Επικοινωνία με τον συγγραφέα :
e-mail: koufosn@gmail.com
τηλ.: 693 237 0777
ΜΑΧΗ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗΣ, 324 μ. Χ.
Από το έτος 312 μ. Χ., σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία,
έχουμε δύο αυτοκράτορεςˑ στις ανατολικές επαρχίες τον Λικίνιο και
3
στις δυτικές τον Κωνσταντίνο. Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός με
απώτερο σκοπό την εξασφάλιση της μονοκρατορίας, οδήγησε τους
δύο αυτοκράτορες στην πρώτη σύγκρουση μεταξύ τους, στις 8
Οκτωβρίου του 314, πλησίον της πόλεως Κίβαλι της κάτω
Παννονίας, όπου το σημερινό Vinkovci της Κροατίας, στην οποία
νίκησε ο Κωνσταντίνος. Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, ή κατ’
άλλους ιστορικούς το 316, οι δύο αντίπαλοι συγκρούσθηκαν για
δεύτερη φορά, στη λεκάνη του ποταμού Άρδα (στο Τρίγωνο του
Νομού Έβρου) στην οποία ο Κωνσταντίνος, αναδείχθηκε πάλι
νικητής και ο Λικίνιος αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει. Η τρίτη
μεταξύ τους σύγκρουση έλαβε χώρα παρά την Αδριανούπολη τον
Ιούλιο του 324, με τις προετοιμασίες των δύο αντιπάλων να έχουν
ολοκληρωθεί εγκαίρως.
Τα ιστορικά στοιχεία για το θέμα μας, τα αντλούμε από τον
ιστορικό Ζώσιμο, ο οποίος έζησε στην Κωνσταντινούπολη επί
αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ και έδρασε περίπου από το 490 έως
το 510. Σύμφωνα με τον Πατριάρχη Φώτιο, ήταν Κόμης και
συνήγορος του αυτοκρατορικού θησαυροφυλακίου. Είναι
συγγραφέας του πολύτιμου και πολύτομου έργου «Ιστορία Νέα».
Το οποίο αποτελεί πηγή αναντικατάστατη για την κρίσιμη περίοδο
από την παραίτηση του Διοκλητιανού το 305 μ. Χ., έως το 410, για
150 δηλαδή χρόνια, κατά τα οποία έλαβαν χώρα η παρακμή και η
πτώση του δυτικού ρωμαϊκού κόσμου και η παράλληλη δημιουργία
και άνοδος του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Το έργο του
Ζώσιμου διαρθρώνεται σε έξι Κεφάλαια, εκ των οποίων το 2 ο
περιλαμβάνει τα ιστορικά γεγονότα μετά τον Διοκλητιανό και όπως
είναι φυσικό, περιγράφει και τους αγώνες του Κωνσταντίνου, που
τον αναβίβασαν στον θρόνο του Μονοκράτορα Ανατολής και
Δύσης. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν, προετοιμαζόμενος για σύγκρουση
με τον Λικίνιο, είχε μεταφέρει την πρωτεύουσά του από το Σίρμιο,
που βρισκόταν στη σημερινή βόρεια Σερβία, στη Σαρδική, δηλαδή
στη σημερινή Σόφια και από εκεί σύμφωνα με τον Ζώσιμο:
«έφτασε στη Θεσσαλονίκη, όπου έφτιαξε το λιμάνι της πόλης –
προηγουμένως δεν υπήρχε λιμάνι -, ενώ ταυτόχρονα έκανε
προετοιμασίες για νέο πόλεμο εναντίον του Λικίνιου.
Ναυπηγήθηκαν περίπου 200 πλοία των 30 κωπηλατών, ενώ
συγκεντρώθηκαν παραπάνω από 2.000 μεταγωγικά, 120.000
πεζοί, 10.000 ναύτες κι άλλοι τόσοι ιππείς. Όταν ο Λικίνιος
πληροφορήθηκε γι’ αυτές τις προετοιμασίες του Κωνσταντίνου,
έστειλε αγγελιοφόρους σ’ όλες τις επαρχίες του με εντολή να
ετοιμαστούν πολεμικά πλοία και δυνάμεις πεζικού και ιππικού.
Ανταποκρίθηκαν ταχύτατα και έστειλαν οι μεν Αιγύπτιοι και οι
Φοίνικες από 80 τριήρεις, οι δε Ίωνες και Δωριείς της ασιατικής
4
ακτής 60, οι Κύπριοι 30, οι Κάρες 20, οι Βιθυνοί 30 και οι
Αφρικανοί 50».
Να αναφέρουμε εδώ, ότι όταν ο Κωνσταντίνος νίκησε τον
Λικίνιο για δεύτερη φορά στη λεκάνη του Άρδα και τον ανάγκασε
να συνθηκολογήσει, ο Λικίνος του παραχώρησε όλες τις
βαλκανικές κτήσεις του πλην της Θράκης και ο Κωνσταντίνος με τη
σειρά του, αναγνώρισε την κυριαρχία του Λικίνιου στην Ασία, την
Αίγυπτο και τη Λιβύη. Το πεζικό ανερχόταν σε 150.000 περίπου,
ενώ οι ιππείς σε 15.000, προερχόμενοι, οι τελευταίοι αυτοί, κυρίως
από τη Φρυγία και την Καππαδοκία. Εδώ παρατηρούμε με βάση
τους αριθμούς που μας δίδει ο Ζώσιμος, ότι οι χερσαίες δυνάμεις
του Λικίνιου ήταν υπέρτερες αυτών του Κωνσταντίνου, αφού του
πρώτου συνολικά έφταναν τους 165.000 άνδρες, ενώ του
δεύτερου – του Κωνσταντίνου, τους 130.000. Ο πολεμικός στόλος
του Κωνσταντίνου είχε αγκυροβολήσει στον Πειραιά, ενώ του
Λικίνιου στον Ελλήσποντο.
Αυτή ήταν η γενικότερη διάταξη των αντιπάλων δυνάμεων,
ναυτικών και χερσαίων. Ο Λικίνιος έστησε το στρατηγείο του στην
Αδριανούπολη, που βρίσκεται ούτως ή άλλως σε στρατηγικό
σημείο και έχει έμπροσθέν της, το σημαντικό υδάτινο κώλυμα του
ποταμού Έβρου, που θα έπρεπε οι δυνάμεις του Κωνσταντίνου,
που αναμένονταν από τα δυτικά, να επιχειρήσουν τη ζεύξη του,
προκειμένου να συναντήσουν τους αντιπάλους τους και να τους
πολεμήσουν. Ο Κωνσταντίνος από την άλλη πλευρά, κάλεσε τον
στόλο του – που προερχόταν κυρίως από περιοχές της Ελλάδας -,
να εκπλεύσει από τον Πειραιάˑ ο ίδιος με όλο το πεζικό του
μετακινήθηκε από τη Θεσσαλονίκη και έφθασε και στρατοπέδευσε
στις όχθες του Έβρου ποταμού, αριστερά του οποίου βρίσκεται η
Αδριανούπολη. Στο μεταξύ ο Λικίνιος παρέταξε τις δυνάμεις του σε
γραμμή μήκους 200 σταδίων δηλ. 37 περίπου χιλιομέτρων, που
ξεκινούσε από το βουνό που βρίσκεται πίσω από την πόλη και
έφτανε μέχρι το σημείο που ο Τοσώνειος ποταμός ενώνεται με τον
Έβρο.
Οι αντίπαλοι παρέμειναν έτσι στρατοπεδευμένοι για πολλές
ημέρες, ώσπου ο Κωνσταντίνος, αφού πρώτα ανακάλυψε το
στενότερο σημείο διάβασης του ποταμού, εκπόνησε το εξής
σχέδιο: Έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να κουβαλήσουν
κορμούς δένδρων από τα βουνά και να τους ενώσουν με σχοινιά,
δήθεν για να κατασκευάσουν γέφυρα και να περάσει έτσι ο
στρατός το ποτάμι. Με αυτό το στρατήγημα ξεγέλασε τους
αντιπάλους του ως προς τις προθέσεις του, ενώ ο ίδιος ανέβηκε σ’
έναν λόφο αρκετά δασωμένο ώστε να καλύπτει όσους βρίσκονταν
εκεί, όπου και εγκατέστησε 5.000 πεζούς και τοξότες μαζί με 80
5
ιππείς. Ο ίδιος πήρε μαζί του 12 ιππείς και πήγε στο στενότερο
σημείο του ποταμού που ήταν προσπελάσιμο, πέρασε τον Έβρο
και κτύπησε τους αντιπάλους του αιφνιδιαστικά.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να κάνουμε τις ακόλουθες τρεις
παρατηρήσεις: Η πρώτη αφορά τη διάβαση του ποταμού, από
ιππείς και πεζούς, η οποία εάν είναι πρακτικά δυνατή, τότε ποια η
αναγκαιότητα ζεύξης του ποταμού για να περάσει το ιππικό και
κυρίως το πεζικό; Στο ερώτημα αυτό, η απάντηση έρχεται μέσα
από την ιδιαίτερη γνώση του τόπου και κυρίως της ιδιομορφίας
που έχει η κοίτη του ποταμού Έβρου, στην περιοχή που μας
ενδιαφέρει. Ο Έβρος έχει μέσο βάθος 2-3 μέτρα, αλλά κατά τις
θερινές περιόδους ή σε έτη ανομβρίας, δημιουργούνται αβαθή
περάσματα, οι λεγόμενοι «πόροι» κατά τη στρατιωτική ορολογία, οι
οποίοι δεν είναι ορατοί εξ αποστάσεως. Πιο συγκεκριμένα, έχει
παρατηρηθεί ότι το ποτάμι λόγω της άμμου που μεταφέρει, σε
κάποια σημεία έχει βάθος μόλις είκοσι με τριάντα εκατοστά του
μέτρου και μπορεί κάποιος να εισέλθει εντός του και να περάσει
άνετα στην αντίπερα όχθη. Ένα τέτοιο πέρασμα λοιπόν, εντόπισε
και ο Κωνσταντίνος, τον Ιούλιο του 324, και μέσω αυτού, πέρασε –
όχι μόνον ο ίδιος με τη φρουρά του απέναντι-, αλλά και όλος ο
στρατός του διαδοχικά και επιτέθηκε στους αντιπάλους του.
Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με τον ίδιο τον
Κωνσταντίνο, ο οποίος όπως αναφέρει ο Ζώσιμος, πέρασε
πρώτος τον ποταμό Έβρο και συγκρούσθηκε με τους αντίπαλους
στρατιώτες, εκθέτοντας όπως είναι φυσικό τον εαυτό του σε άμεσο
και θανάσιμο κίνδυνο, έχοντας πίσω του ένα τεράστιο στράτευμα
εκατόν τριάντα χιλιάδων ανδρών. Το παράτολμο και άκρως
επικίνδυνο αυτό εγχείρημα, του στρατηλάτη Κωνσταντίνου, που
θεωρείται αδιανόητο για τη σημερινή εποχή και τα σύγχρονα πεδία
μάχης, έχει την απάντησή του στην στρατιωτική εκπαίδευση και
πολεμική ικανότητα του ιδίου του Κωνσταντίνου, με τα δεδομένα
της εποχής του. Σε ένα λογοτεχνικό κείμενό μας – βραβευμένο
από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, με τίτλο: «Ο ήλιος
της Ρώμης», αναφέρουμε τα ακόλουθα για τον Κωνσταντίνο, που
είναι ταυτόχρονα και η ερμηνεία της πολεμικής συμπεριφοράς του:
«Γόνος στρατιωτικής και διοικητικής αριστοκρατίας, ο
Κωνσταντίνος, ενσάρκωνε τον ιδανικό τύπο του Ρωμαίου
αξιωματικού : Ρωμαλέος, εύψυχος, παράτολμος, ορμητικός.
Άφοβος σκότωσε το λιοντάρι στην αρένα της Νικομήδειας,
ακούραστος στρατηλάτης διέσχισε απ’ άκρον εις άκρον την αχανή
αυτοκρατορία, απώθησε από τα σύνορα επικίνδυνα βαρβαρικά
φύλα και όταν ήρθε η ώρα των εσωτερικών συγκρούσεων,
6
κατέβαλλε διαδοχικά τους ισχυρούς συναυτοκράτορες . Μαξιμιανό,
Μαξέντιο και Λικίνιο».
Η τρίτη κατά σειρά παρατήρησή μας, αναφέρεται στο κρίσιμο
ζήτημα του αιφνιδιασμού του αντιπάλου, ο οποίος είναι ένα από τα
βασικότερα πλεονεκτήματα στη μάχη ή σε έναν πόλεμο
γενικότερα. Στην περίπτωση της Μάχης της Αδριανούπολης, ο
Κωνσταντίνος, με το στρατήγημά του, πέτυχε τον πλήρη
αιφνιδιασμό του αντιπάλου του, ο οποίος βρέθηκε μοιραία στη
θέση του αμυνόμενου και έτσι επήλθε σύντομα η σχεδόν
ολοκληρωτική κατάρρευσή του. Σε μία μάχη, δεν υπάρχει το
«στρατηγικό βάθος», που μπορεί να υπάρχει σε έναν αργό
πόλεμο, όπου εκεί είναι δυνατόν να απορροφηθεί ακόμα και ο
πλήρης αιφνιδιασμός και ο αμυνόμενος, αξιοποιώντας τον χρόνο
και τον χώρο, να καταφέρει να αναπληρώσει τις απώλειές του, να
αναδιοργανωθεί και να αντεπιτεθεί καίρια και αποτελεσματικά.
Επιστρέφουμε τώρα στην περιγραφή της Μάχης από τον
Ζώσιμο, η οποία επιβεβαιώνει τα προαναφερθέντα: «Το
αποτέλεσμα ήταν κάποιοι [από τους στρατιώτες του Λικίνιου] να
σκοτωθούν, πολλοί να το βάλουν στα πόδια, αλλά οι περισσότεροι
να μείνουν απολύτως αδρανείς, με το στόμα ανοιχτό, κατάπληκτοι
από την αναπάντεχη αυτή επίθεση και την απρόσμενη διάβαση
του ποταμού». Εμείς θα προσθέσουμε εδώ, ότι οι στρατιώτες που
βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πρώτη ομάδα των επιτιθέμενων
ιππέων, που όλοι τους κρατούσαν δόρυ και ασπίδα και έφεραν
σπάθη, όπως και κράνος και αλυσιδωτό χιτώνιο για την προστασία
τους, ήταν πολύ άτυχοι και καταδικασμένοι, αφού καμία
δυνατότητα δεν είχαν να αντισταθούν στα καλύτερα πολεμικά άτια
και στους επιδέξιους ιππείς, που μάχονταν ως εξαίρετοι και
ατρόμητοι μονομάχοι. Ούτε φυσικά μπορούσαν ποτέ να
φαντασθούν, ότι ο ένας από τους αναβάτες των πανίσχυρων και
επιθετικότατων αλόγων, που επέπεσαν με ορμή εναντίον τους,
ήταν ο ίδιος ο Κωνσταντίνος! Γενικότερα, το ιππικό των Ρωμαίων,
εκείνη την εποχή είχε αναβαθμιστεί έναντι του βαρέως πεζικού και
αποτελούσε την αιχμή του δόρατος σε επιχειρησιακό επίπεδο.
Έτσι, συνεχίζει ο Ζώσιμος, πρόλαβαν και πέρασαν χωρίς
καμία δυσκολία και οι άλλοι ιππείς του Κωνσταντίνου - που
βρίσκονταν σε απόλυτη ετοιμότητα επί του γειτονικού λόφου -
όπως και όλος ο στρατός του μετά, οπότε ακολούθησε φονική
μάχη, στην οποία σκοτώθηκαν περίπου 30.000 άνδρες, στις 3
Ιουλίου του έτους 324. Όταν έδυε πια ο ήλιος, ο Κωνσταντίνος είχε
κυριεύσει το στρατόπεδο των αντιπάλων του, ο δε Λικίνιος,
παίρνοντας μαζί όσους μπόρεσε από τους δικούς του, διέσχισε τη
Θράκη για να προλάβει το ναυτικό του στις ακτές. Όταν ξημέρωσε
7
η επόμενη μέρα, όσοι στρατιώτες του Λικίνιου είχαν καταφύγει στα
βουνά και τα λαγκάδια παραδόθηκαν στον Κωνσταντίνο – το ίδιο
και όσοι είχαν μείνει πίσω όταν ο Λικίνιος τράπηκε σε φυγή.
Από τη διάταξη των στρατευμάτων του Λικίνιου, τα οποία
ήταν ανεπτυγμένα κατά τον Ζώσιμο σε μία γραμμή μήκους 37
περίπου χιλιομέτρων, φαίνεται ότι τα τμήματα του στρατού, του
Κωνσταντίνου, μαχόμενα συντεταγμένα με την τακτική των
λεγεωνάριων και ανατρέποντας εύκολα τους απροετοίμαστους
αντιπάλους τους, προχωρούσαν συνεχώς προς τα ανατολικά,
μέχρι να συναντηθούν με τον κύριο όγκο του στρατού του Λικίνιου
και να δώσουν την τελική μάχη. Η θέση όπου έλαβε χώρα η
συνάντηση αυτή και δόθηκε η μεγάλη μάχη, ήταν σύμφωνα με τον
σημαντικό λόγιο και ιστοριοδίφη της Αδριανούπολης, Γεώργιο
Λαμπουσιάδη, η Cambio martinencis μεταξύ Χαυσάς και Βαβά
Εσκί. Στο σχετικό δημοσίευμά του στα ΘΡΑΚΙΚΑ, τόμος Α’, τεύχος
Γ΄& Δ΄, σελ. 287, Αθήναι 1928, με τίτλο: «Τρεις ανέκδοτοι μελέται
περί Αδριανουπόλεως», ο Λαμπουσιάδης αναφέρει ακόμα ότι
ακριβώς στην ίδια θέση πριν από δέκα χρόνια, ο Λικίνιος είχε
συντρίψει τις δυνάμεις, του συνάρχοντά του στην Ανατολή,
Μαξιμίνου και ότι ο Κωνσταντίνος για να απαθανατίσει τη λαμπρή
αυτή νίκη που τον ανέδειξε μονοκράτορα, έκτισε σε εκείνη την
περιοχή μια πόλη που την ονόμασε «Νίκη» και η οποία σήμερα
καλείται Κουλελί. Ύστερα από τη Μάχη της Αδριανούπολης, ο
Λικίνιος κατέφυγε στο Βυζάντιο, ενώ ο Κωνσταντίνος τον
ακολούθησε και πολιόρκησε την πόλη.
Η επόμενη φάση του πολέμου διαδραματίστηκε στη
θάλασσα του Μαρμαρά. Ο στόλος του Κωνσταντίνου με
επικεφαλής τον γιο του Κρίσπο, έπειτα από διήμερη ναυμαχία,
κατατρόπωσε τον στόλο του Λικίνιου με επικεφαλής τον Άβαντο
και κατευθύνθηκε προς το Βυζάντιο. Ο Λικίνιος, έντρομος, διέσχισε
τον Βόσπορο και πέρασε στην ασιατική ακτή. Ο Κωνσταντίνος τον
καταδίωξε και στις 18 Σεπτεμβρίου πέτυχε κι άλλη μεγάλη νίκη στη
Χρυσούπολη το σημερινό Üsküdar ή Σκούταρι το οποίο είναι
μεγάλος και πυκνοκατοικημένος δήμος της Κωνσταντινούπολης
στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. Ο Λικίνιος οχυρώθηκε στην
πρωτεύουσά του, τη Νικομήδεια.
Επειδή όμως είχε απολέσει μεγάλο μέρος των δυνάμεών
του και δεν ήταν πλέον δυνατόν να αντιμετωπίσει τον πανίσχυρο
Κωνσταντίνο, η γυναίκα του Λικίνιου, η Κωνσταντία, τον έπεισε να
παραδοθεί. Πήγε μάλιστα η ίδια στον ετεροθαλή αδελφό της, τον
Κωνσταντίνο και τον παρακάλεσε να του χαρίσει τη ζωή. Ο
Κωνσταντίνος δέχτηκε την παράδοση, υπέκυψε στις παρακλήσεις
της αδελφής του και παραβλέποντας τους γογγυσμούς του
8
στρατού του, τον εξόρισε στη Θεσσαλονίκη, όπως και τον
πρωθυπουργό του Σέξτο Μαρτινιανό, στον οποίο ο Λικίνιος είχε
δώσει τον τίτλο του αυγούστου, στην Καππαδοκία. Ύστερα όμως
από λίγους μήνες, ο Λικίνιος, προσπαθώντας να υποκινήσει την
εκεί φρουρά σε εξέγερση, εκτελέστηκε με εντολή του
Κωνσταντίνου, μαζί με τον πρωθυπουργό του.
.................................................................................................................
ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ
Αυτοτελή :
- Καβύλη, στη ροή του Έβρου και της Ιστορίας, Νέα Ορεστιάδα,
1994.
- Μεγάλη Εβδομάδα στο Άγιο Όρος ( Οδοιπορικό ), Σουφλί Έβρου,
1997. –Έκδοση 2 η : Αθήνα, 2014.
- Ιστορικά και Λαογραφικά της Στέρνας Έβρου, Αλεξανδρούπολη,
1997. Έκδοση 2 η Επαυξημένη : Ορεστιάδα, 2023.
- Τα Βέροια Λακεδαίμονος, Μνήμες και Μνημεία, Πάρνων, 2001.
- Η παρουσία του Πλήθωνος στα τεμένη της Αδριανουπόλεως,
(Ανάτυπο), Διεθνής Επιστημονική Εταιρεία Πληθωνικών και
Βυζαντινών Μελετών, Αθήνα – Μυστράς, 2003.
- Δημόσια Ρουμάνειος Βιβλιοθήκη Μολάων, 50 χρόνια λειτουργίας (
1955 – 2005 ), Μολάοι 2006.
- Παλαιά σχολεία του Οινούντος, Η οργάνωση της εκπαίδευσης στον
τ. Δήμο Οινούντος Λακωνίας (1800 – 1950), Σελλασία 2009. ΕΠΑΙΝΟΣ
ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ (28 / 12 / 2012).
- Ελένη Θεοδωρακοπούλου – Στρατήγη (1948 – 15 / 9 / 1997), Στο
δρόμο του Παλαιομονάστηρου, Σκάλα Λακωνίας, 2012. Το βιβλίο
εκδόθηκε και στην αγγλική γλώσσα από την Περιφερειακή Ενότητα
Λακωνίας το έτος 2015: Eleni Theodorakopoulou – Stratigi ( 1948 –
15. 9. 1997 ), On the road to Paleomonastiron, Regional Unit of
Lakonia, Sparta 2015.
- Ο Προφήτης Ιωήλ, Ιστορική και θεολογική προσέγγιση της
διδασκαλίας του, Αθήνα, 2013.
- Οι Αγριάνοι Λακωνίας ( 19 ος – 20 ος αιώνας ), Ενοριακή – Κοινοτική
και Σχολική Ζωή, Σπάρτη, 2015.
- Ιερά Μονή ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Συντζάφι – Χρύσαφα Λακωνίας,
Το γεραρό ασκητομονάστηρο, Σπάρτη, 2019.
- Ιγνάτιος ο Λακεδαιμόνιος, Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766 –
1828), Σπάρτη, 2021.
- Ελιά και Λάδι, Ιστορία, Λαογραφία και Συμβολισμός, (Μελέτη),
Εκδόσεις iWrite, Θεσσαλονίκη – Αθήνα, 2021, Έκδοση 3 η : 2022.
- Όσιος Νείλος ο Μυροβλύτης, Βίος, Θαύματα, Υμνολογία, Εκδόσεις
iWrite, Θεσσαλονίκη – Αθήνα, 2022.
- Ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Βασσαρά – Λακωνίας (1823 – 2023),
Σπάρτη, 2023.
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:
- Οδηγός Πρακτικών Ασκήσεων, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης,
Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Αλεξανδρούπολη, 1998.
- Αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν, 1 φράση +
821 λέξεις για το 1821, Συλλογή Διηγημάτων, Ιστορική και Εθνολογική
Εταιρεία της Ελλάδος, Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2019.
2
- Λόγου διαδρομές, 16 ος Παγκόσμιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός,
Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, Θεσσαλονίκη, 2020.
- Αφιέρωμα σε ηρωικές μορφές του ’21, (1821 – 2021), Ένωση
Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας «Χείλων ο Λακεδαιμόνιος», –
Περιφέρεια Πελοποννήσου, Σπάρτη, 2021.
Επιμέλεια βιβλίων:
- Ανάργυρος Ηλ. Φλώρος, Μνήμες και βιώματα από τα χρόνια του
πολέμου, Βασσαράς Λακωνίας, 1940 – 1949. (Γλώσσα: ελληνική και
αγγλική), Σπάρτη, 2021






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου