Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

Σοφία Παπαδοπούλου: Η μεγάλη κυρία του ποντιακού τραγουδιού μιλάει για την τριαντάχρονη καριέρα της-Στον Βασίλη Κάργα πριν 15 χρόνια για τον "Βορέα"-Ένα χρόνο μετά τον θάνατό της

ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΙΑΝΤΑΧΡΟΝΗ ΚΑΡΙΕΡΑ ΤΗΣ

 

«Το Ποντιακό τραγούδι μου έμαθε να αγαπώ τους ανθρώπους»

 

                                   ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ  ΣΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΓΑ

 

Μια γυναίκα, μια ιστορία, μια ολόκληρη εποχή στο Ποντιακό τραγούδι. Η Σοφία Παπαδοπούλου, η κορυφαία γυναικεία φωνή στο χώρο του Ποντιακού τραγουδιού,   τραγουδάει  περισσότερα από τριάντα χρόνια τη ζωή, τους καημούς και τα πάθη, την ελπίδα των ξεριζωμένων  Ποντίων προσφύγων στα πέρατα του κόσμου. Στο τραγούδι της βρήκαν παρηγοριά χιλιάδες Πόντιοι

  Έχει τραγουδήσει παντού, όπου υπάρχουν και ζουν Πόντιοι. Όπου ζει και δημιουργεί ο ελληνισμός της διασποράς Στη Γερμανία, στην Αμερική, στην Αυστραλία, στον Καναδά. Χρειάστηκε να παλέψει πολύ για να κερδίσει την αναγνώριση, την καταξίωση και την εκτίμηση που της άξιζε και να καθιερωθεί σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο

Έχει κυκλοφορήσει 6 μεγάλους και 6 μικρούς δίσκους, έχει γράψει 3000 στίχους και 136 τραγούδια με μεγαλύτερη επιτυχία της το τραγούδι «Μπέλες» γραμμένο για τα αδέλφια της που χάθηκαν στον εμφύλιο.

Γεννήθηκε στην Πυλαία το 1938 από γονείς Πόντιους που κατάγονταν από τον Πόντο και τον Καύκασο. Σε ηλικία 18 χρονών παντρεύτηκε στη Νίψα και απόκτησε δύο κορίτσια κι ένα αγόρι

Πρώτη φορά τραγούδησε μπροστά στο κοινό το 1970 στη Γερμανία όπου είχε εγκατασταθεί με τον άνδρας της, ύστερα από προτροπές του Πόντιου καλλιτέχνη Κώστα Τσακαλίδη, που διέκρινε το ταλέντο της. Ο ίδιος την προέτρεψε να γράψει και στίχους.

Η Σοφία Παπαδοπούλου επέστρεψε στην Ελλάδα και από το 1995 σταμάτησε το τραγούδι. Σήμερα ζει στη Νίψα όπου και τη συναντήσαμε στο σπίτι της. Ανάμεσα σε εξώφυλλα δίσκων της, παλιές φωτογραφίες από συμμετοχή της σε εκδηλώσεις των Ποντίων στο εξωτερικό και στην Ελλάδα και μετάλλια τιμητικών διακρίσεων από Ποντιακούς συλλόγους για την προσφορά της αυτή, αναπολεί τις στιγμές της πολύχρονης καριέρα της.

Γνήσια, αυθόρμητη, μιλάει για τη ζωή της, για την τριαντάχρονη πορεία της στο τραγούδι, με κουβέντες σταράτες. Μια πορεία γεμάτη δυσκολίες, αλλά και μεγάλες επιτυχίες με μόνη ανταμοιβή το ζεστό χειροκρότημα του κόσμου, παραμένοντας πιστή σε αξίες, διδάσκοντας ύφος και ήθος

 

«Δεν μπορούσαμε να επιβιώσουμε εδώ, και το 1965 αναγκαστήκαμε και φύγαμε με τον άντρα μου  για τη Γερμανία. Στην αρχή δουλεύαμε σε ένα εργοστάσιο χαρτικών και με την οικονομική κρίση του 1966 καταλήξαμε στην Στουτγάρδη. Ταλαιπωρηθήκαμε πάρα πολύ μέχρι να βρούμε δουλειά, γιατί όπου πηγαίναμε μας διώχνανε. Δεν έπαιρναν εργάτες.» αρχίζει την αφήγηση της ζωής της.

-Στη Γερμανία  αποφάσισες να τραγουδήσεις;

« Στο εργοστάσιο που δούλευα μου ήρθε μια έμπνευση. Ο δικός μου καημός ήταν για τα αδέρφια μου που χαθήκανε στον εμφύλιο αδικοχαμένα. Κλαίγοντας πήρα το στυλό στα χέρια.  Με το ένα χέρι δούλευα και με το άλλο  έγραφα.  Έγραψα 3.000 στίχους. Το 1970  ήρθε στη Στουτγάρδη ένας καλλιτέχνης, ο οποίος ήτανε γνωστός μου, από τη Δράμα, ο μεγάλος Τσακαλίδης . Τον φιλοξένησα στο σπίτι μου τρεις μήνες .Σοφία μου είπε μια μέρα γιατί δεν ξεκινάς το τραγούδι. Άσε ρε Κωστίκα τώρα ,του λέω , γυναίκα   με τρία παιδιά . Αυτός ήταν που με παρακίνησε και  άρχισα να γράφω τη μεγάλη μου επιτυχία το «Μπέλες», τον πρώτο μου δίσκο. Για τον αδερφό μου που σκοτώθηκε στον εμφύλιο, στο Μπέλες»

 

- Κυκλοφόρησε σε δίσκο  στη Γερμανία;

« Στη Γερμανία το βγάλανε σε μικρό δισκάκι. Όταν ήρθα στην Ελλάδα το 1970 και το πήγα σε μια εταιρία, φοβήθηκαν να το βγάλουν. Τότε είχαμε δικτατορία . Μου είπαν καλό το τραγούδι αλλά δεν μπορούμε να το εκδώσουμε. Ύστερα πήγα στη VASIPAP και εκεί μόλις το άκουσε ο άνθρωπος τρελάθηκε. Θα το βγάλω εγώ ,μου είπε .Και το έβγαλε κι έγινε μεγάλη επιτυχία»

 

-Στη Γερμανία που τραγουδούσες;

«Όπου έβρισκα αίθουσες. Μας καλούσαν ποδοσφαιρικοί σύλλογοι, πολιτιστικοί και διοργανώναμε βραδιές. Πηγαίναμε στο καφενείο της Πιπίνας  και παίζαμε εκεί μέσα και διασκέδαζε ο κόσμος. Δεν κάθισα μέρα. Το κρεβάτι μου ήταν το αυτοκίνητο».

-Που ήταν πιο φορτισμένα συγκινησιακά τα πράγματα, όταν τραγουδούσες στη Γερμανία ή εδώ;

«Στο εξωτερικό υπήρχε περισσότερη φόρτιση, μεσολαβούσε η ξενιτιά. Και επειδή ζούσα  εκεί, αυτό το εκτίμησε ο κόσμος. Είναι εδώ, σου λέει, καθημερινά, την έχουμε μαζί μας. «Είναι δικιά μας η Σοφία». Δεν λέγανε ήταν απ’ την Ελλάδα. Εντάξει, όλοι απ’ την Ελλάδα είμαστε.  Ο κόσμος μου έδωσε, ότι είχε μέσα του»

-Πού αλλού έχεις τραγουδήσει εκτός από τη Γερμανία;

«Παντού όπου υπήρχαν Πόντιοι πρόσφυγες, Στην  Ελβετία, τη Σουηδία, την Ολλανδία, στο Βέλγιο, στην Αυστραλία, στον Καναδά , στη Νέα Υόρκη Μέχρι τη Ρωσία έφτασα»

α τραγούδια που έχεις γράψει τι εξιστορούν, τι εκφράζουν;

«Και  τη χαρά και  τις λύπες  Τα περισσότερα τραγούδια μου όμως είναι γραμμένα γύρω από τον Εμφύλιο Πόλεμο. Γιατί αυτό με έκαιγε. Έχω και άλλα γράψει για την αγάπη , τις αγωνίες, τη μετανάστευση, την ξενιτιά»

- Ακούγοντας ένα Ποντιακό τραγούδι, τι πιστεύεις ότι είναι αυτό που συγκινεί τον κόσμο;

« Κοίταξε, αν το ακούσεις το τραγούδι εδώ στο μαγνητόφωνο, καθισμένος στον καναπέ σου, να πίνεις το καφεδάκι σου , απλά το ψαχουλεύεις. Αν πας στο κέντρο και δεν έχεις ιδέα από το Ποντιακό πάλι τίποτα δεν θα καταλάβεις από το τραγούδι. Αυτοί όμως που το ζητάνε και το θέλουνε , το ξέρουν, το νιώθουν, το αγαπάνε και μαζί, δηλαδή εκεί που θα κλάψουν, χορεύουν τρελά.

 -Εσένα τι σε συγκινεί ;

«Με συγκινεί το γεγονός ότι φέρνω τον κόσμο  κοντά μου, για να νιώσει  αυτό που νιώθω και εγώ. Για τον τόπο μου, την πατρίδα μου, όλα αυτά που υπόφεραν οι γονείς μου. Αυτά που υπόφεραν τόσα  εκατομμύρια Πόντιοι που σκόρπισαν δεξιά και αριστερά σε διάφορα μέρη και χαθήκαμε»

- Για τον Πόντιο τι σημαίνει το τραγούδι και ο χορός;

«Ο χορός είναι καταρχήν χαρά. Χαρά και περηφάνια. Ο Πόντιος όταν μπαίνει να χορέψει νιώθει περήφανος. Εγώ που  τραγουδούσα τα ποντιακά τραγούδια και χόρευα όλη νύχτα μαζί τους ένιωθα έντονα όλα αυτά τα συναισθήματά τους»

-Τραγουδάς τριάντα χρόνια. Τι σου έμαθε το Ποντιακό τραγούδι για τη ζωή;

«Να αγαπώ τον κόσμο, τον άνθρωπο. Έπαιρνα τη χαρά τους. Έκλαιγα και τραγουδούσα και αυτοί μου δίνανε χαρά. Έδινα και έπαιρνα, ήταν αμοιβαίο. Η φιλοξενία, η αγάπη, το να σε παίρνει ο άλλος στο σπίτι του, να μαλώνει δηλαδή με το διπλανό του ποιος θα με πρωτοφιλοξενήσει».

-Όλα αυτά τα χρόνια που τραγουδάς, κοιτάζοντας πίσω λίγο τη ζωή σου, τι νομίζεις ότι είναι αυτό που σε χαρακτηρίζει;

«Να είμαι ένας χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία. Τίποτα άλλο»

-Δεν αισθάνθηκες δηλαδή ποτέ βεντέτα;

«Ποτέ. Ήμουν απλή γυναίκα. Όταν ερχόμουν στην Ελλάδα για να τραγουδήσω ανέβαινα στο τρακτέρ και πήγαινα από τη Θεσσαλονίκη  στα χωριά. Μα, μου έλεγαν,  πάνω στο τρακτέρ θα πάς; Γιατί ρε παιδιά και ‘γω άνθρωπος είμαι τους απαντούσα .Και ’γω από το χωριό είμαι. Ήθελα να τραγουδάω μόνο στην επαρχία. Στην Αθήνα δεν ήθελα να τραγουδήσω αν και ήθελαν πάρα πολύ να με πάρουν στα μαγαζιά της»

-Δεν πήγες ποτέ;

Όχι. Εγώ έλεγα θα τραγουδήσω μόνο στην επαρχία. Για τον απλό κόσμο, για τις γυναίκες που ζουν στην επαρχία και  δεν έχουν δει τίποτα στη ζωή τους. Φυσικά δεν  έπαιρνα το μεροκάματο που θα έπαιρνα αν τραγουδούσα σε ένα κέντρο στην Αθήνα, αλλά το έταξα στον εαυτό μου  και αυτό έκανα. Θυμάμαι ότι όταν πήγαινα στην επαρχία για να τραγουδήσω έπεφταν οι γυναίκες πάνω μου με αγκάλιαζαν και με φιλούσαν με αγάπη. Ο Θεός χίλια καλά να σου δώσει παιδί μου Ήρθες εδώ και ακούσαμε και εμείς έναν άνθρωπο να μας τραγουδάει, μου έλεγαν»

-Ήταν  δύσκολα την εποχή αυτή για μια γυναίκα που ζούσε σε χωριό να τραγουδάει;

«Για μια γυναίκα ήτανε πάρα πολύ δύσκολο για να βγει στο τραγούδι, ήταν ταμπού. Τα πρώτα χρόνια που τραγουδούσα εδώ ντρεπόμουνα για όλα αυτά που έλεγαν Τότε όλοι οι δικοί μου, οι χωριανοί για να με στηρίξουν, ερχόντουσαν στα μαγαζιά που τραγουδούσα και έπιαναν τα πρώτα τραπέζια. Είχα πολύ μεγάλο πρόβλημα και με τους μουσικούς γιατί το θεωρούσαν ντροπή μια γυναίκα να βγει στο «κουρμπέτι».  Και αναγκάστηκα και έκανα δική μου ορχήστρα. Ύστερα το εκτίμησαν αλλά ήταν αργά»

-Τι έλεγε ο άντρας σου, σε στήριζε;

«Σοφία να βγεις στο τραγούδι μου έλεγε. Κυριάκο ξέρεις τι θα πει τραγούδι του είπα. Μήπως εγώ ήξερα;  Ενστικτωδώς καταλάβαινα λίγο πολύ ότι ίσως θα παραμελούσα τα παιδιά μου, την  οικογένεια μου»

- Σε παρακινούσε να τραγουδήσεις;

«Με παρακινούσε. Ξέρεις η δουλειά αυτή είναι δύσκολη του έλεγα. Μήπως βγουν και παρατράγουδα; Εγώ βασίζομαι σε σένα, μου έλεγε. Γιατί να βασίζεσαι σε μένα; Γιατί εγώ άνθρωπος δεν είμαι, γυναίκα δεν είμαι, μπορεί να παρασυρθώ, του λέω. Εσύ δεν παρασύρεσαι μου, απάντησε. Και με στήριξε όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια»  

-Σου λείπει σήμερα το τραγούδι;

«Μου λείπει. Μου λείπει αλλά όχι να το πάρω και κατάκαρδα,  να πέσω στο κρεβάτι. Εντάξει ήρθε η ηλικία μου πρέπει κάπου να σταματήσω. Είμαι 68 χρόνων.  Δε με πειράζει όμως  η ηλικία μου. Έχω βρογχικό άσθμα. Αυτό με πειράζει. Όχι η ηλικία μου  Όταν με καλούν όμως κάπου για να τραγουδήσω, πάω και του δίνω και καταλαβαίνει»

 

Τραγουδίστρια. Γεννήθηκε στην Πυλαία του δήμου Φερών. Σήμερα ζει στη Νίψα. Έχει κυκλοφορήσει 6 μεγάλους και 6 μικρούς δίσκους, έχει γράψει 3000 στίχους και 136 τραγούδια.

 

 

 






 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου