20 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΤΗΣ «ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ»
ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΘΡΑΚΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
Με την άμεση αφήγησή του θεωρείται ως ο «θεμελιωτής της βιωματικής πεζογραφίας»
Είκοσι (20) χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από τον θάνατο του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου (1927-1985), η οικογένεια του οποίου καταγόταν από την Ανατολική Θράκη και ίδιος βίωσε σε μικρή ηλικία τις δυσκολίες των προσφύγων να ενταχθούν και να ορθοποδήσουν στις νέες πατρίδες του με τη Θεσσαλονίκη να αναδεικνύεται σε πρωτεύουσα των προσφύγων όπως αυτός γράφει στο ομώνυμο βιβλίο του. Σε ένα πρόσφατο και πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» ο δημοσιογράφος μας δίνει την προσωπογραφία και εργογραφία του δημιουργού ενώ το χρονογράφημά του με τίτλο «ΠΑΡΕΛΑΣΗ» που δημοσιεύτηκε στην «Πρωινή» στις 10 Νοεμβρίου 1979 θα μπορούσε να δημοσιευτεί 26 χρόνια μετά και να είναι το ίδιο επίκαιρη.
Σ.Τ.Β.
«Ο Ιωάννου της άμεσης αφήγησης»
Του Βασίλη Ρούβαλη
«Χαρίστε βιβλία! Είναι ο μόνος τρόπος για να πάρει βάθος η ευλογημένη αυτή νομπελίτιδα …», έγραφε ο Γιώργος Ιωάννου στην εφημερίδα «Πρωινή Ελευθεροτυπία» (05.01.1979), υποστηρίζοντας τη χρεία της ανάγνωσης, το κέντρισμα του ενδιαφέροντος ώστε να δημιουργηθούν νέοι βιβλιόφιλοι, να γραφούν καλύτερα βιβλία, να υπάρξει μια πνευματική άνοιξη στον τόπο. Λόγος και σκέψη, με επικαιρότητα, διαχρονική αξία, αμεσότητα παρελθόντος – παρόντος, που καταγράφηκε σε μια σειρά επιφυλλίδων, τις οποίες οι συγγραφέας δημοσίευε μεταξύ 1979 -1980 στην εφημερίδα που διηύθυνε ο Κώστας Νίτσος. Τα «Κοιτάσματα», περιέχοντας τριάντα τέσσερα –δημοσιεύματα ή ανέκδοτα – κείμενα του Γ. Ιωάννου, επανακυκλοφορούν ύστερα από 22 χρόνια (εκδόσεις «Κέδρος»), δίνοντας την αφορμή για μια επαναπροσέγγιση του «θεμελιωτή της βιωματικής πεζογραφίας» και, εν προκειμένω, συνάμα γλαφυρού και απαιτητικού ύφους στη δημοσιογραφική γραφίδα του.
Ο Γιώργος Ιωάννου (ψευδώνυμο του Γιώργου Σορολόπη, Θεσσαλονίκη, 1927-1985) αναζήτησε την ουσιώδη έκφραση ή ουσία μέσα από τη λογοτεχνία. Ήταν γόνος οικογένειας από την Ανατολική Θράκη. Πέρασε τα παιδικά και τα μαθητικά χρόνια του στη συμπρωτεύουσα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της πόλης (1947-1950). Από το 1950 εργάστηκε ως καθηγητής σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία, ενώ το 1971 μετατέθηκε στην Αθήνα.
Ο αναπάντεχος θάνατός του ( επιπλοκή ύστερα από εγχείρηση) στέρησε τα ελληνικά γράμματα από έναν άμεσο αφηγητή της σύγχρονης ιστορικής συγκυρίας. Το έργο του τοποθετείται στη μεταπολεμική λογοτεχνική δημιουργία, χάρη στο οποίο σκιαγραφούνται η περίοδος της Κατοχής, η Εθνική Αντίσταση, ο Εμφύλιος, οι μεταπολεμικές δεκαετίες. Παρανομαστής, η ευαίσθητη ματιά και το υποβλητικό υπόβαθρο της λογοτεχνικής φωνής του. Ως εκ τούτου, οι συγκεντρωμένες συνεντεύξεις του «Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής», καθώς και το «Κατοχικό ημερολόγιο» (1996 και 2000, αντίστοιχα) δίνουν μια περιεκτική εικόνα του συγγραφέα και της εποχής του.
Μύστης του κρυφού στον έρωτα και του «εσωτερικού» λόγου, παράλληλα με τους συνομηλίκους και τους συντοπίτες του Ντίνο Χριστιανόπουλο και Νίκο Ασλάνογλου, ο Γιώργος Ιωάννου έγραψε ποίηση αρχής γενομένης με τα «Ηλιοτρόπια» (1954) και κατόπιν με τη συλλογή «Τα χίλια δέντρα» (1963), σύνολο ογδόντα ποιήματα έντονης ερωτικής διάθεσης. Αργότερα, στρεφόμενος στην πεζογραφία, η ειλικρίνεια και η αυθεντικότητα της φωνής του αποκτάει ευρύτητα χάρη στο χιούμορ, την ελευθεροστομία, την καυστικότητα, την ειρωνεία. Γι’ αυτό και διαβάστηκε πολύ. Έγινε αγαπητός συγγραφέας, εκτιμήθηκε η τέχνη του. Τα «Για ένα φιλότιμο» (1964), «Σαρκοφάγο» (1071), «Δικό μας αίμα» (1978 – Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1980), «Πολλαπλά Κατάγματα» (1981), «Πρωτεύουσα των προσφύγων» (1984), το παιδικό «Ο Πίκος και η Πίκα» (1986) εξακολουθούν να προσελκύουν την ανάγνωση. Στην εκτενή εργογραφία του περιλαμβάνονται διηγήματα, δοκίμια και μελέτες, θεατρικά έργα, μεταφράσεις, ενώ ίδρυσε και διηύθυνε το βραχύβιο περιοδικό «Το Φυλλάδιο», το οποίο έγραφε από αρχής μέχρι τέλους ο ίδιος.
Το διάστημα που εργάστηκε κρατώντας τη στήλη «Κοιτάσματα» στην «Πρωινή Ελευθεροτυπία», με παραίνεση των δημοσιογράφων Αχιλλέα Χατζόπουλου και Βίκτωρα Νέτα, αφοσιώθηκε στη συγγραφή χρονογραφήματος, αποσκοπώντας, όπως έλεγε, στην προβολή των «πνευματικών πραγμάτων». «Όταν δημοσιεύω σε εφημερίδα, μέσα σε λίγες ώρες καταλαβαίνω την απήχηση. Και δεν είναι μόνο τα τηλεφωνήματα ή οι απ’ ευθείας κουβέντες. Τις λίγες εκείνες ώρες που κρατάει το άνθισμα ενός φύλλου, έχω την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση πως πασπατεύομαι από χέρια αόρατα, χαϊδεύομαι ή βρίζομαι, είμαι δηλαδή σε δέσιμο, σε δεσμό, με τους ανθρώπους …», ανέφερε στο προλογικό του σημείωμα.
Η έκδοση των κειμένων αποτελεί ένα πολύχρωμο, σατιρικό ή παραινετικό, καλειδοσκόπιο των αθέατων πτυχών της καθημερινότητας. Ενδεικτικά, γράφει για το τσιγάρο: «Στην αρχή πρέπει να θεριέψει η απελπισία μέσα μας. Απελπισία για τη κατάστασή μας, για τις συνέπειες, που με μαθηματική ακρίβεια, λίγο έως πολύ, επέρχονται. Για το θέριεμα της απελπισίας, καλό είναι να αφήνεται κανείς να κατακλύζεται από τη σχετική διαφώτιση. Να μην την αποφεύγει, να της παραδίνεται. Κι ας μην κάνει τίποτε άλλο». Αλλά και για τις διαφημίσεις, αειφόρως ευφάνταστες, στα τηλεοπτικά κανάλια: «Επί της οθόνης, μια ξανθή ή κάτι τέτοιο γόησσα ξεγυμνώνεται για να πάρει το αφρόλουτρο της. Στην επόμενη σκηνή η γόησσά μας βρίσκεται μέσα στην μπανιέρα μαζί με έναν γόη, ολόγυμνο φυσικά, που κι αυτός επίσης παίρνει το αφρόλουτρό του με το περίφημο εκείνο αφρολουτρικό. Ο πλούσιος αφρός, που είναι και το μεγάλο προσόν του προϊόντος, τους σκεπάζει σώζοντας τα προσχήματα και τα σχήματα. Ευτυχώς …».
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
.........................................................................................................................................................................
Η παρέλαση
ΟΙ ΝΕΟΙ ΔΕΝ ΠΟΛΥΕΚΤΙΜΟΥΝ την ηλικία της αλκής που διέρχονται. Δεν θέλουν να καταλάβουν ούτε τι σημαίνει αυτή γι’ αυτούς ούτε για τους άλλους. Το κανονικό είναι στις παρελάσεις να τους σέρνουνε σχεδόν με το ζόρι κι αυτοί, μετά τα χειροκροτήματα, να γκρινιάζουνε και να κάνουν πως ολότελα τα ξεχνάνε. Νέος που είναι πρόθυμος για παρελάσεις, παράτες και κορδώματα, θεωρείται ελαφρούτσικος από τους ομήλικούς του και λίγο ή πολύ τρίχας. Αν μπορούσαν όμως τα βλέμματα που τους κατατρώνε στην παρέλαση με πάθος ή συγκίνηση, πατριωτική ή ερωτική ή και ανάμεικτη, να τους αγγίξουν μεταδίδοντάς τους, καθώς διέρχονται, κάποιο τίναγμα, θα ήταν βέβαια αδύνατο να μην το νιώσουνε ή και να παρελάσουνε από την ολοφάνερη έξαψή τους. Τώρα έχει προστεθεί και η τηλεόραση, που τους κάνει πιο θαυμαστούς, καθώς μας δείχνει από κοντά λεπτομέρειες, σειρές από λαμπρά κεφάλια που με ακατάπαυστο ρυθμό προβάλλονται, όλη αυτή η ατελεύτητη πινακοθήκη της νεόκοπης ελληνικής λεβεντιάς. Έχω σκυλομετανιώσει που δεν κράτησα τις εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, φωτογραφίες απολυτηρίων, που είχα βρει πεταμένες σε ένα μπαούλο της μονάδας μου, όταν υπηρετούσα κι εγώ φαντάρος. Θα είχα τώρα μια μοναδική συλλογή προσώπων της προηγούμενης ελληνικής γενιάς, αυτής του εμφυλίου, καθώς ήταν στα νιάτα της και στη στιγμή της. Θα έκαμνα συγκρίσεις με τις φάτσες τις τωρινές, των παιδιών τους, και θα ’βγαζα βάσιμα τα συμπεράσματά μου, ως προς το εκφραστικότερο τουλάχιστο μέρος του ανθρώπινου κορμιού. Αλλά ακόμα και ο πιο συνειδητοποιημένος ως προς τη στιγμή του νέος, όπως δυστυχώς ήμουν εγώ, δεν έχει την απελπισμένη ωριμότητα της μετέπειτα ηλικίας του.
Όποιος θέλει ας πει, εγώ πάντως έτσι νιώθω. Έκλαιγα πάλι μόνος προχτές, καθώς έβλεπα στην τηλεόραση την παρέλαση στη Σαλονίκη. Κι εδώ που τα λέμε, ξέρω τι κρύβεται πίσω από τις ατσάλινες παρελάσεις, πόση μπλόφα και πόση προσποίηση. Πόση γυναικουλίστικου πνεύματος προετοιμασία, για να αναδειχθεί τελικά η σκληράδα και η αρρενωπότητα. Όμως εκείνο που δεν αποτελεί μπλόφα ούτε καμιά προσποίηση είναι τα ασυναίσθητα, και ενίοτε αναίσθητα, αυτά νιάτα που περνάν σαν άνεμος κάθε χρονιά και σαν φουσκωμένο αέναο ποτάμι του Οκτώβρη ή του Μάρτη, όπου ποτέ του δεν είναι το ίδιο. Πράγματι είναι οι αυριανοί – αυτά δεν είναι κούφια λόγια. Σ’ αυτή την παράλογη περιπέτεια έτσι έχει το πράγμα. Και πράγματι είναι οι ασυναίσθητοι και οι ταπεινοί όμως. Αυτοί που δεν θέλουν να νιώσουν τα χειροκροτήματά μας τι σημαίνουν. Και ευτυχώς.
Δεν θα ’θελα να είμαι στην εξέδρα. Έβλεπα παλιούς μου αξιωματικούς και πως κατάντησαν γερασμένοι και χρυσοποίκιλτοι και με νότιζε λύπη. Πρέπει κι αυτοί να το συναισθάνονται, δεν είναι δυνατό. Αυτά τα φανταρά
κια, τα παιδιά αυτά, που περνάν σαν καλογυμνασμένα ζωάκια του τσίρκου απλά και αστόλιστα, αυτά είναι οι πραγματικοί ανώτεροι στις παρελάσεις. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα βαθμός ανώτερος από αυτόν του εφέδρου λοχία. Ως εκεί είναι η ηγεσία η φυσική και η αποδεκτή όλα τα άλλα είναι καριέρα, γράμματα, πτυχία και ξίγκια. Αυτοί οι λοχίες που πήγαιναν μπροστά – μπροστά στις πρώτες γραμμές, στις πρώτες εννεάδες, με τα αυτόματά τους κρατημένα ομοιόμορφα, με τη σεμνότητα των αρχηγών, που δεν πληρώνονται, για να αρχηγεύουν, κι από πίσω τους τα παιδόπουλα της ηλικίας τους να αγωνίζονται φιλότιμα για την καλή εμφάνιση της λεβεντιάς, αυτοί είναι οι ανώτεροι όλων. Ανώτεροι στη συνείδησή μας, εννοώ. Εκεί και μόνο θα ’θελα τώρα να βρίσκομαι. Με το κράνος και το αυτόματο να διέρχομαι εμπρός από κοντούς και ψηλούς, τσακίζοντας με αγορίστικη τσαχπινιά το υπάκουο κορμί, κρατώντας κοφτά εκείνο το ρυθμό που συντρίβει και επιβάλλεται, εγείροντας, παρά την κάποια φαγούρα στα απόκρυφα, θύελλα χειροκροτημάτων και παθών, κινώντας ζωηρά τα αισθήματα ειρηνιστών και πολεμοκαπήλων. Δεν είναι μόνο τιμητικές εκδηλώσεις για επετείους νικητήριες ούτε μόνο επίδειξη πολεμική. Έχουν πολλές πλευρές οι παρελάσεις μπορούν να ενδιαφέρουν ζωηρά όλους, ακόμα κι αυτούς που διαθέτουν τα χειρότερα βλέμματα, αν αυτά δεν εξαρτώνται από τα βλακωδέστερα μυαλά. Ακόμα και οι πιο νεφελοβάμονες και οι πιο ουτοπιστές, αυτοί που θαρρούν πως είναι αρκετές οι άγιες προθέσεις τους, δεν θα μπορούσαν ούτε στιγμή να εξασκήσουν το νέφος των ιδεών τους, χωρίς το θεσπέσιο, κατ’ εμέ, ποτάμι που διέρχεται απ’ τις μεγάλες λεωφόρους κάθε Οκτώβρη και κάθε Μάρτη. Οι παρελάσεις σχηματίζουν το ποτάμι της ζωής, για να το βλέπουμε.
Εφημερίδα "Πρωινή", 10-11-1979
..............................................................................................................................................
Το αφιέρωμα του "Βορέα"(τεύχος 7) το Δεκέμβριο 2005, πριν 15 χρόνια, στα 20 χρόνια(1985-2005) από το θάνατο του Γιώργου Ιωάννου, "ένας αναπάντεχος θάνατος"-όπως είχε γράψει στην "Ελευθεροτυπία" ο Βασίλης Ρούβαλης-"που στέρησε τα ελληνικά γράμματα από έναν άμεση αφηγητή της σύγχρονης ιστορικής συγκυρίας".
Τη φωτογραφία μαζί με άλλο σπάνιο φωτογραφικό υλικό μου παραχώρησαν οι θεματοφύλακες της μνήμης του, η αδερφή του Δήμητρα και ο γαμπρός του Μιχάλης Μηλαράκης.
Σταύρος Παπαθανάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου