Ο Στρατηγός και ο Κανονιέρης
«Λέω πως ήμουν τυχερός».
Του ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ
(Ο πρόλογος στο βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα για το μεγαλείο της φιλίας Δομάζου -Αντωνιάδη).
Είχα την τύχη να δω τον Δομάζο να παίζει, πριν πάω σχολείο καλά-καλά. Ήμουν πολύ μικρός για να καταλαβαίνω πολλά από το παιχνίδι, αλλά έχω να το λέω πως τον έχω δει όταν ακόμη ήταν το μεγάλο νέο ταλέντο του ελληνικού ποδοσφαίρου. Πριν γίνει αυτό που έγινε: Όχι απλώς ένας μεγάλης κλάσης παίκτης. Μα ένας ηγέτης. Ο «στρατηγός».
Είχα την τύχη, επίσης, λίγα χρόνια αργότερα, να δω τον Αντωνιάδη στα πρώτα του ματς με την φανέλα του Παναθηναϊκού- θυμάμαι ένα από τα πρώτα του γκολ, με τον Απόλλωνα, νομίζω. Έχω μάλιστα μια θαμπή ανάμνηση να διαβάζω, καλοκαίρι, στην «Ηχώ» την είδηση της μεταγραφής στον Παναθηναϊκό του πρώτου σκόρερ της Β’ Εθνικής. Τον παρακολούθησα να εξελίσσεται, μετά την πρώτη του, κακή χρονιά, σε σέντερ-φορ υψηλού επιπέδου, με τα διεθνή όχι απλώς τα ελληνικά μέτρα.
Και, φυσικά, είχα την τύχη να τους δω, πολλές φορές, να παίζουν μαζί. Ο ένας να δημιουργεί και ο άλλος να εκτελεί, ως το σπουδαιότερο ποδοσφαιρικό ζευγάρι που είδαν ποτέ τα ελληνικά γήπεδα. Το σπουδαιότερο; Όχι. Κάτι εντελώς μοναδικό.
Ο Δομάζος θα ήταν, βέβαια, ο GOAT του ελληνικού ποδοσφαίρου, ο μεγαλύτερος όλων των εποχών, ακόμη κι αν δεν είχε συναντηθεί ποτέ με τον Αντωνιάδη. Και ο Αντωνιάδης θα ήταν ένας χαρισματικός «γκολεαδόρ», ακόμη κι αν δεν είχε ποτέ διασταυρωθεί ο δρόμος του με του Δομάζου την ποδοσφαιρική ιδιοφυία. Ήταν άλλωστε ήδη δύο φορές πρώτος σκόρερ στην Β Εθνική πριν πάρει μεταγραφή από την Ξάνθη στην Αθήνα. Ο συνδυασμός των δύο τους, όμως, δημιούργησε κάτι χωρίς προηγούμενο στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ένα αρχετυπικό δίδυμο δημιουργού- εκτελεστή, play maker- center, κοντού- ψηλού, που όμοιό του δυσκολεύομαι να σκεφτώ άλλο στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Δεν είναι απλώς ο συνδυασμός δύο εξαιρετικών ποδοσφαιριστών που κάνει ένα σπουδαίο δίδυμο. Ο Μπόμπι Τσάρλτον και ο Τζωρτζ Μπεστ, για παράδειγμα, ήταν χαρισματικοί συμπαίκτες στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αλλά δεν θα γίνονταν ποτέ δίδυμο. Χρειάζεται κάτι περισσότερο, κάτι σχεδόν μαγικό και κάπως απροσδιόριστο. Μπορείς να το πεις χημεία, συμπληρωματικότητα, τέλειος συγχρονισμός. Είναι ούτως ή άλλως σπάνιο. Ο Γκούλιτ με τον Φαν Μπάστεν το είχαν, νομίζω, όσο έπαιζαν μαζί. Λένε πως το είχαν ο Χέντο με τον Ντι Στέφανο ή ο Ντι Στέφανο με τον Πούσκας, μα δεν τους έχω δει ποτέ να παίζουν. Σε κάθε περίπτωση δεν συμβαίνει συχνά. Και είναι εντελώς ασυνήθιστο να βρεθεί ένα δίδυμο με τέτοια αντοχή στον χρόνο, σταθερότητα και αποτελεσματικότητα, όπως ο Δομάζος με τον Αντωνιάδη.
Λέω πως ήμουν τυχερός, γιατί μεγάλωνα στην Κυψέλη, την δεκαετία του 60, σε μια εποχή που τηλεόραση η Ελλάδα δεν έβλεπε. Τους μυθικούς παίκτες της εποχής, τον Λουκανίδη, τον Λινοξυλάκη και τον Πανάκη, τον Νεστορίδη και τον Παπαϊωάννου, τον Σιδέρη και τον Γιούτσο ή τον Κούδα, μπορούσε να τους δει κανείς μόνον στο γήπεδο. Και δεν ήταν πολλά τα παιδιά που είχαν την δυνατότητα, την ευκαιρία να βρεθούν την Κυριακή σ ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο. Στην Λεωφόρο, στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου, άνοιγαν οι πόρτες για να διευκολυνθεί η έξοδος των βιαστικών. Τα πιτσιρίκια που μαζεύονταν στην γωνία Κυριακού και Τσόχα τρύπωναν κι έβλεπαν τα τελευταία 15-20’ των παιχνιδιών. Έχω δει κι εγώ κάποια ματς έτσι, στο φινάλε τους.
Χωρίς τηλεόραση και μακριά από το γήπεδο, έμενε μόνον το ραδιόφωνο με τις μεταδόσεις του. Και οι αθλητικές εφημερίδες με τις επικές περιγραφές τους. Ήταν και μία, η «Ομάδα», που πρώτη δημοσίευε σκίτσα με αναπαραστάσεις των φάσεων. Κάπως έτσι, οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές της εποχής είχαν κάτι που, νομίζω, είναι αδύνατον να έχουν οι σημερινοί σταρ που τους βλέπεις και τους ξαναβλέπεις στην τηλεόραση, στις καλές και στις κακές στιγμές τους, παρακολουθείς τις μεταγραφές τους, ακόμη και τους έρωτες τους στα social media.
Είχαν ταυτόχρονα το φωτοστέφανο του ινδάλματος και την οικειότητα του παιδιού της γειτονιάς. Από τη μια πλευρά, ήταν στα μάτια μας κάτι ανάλογο με αυτό που θα πρέπει να ήταν στο μυαλό των παιδιών της αρχαίας Αθήνας οι μυθικοί ήρωες, ο Αχιλλέας ή ο Θησέας. Μα ταυτόχρονα είχαν την εγγύτητα του ανθρώπου που μπορούσες να συναντήσεις στον δρόμο. Ο Πανάκης, για παράδειγμα, μου φαινόταν θεόρατος στο γήπεδο μέχρι που βρέθηκα δίπλα του στο τρόλεϊ που έκανε την διαδρομή Κολιάτσου Παγκράτι- ένας σταρ ποδοσφαιριστής στο τρόλεϊ; ο αντίστοιχός του σήμερα θα κυκλοφορούσε με Πόρσε. Κάπως έτσι και ο Δομάζος. Μπορεί να μας έκοβε την ανάσα στο γήπεδο και να προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τις κινήσεις του, όταν κλωτσούσαμε μπάλα (όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, υπήρχαν άχτιστα οικόπεδα και αλάνες στην Κυψέλη), αλλά μπορούσαμε να τον δούμε το βράδυ στην πλατεία Βικτωρίας και, αν βρίσκαμε το θάρρος, να του ζητήσουμε την γνώμη του για το ματς της Κυριακής.
Κι έπειτα ήρθε η τηλεόραση.
Είναι μια από τις ιδιοτυπίες της μεταπολεμικής Ελλάδας ότι η τηλεόραση καθυστέρησε τόσο πολύ- περίπου 20 ολόκληρα χρόνια από την καθιέρωσή της στην Ευρώπη- να περάσει τα ελληνικά σύνορα. Οι πολιτικοί της εποχής την φοβόντουσαν και οι ισχυροί εκδότες την αντιμετώπιζαν ως απειλή για την ισχύ τους. Στο Παγκόσμιo Κύπελλο του 1958, όπου έλαμψε το άστρο του νεαρού Πελέ, η ευρωπαϊκή τηλεόραση μετέδωσε τους μισούς περίπου αγώνες live. Μα στην Ελλάδα δεν υπήρχε ακόμη δίκτυο να τους δείξει. Ακόμη κι όταν η γειτονική Αλβανία ή τα Σκόπια απέκτησαν έναν τηλεοπτικό σταθμό, το 1960, στην Ελλάδα τηλεόραση έβλεπαν μόνον στην Κέρκυρα (Ιταλική) ή στην Φλώρινα (Γιουγκοσλάβικη)- με δύσκολη λήψη. Το Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας, το 1966, που όλος ο πλανήτης το είδε live, η Ελλάδα ίσα που το κρυφοκοίταξε. Η ελληνική τηλεόραση έκανε μόλις τα πρώτα της βήματα, σε πειραματικό στάδιο. Μετέδωσε ελάχιστους αγώνες και όχι ζωντανά. Αλλά μόνον λίγες εκατοντάδες σπίτια στο κέντρο της Αθήνας είχαν συσκευή τηλεόρασης στο σαλόνι τους. Όσοι είδαν κάποιους αγώνες, τους είδαν όρθιοι, στο πεζοδρόμιο, μπροστά στις βιτρίνες των καταστημάτων ηλεκτρικών ειδών.
Έπρεπε να περιμένουμε το 1970 για να δημιουργηθεί δίκτυο τηλεόρασης που να καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Η πρώτη μεγάλη μετάδοση ήταν ο τελικός του Κυπέλλου Αγγλίας Τσέλσι- Λιντς. Κι έπειτα το μεγάλο γεγονός, το Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικού, το Μουντιάλ της μεγάλης Βραζιλίας του Πελέ. Και αμέσως, στο καπάκι, ήρθε η πορεία του Παναθηναϊκού του Πούσκας στο κύπελλο πρωταθλητριών, από το παιχνίδι με την Ζενές Ες ως τον τελικό με τον Άγιαξ στο Γουέμπλεϊ. Ήταν η πορεία στην οποία έλαμψε σε ευρωπαϊκό επίπεδο το άστρο του Δομάζου, του Καμάρα, του Σούρπη, του Οικονομόπουλου, του Ελευθεράκη, το Γραμού και, φυσικά, του Αντωνιάδη, του πρώτου σκόρερ της διοργάνωσης με 10 γκολ σε 9 αγώνες. Ήταν η πρώτη φορά που το ποδόσφαιρο μπήκε στα ελληνικά νοικοκυριά, που η μετάδοση ενός αγώνα συγκέντρωνε όλη την οικογένεια και μεγάλες παρέες μπροστά σε μια συσκευή της τηλεόρασης.
Η συστηματική τηλεοπτική μετάδοση ποδοσφαιρικών αγώνων, λένε οι ειδικοί, άλλαξε το κοινωνικό κλίμα γύρω από το ποδόσφαιρο, την κοινωνική σύνθεση του κοινού του, τις αμοιβές των πρωταγωνιστών του, ακόμη και το τρόπο παίζεται το παιχνίδι. Στην Ελλάδα, αυτός ήταν ένας δρόμος που άνοιξε το 1970-71, με την τύχη να εξευγενίζει το θέαμα η φωνή του Γιάννη Διακογιάννη. Και οι ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού ήταν οι πρώτοι που απέκτησαν στάτους τηλεοπτικού σταρ, που έγιναν αναγνωρίσιμα πρόσωπα όχι μόνον για εκείνους που αγαπούσαν το σπορ και σύχναζαν στα γήπεδα, αλλά και για γυναίκες που περνούσαν την ζωή τους στην κουζίνα του σπιτιού τους. Δομάζος- Αντωνιάδης: οι πρώτοι τηλεοπτικοί σταρ στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, οι πρώτοι ποδοσφαιριστές- σταρ στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης.
Τον Ιούνιο του 1972, ο Παναθηναϊκός έπαιζε το προτελευταίο ματς της σεζόν με την Βέροια. Το παιχνίδι έληξε 6-0. Ο Αντωνιάδης κυνηγούσε τότε το «χρυσό παπούτσι», τον τίτλο του πρώτου σκόρερ στην Ευρώπη. Έβαλε τέσσερα σε εκείνο το ματς – μα τον πέρασε ο Γκερντ Μύλερ για ένα γκολ, έβαλε 40 έναντι των 39 του Αντώνη. Το θυμάμαι έντονα εκείνο το παιχνίδι- το έβλεπα από τις εξέδρες της Λεωφόρου. Όχι γιατί ήταν συναρπαστικό ή ποιοτικό, αλλά γιατί ήταν η πιο εντυπωσιακή επίδειξη του διδύμου που μου έρχεται στο μυαλό. Ήταν σαν το γήπεδο να έχει γίνει τραπέζι μπιλιάρδου και ο Δομάζος με μια αόρατη στέκα να γράφει κορδόνια σημαδεύοντας το κεφάλι, το δεξί και το αριστερό του Αντωνιάδη.
Πενήντα και κάτι χρόνια αργότερα εξακολουθώ να τους βλέπω ως δίδυμο. Κάθονται πάντα μαζί στις εξέδρες του γηπέδου στα ματς του Παναθηναϊκού. Και κάθε φορά που πηγαίνω να τους χαιρετήσω νιώθω το ίδιο δέος μπροστά στον μύθο τους. Και την ίδια ευγνωμοσύνη μπροστά στους μεγαλύτερους ήρωες των παιδικών, εφηβικών και πρώτων νεανικών μου χρόνων.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου