεύματος που προστάτευε τις δημόσιες διόδους και πύλες της πόλης, οι οποίες χρησιμοποιούνταν τελετουργικά για οποιαδήποτε ομαδική αναχώρηση και ειδικότερα για την αναχώρηση στρατού. Η τέχνη τον θέλει άλλοτε αγένειο, άλλοτε γενειοφόρο.
Γενικές παρατηρήσεις.
Το συγκρότημα αυτό, πηγάδι και θάλαμος, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πλέον ότι έχει σχέση με την υδροδότηση της πόλης και θα πρέπει να είναι σύγχρονο με την ίδρυσή της (αρχές 2ου μ.Χ. αιώνα).
Δημιουργούνται όμως κάποια ερωτηματικά:
1) Δεν ξέρουμε πως ήταν το πάνω μέρος του πηγαδιού (δεν έχει βρεθεί το στόμιό του).
2) Η κάθετη πλάκα που έφρασε το άνοιγμα του θαλάμου προς το πηγάδι είναι σίγουρα σε δεύτερη χρήση. Τοποθετήθηκε όμως αργότερα ή αρχικά με την κατασκευή του όλου συγκροτήματος; Εάν δεν υπήρχε αρχικά τότε όλο το συγκρότημα λειτουργούσε σαν ενιαίος χώρος. Πώς; Δύσκολο να αποδειχθεί με τα μέχρι στιγμής ανασκαφικά δεδομένα. Από την στιγμή όμως που τοποθετήθηκε –είτε στην αρχή, είτε αργότερα- τότε θα πρέπει να χρησιμοποιούσαν τον θάλαμο για την άντληση του νερού από το πηγάδι. Αυτό εξηγεί και τις αβαθείς αυλακώσεις που έχει η πέτρα προς την πλευρά του πηγαδιού. Θα δημιουργήθηκαν από την τριβή του σχοινιού άντλησης. Το δε νερό δεν θα ξεπερνούσε το ύψος του ανοίγματος. Υποθέτουμε δηλαδή τη χρήση κάπως έτσι: Από τα σκαλοπάτια, λοιπόν, κατέβαινε, έμπαινε στο θάλαμο, και οδηγούνταν στο πηγάδι όποιος ήθελε ν’ αντλήσει νερό. Ελπίζουμε μελλοντικά η ανασκαφική έρευνα να δώσει απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα .
Αυτά είναι τα αρχαιολογικά στοιχεία που έδωσε η αρχαιολογική έρευνα στην Πλωτινόπολη. Η ανασκαφή βρίσκεται ακόμη στην αρχή της και τα ευρήματα δεν έχουν μελετηθεί διεξοδικά. Γενικά αλλά και επί μέρους προβλήματα και ερωτήματα σχετικά με την τοπογραφία, την οικιστική, κοινωνική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση της αρχαίας πόλης θα πρέπει ν’ απαντηθούν. Όμως όλα αυτά είναι πολύ αβέβαια και δυσκολοαπόδεικτα, τουλάχιστον στο σημερινό στάδιο της έρευνας. Για την παλιότερη, την πριν την Πλωτινόπολη πόλη, ένα επί πλέον ερώτημα προβάλλει έντονο. Υπήρξε πράγματι Θρακική πόλη και ποιο ήταν το όνομά της; Η συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας μπορεί να λύσει όλα τα παραπάνω προβλήματα και να οδηγήσει σε εγκυρότερη ερμηνεία και ασφαλέστερα συμπεράσματα και τέλος ίσως μας χαρίσει την πιο μεγάλη αμοιβή˙ την απάντηση για το όνομα της πόλης πριν την Πλωτινόπολη.
Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους βοήθησαν, ο κάθε ένας με τον τρόπο του, ώστε να πραγματοποιηθεί η ανασκαφή στην Πλωτινόπολη. Τον Δήμο Διδυμοτείχου και ιδιαίτερα το Δήμαρχο κ. Χρήστο Τοκαμάνη για την πολύπλευρη βοήθειά του. Τους φύλακες αρχαιοτήτων βορείου Έβρου Κώστα Χατζηιωαννίδη και Κυριάκο Ματισιούδη. Τους συντηρητές του Μουσείου Κομοτηνής Γιάννη και Λίτσα Λαϊνίδου. Τον σχεδιαστή της εφορείας μας Χρήστο Σισμανίδη, τον φωτογράφο Στέφανο Στουρνάρα και τον τοπογράφο Παναγιώτη Μουζακίδη στον οποίο οφείλεται η τοπογραφική αποτύπωση της ανασκαφής. Επίσης τις αρχαιολόγους Ξένια Αϊτατόγλου, Έφη Μάρου, Χρύσα Βουδιάδου και Τζούλια Καλπακλή που δούλεψαν κατά καιρούς στην ανασκαφή. Ιδιαίτερα το εργατικό προσωπικό της ανασκαφής που δούλεψε όλα αυτά τα χρόνια μαζί μου κάτω από δύσκολες συνθήκες. Αν αναλογιστεί κανείς το βάρος του κόπου που έπρεπε να καταβληθεί απορεί πως τόσο λίγα άτομα και σε τόσο περιορισμένο χρόνο έφεραν εις πέρας το έργο αυτό. Είναι φανερό ότι δίχως την εργατικότητα, το φιλότιμο και την αυταπάρνηση που έδειξαν δεν θα είχε σε καμία περίπτωση επιτευχθεί. Ελπίζω πως τους είναι αρκετή η ικανοποίηση που δοκιμάσαμε όλοι από το γόνιμο αποτέλεσμα των κοινών κόπων.
Το αφιέρωμα αυτό δημοσιεύτηκε στον "Βορέα"(τεύχος 5) τον Οκτώβριο 2005, πριν 15 χρόνια και ήταν ενταγμένο στη στρατηγική ανάδειξη και προβολής του αρχαιολογικού πλούτου και της πολιτιστικής κληρονομιάς του Έβρου , που μπορεί να εξελιχθεί σε έναν αυτοτελή αναπτυξιακό και οικονομικό παράγοντα. Σ΄αυτό το πλαίσιο συνεχίζουμε και θα επιμένουμε αναδεικνύοντας μια μοναδική κληρονομιά με έργα, μνημεία, σύμβολα και πρότυπα παγκόσμιας εμβέλειας και αναγνώρισης!
























Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου