Ο μεγάλος αλλά άγνωστος θρακιώτης αγωνιστής του 1821 από το Βοσνοχώρι, σημερινή Ν. Βύσσα Ορεστιάδας.
Μαζί με τους συμπολεμιστές του πολέμησε με γενναιότητα στο Γαλάτσι της Μολδοβλαχίας και έγραψαν νέα σελίδα δόξης και αυτοθυσίας στη μάχη του Σκουλενίου, τις ΄΄Θερμοπύλες της Μολδοβλαχίας΄΄, καθώς 300 αγωνιστές έμειναν πιστοί στην υπεράσπιση της πατρίδας, αν και γνώριζαν πως θα θανατωθούν, αρνήθηκαν να διαφύγουν όταν τους προτάθηκε, έμειναν πιστοί στον όρκο τους ΄΄τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι΄΄, δεν υπολόγισαν καν τον υπεράριθμο εχθρό, γιατί, σύμφωνα και με τα λεγόμενα του Γ.Παπά ή Καραγιώργη, ΄΄η Ελλάς μας προσκαλεί να την ελευθερώσουμε, αλλά δεν μας διορίζει και τον αριθμό, πόσοι θα είμαστε σε κάθε μάχη΄΄.
Στη μάχη αυτή ο Καραγιώργης έχασε τα τρία αδέρφια του, τον ανεψιό του και τον γιο του, ενώ ο ίδιος βαριά τραυματισμένος μεταφέρθηκε από τους συντρόφους του στο ρωσικό έδαφος. Συνέχισε τις προσπάθειες για απελευθέρωση της περιοχής, αλλά όταν προδόθηκε, αναγκάστηκε να μεταβεί στην επαναστατημένη Ελλάδα. Εκεί πολέμησε με τον Μαυροκορδάτο στην Α΄πολιορκία του Μεσολογγίου, στη μάχη του Νεόκαστρου με τον Χατζή Χρήστο, στην Πολιανή της Δραμπάλας με τον Γενναίο (Πάνο) Κολοκοτρώνη, με το Περραιβό στο τάγμα των Μακεδονοθρακών, με τον Γ. Καραϊσκάκη στο Χαϊδάρι, στην Αράχωβα και στον Πειραιά, «Όπου ανδραγάθησεν εις αυτήν την μάχην ο Καραγιώργος, έχοντας καβάλαν ένα άλογον ανήκον εις τον ίδιον Καραϊσκάκην, όπου έλαβεν πολλάς πληγάς το ρηθέν άλογον, σταματήσας εις τον τόπον εμονομάχησεν μόνος αυτός εναντίον 20 Τουρκών», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, αλλά και στο μακρινό Φραγκοκάστελο της Κρήτης με τον Χατζημιχάλη, γνωστή αυτή η μάχη και από το θρύλο με τους Δροσουλίτες.
Με την απελευθέρωση της Ελλάδας βρίσκεται στην πρωτεύουσα, την Αθήνα, όπου όπως και άλλοι σημαντικοί ήρωες της Επανάστασης, ζει μόνος και λησμονημένος, λιμοκτονεί, αλλά διατηρεί την αξιοπρέπειά του, ασκώντας το επάγγελμα του ρακοσυλλέκτη, αυτός που διέθεσε την περιουσία του για τη δημιουργία και συντήρηση εκστρατευτικού σώματος 550 αντρών, το οποίο και διέθεσε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη για τις ανάγκες του αγώνα.
Το 1854 πεθαίνει από επιδημία χολέρας που ενσκήπτει στην Αθήνα, μόνος, λησμονημένος, πάμπτωχος, μακριά από την αγαπημένη του πατρίδα, το Βοσνοχώρι Θράκης, το οποίο βρίσκεται ακόμα κάτω από τον τούρκικο ζυγό.
Αντί για μνημόσυνο στον Γ. Παπά ή Καραγιώργη, στα αδέρφια του, Δημήτριο Παπά, Πασχάλη Παπά, Σταύρο Παπά, στον ανεψιό του Μανώλη Παπά και στον μονάκριβο γιο του Μιχάλη Παπά, αφιερώνουμε το παρακάτω ποίημα:
ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗ ή ΓΙΩΡΓΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ
Έφυγες σιωπηλά, αχνά,
σαν δροσοσταλίδα του Μαγιού
ταξιδεύοντας για ύστατη φορά,
καβάλα στο σύννεφο άλογο
σε χώρες μακρινές κι αγαπημένες.
Ο αγέρας απ’ τα ανατολικά της Μολδοβλαχίας
συμπαρασύρει τις ζητωκραυγές των Ιερολοχιτών,
τα βογκητά των εχθρών
και τις απελπισμένες φωνές
των αμούστακων παιδιών.
Στο Σκουλένι ο συννεφιασμένος ουρανός
προσφέρει στεφάνι δόξας ολόλαμπρο
στα αξιολάτρευτα αδέλφια σου,
στο Δημήτρη, στον Πασχάλη, στο Σταύρο
και στον αξιολάτρευτο ανεψιό σου το Μανώλη,
που με αγνώριστα κατάμαυρα προσωπεία,
ξεσκισμένα ενδύματα,
βρώμικα γένια
και ματωμένα στήθια,
σου νεύουν και σ’ αποχαιρετούν
με το νοερό ολόγλυκο αδελφικό φιλί.
Ο μονάκριβος γιος σου Μιχάλης,
κοιμάται ευτυχισμένος ανάσκελα,
τον αιώνιο ύπνο του θανάτου,
με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο
και την απόφαση για συνέχιση του αγώνα.
Δεν προλαβαίνεις να κλάψεις,
δεν υπάρχει χρόνος ούτε για ένα δάκρυ,
ούτε για τον τελευταίο ασπασμό
προς τον αξιολάτρευτο γιο σου.
Το βόλι σου θρυμματίζει το πόδι
κι είναι σαν να σε χτυπά κατάστηθα,
σαν να μπήγεται στο στήθος σου, στο σώμα σου,
αλλά και στα έγκατα της ψυχή σου.
Κατρακυλάς δίπλα στο παιδί σου,
κλείνεις τα μάτια και ταξιδεύετε μαζί,
όπως τότε που πηγαίνατε στο Κάστρο(1)
ανεβασμένοι στη νταλίκα(2).
Και συ λοξοκοιτώντας το πηγούνι του
κρυφά καμάρωνες που άρχισε να χνουδιάζει
και τον προσμετρούσες στα μελλοντικά σου παλικάρια .
Σε ζαλίζουν οι καπνοί,
οι πολεμικές ιαχές,
οι κανονιοβολισμοί και οι τουφεκισμοί,
τα βογκητά, οι ζητωκραυγές και οι διαταγές,
σε μπερδεύουν ο καθημερινός αγώνας της βιοπάλης,
ο πόνος από τα ξυλιασμένα από το κρύο πόδια σου,
η βροχή από τη μισοκατεστραμμένη στέγη σου,
η περιφρόνηση των μεγάλων αρχηγών του κοινού αγώνα,
η απόσταση των αγαπημένων σου προσώπων.
Και ξαφνικά μεμιάς όλα σωπαίνουν
πίσω από το νυχτερινό κρώξιμο της κουκουβάγιας
από το κελάδημα του αηδονιού
σύνθημα για το τέλος του χαλασμού,
το τέλος του θορυβώδους ταξιδιού
και την άφιξη στη γειτονιά των αγγέλων.
Καλό σου ταξίδι συγχωριανέ
Καπετάν-Καραγιώργη,
Γιώργη Κούρτογλου,
Γιώργη του Παπά.
Εμείς στη Ν. Βύσσα δε σε λησμονούμε,
σου στέλνουμε νοερά ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο,
από την αγαπημένη σου γη του Βοσνοχωρίου,
στη μακρινή γη του παραδείσου.
Αιωνία σου η μνήμη αθάνατε ήρωα!!!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου