Έτσι εξιστορεί στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ» ο λαϊκός ποιητής κυρ Στέλιος Ντουρανίδης τα όσα έγιναν ανήμερα του πανηγυριού στο Σπήλαιο Τριγώνου Ορεστιάδας χαρίζοντας μας μια συγκλονιστική μαρτυρία εποχής μέσα από τη ματιά του αυτόπτη μάρτυρα που βίωσε με ένταση και δραματικό τρόπο τη Μάχη του Σπηλαίου, φωτίζοντας λεπτομέρειες, που αλλιώς θα έμεναν εντελώς αποσιωπημένες στο περιθώριο της τοπικής ιστορίας και μνήμης.
…………………………………………………….
Στις 23 Αυγούστου 1944 είχαμε πανηγύρι στο χωριό μας. Στου σχολείου την αυλή έκαναν τσαρδάκια που μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Ήρθαν και από τα γύρω χωριά. Μίλησε κάποιος από την εθνική αντίσταση που τον λέγαν Μάνο. Το χωριό μας ήταν περιφρουρούμενο από πολλούς αντάρτες, αλλά δεν εμφανίζονταν στο δρόμο, ήταν κρυμμένοι σε διάφορα σπίτια. Την παραμονή του πανηγυριού οι αντάρτες έγραψαν διάφορα συνθήματα κατά των Γερμανών, στο σχολείο, στην κοινότητα και σε διάφορα σπίτια που ήταν στον κεντρικό δρόμο. Γράψανε και στο δικό μας το σπίτι. Οι αντάρτες ξέρανε πως θα ΄ρθούνε οι Γερμανοί και γι΄αυτό τα γράψανε για να τους σπάσουν το ηθικό. Ξέραν, όμως, επίσης, πως οι Γερμανοί ήταν στα τελευταία τους, διότι έχαναν το παιχνίδι του πολέμου.
Το πρωί λοιπόν της πανήγυρης ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό μας και είδαν τα γράμματα στους τοίχους των σπιτιών, είδαν και στο δικό μας σπίτι που ήταν γραμμένο. Μπήκαν στην αυλή μας στ΄ άλογα καβάλα, αγριεμένοι, κι άρχισαν να βρίζουν τη μάνα μου ,ε έναν άγριο τρόπο. Πήγαιναν επάνω της με τα άλογα και της κάνουν νόημα να σβήσει τα γράμματα από τον τοίχο κι όταν γυρίσουν πίσω να μην τα βρούνε. Μετά, αφού φύγαν οι Γερμανοί, πήγαν οι αντάρτες και είπαν στη μάνα μου! «Μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να έρθουνε ξανά στο χωριό», κι έτσι δεν έσβησε τα γράμματα. Μετά, αφού φύγαν από το σπίτι μας οι Γερμανοί. Πήγαν στο διπλανό σπίτι που είχε κι αυτό γραμμένα γράμματα. Αυτό το σπίτι ήταν του Αναστασόπουλου Αναστάσιου, αλλά μέσα υπήρχαν μερικοί αντάρτες. Αφού λοιπόν οι Γερμανοί μπήκαν μέσα στην αυλή του Αναστασόπουλου με τα άλογα, πήγαν μέχρι μπροστά στα παράθυρα του σπιτιού να δουν μέσα. Ευτυχώς οι αντάρτες δεν έριξαν για να χτυπήσουν τους Γερμανούς κι έτσι προσωρινά το κακό αποφεύχθηκε. Μετά οι Γερμανοί έφυγαν και πήγαν στο σχολείο που ήταν μαζεμένος ο κόσμος που γιόρταζε την πανήγυρη, βρήκαν τον υπεύθυνο και του είπαν να διαλυθεί ο κόσμος, να μην γίνει η πανήγυρη. Επίσης τους είπαν να σβήσουν τα γράμματα που ήταν γραμμένα στο σχολείο αλλά και στα γύρω σπίτια. Τους είπαν επίσης ότι θα πήγαιναν στην Πλάτη και στην Ελιά κι ότι, όταν θα γυρνούσαν, δεν έπρεπε να βρουν κανέναν, ούτε και γράμματα γραμμένα. Τους απείλησαν ότι δεν θα δίσταζαν για τίποτα και ότι θα είχαν μεγάλες συνέπειες. Στο χωριό όμως υπήρχαν πολλοί αντάρτες που ήταν κρυμμένοι σε διάφορα σπίτια. Πάντως ήταν μια δύσκολη υπόθεση, μπορούσε να γίνει μεγάλο κακό, να σκοτώνονταν πολλά γυναικόπαιδα και να καίγανε όλο το χωριό μας.
Αφού λοιπόν έφυγαν οι Γερμανοί και πήγαν στον προορισμό της η πανήγυρη συνεχίστηκε στην αυλή του σχολείου που ήταν μαζεμένος ο κόσμος. Κάποιος της εθνικής αντίστασης μίλησε και τους έδωσε θάρρος να μην πανικοβληθούν, εάν συμβεί τίποτα με τους Γερμανούς. Έλεγε πως στο χωριό μας είχε πολλούς αντάρτες και να μην φοβόμαστε. Κι έτσι ο κόσμος πήρε θάρρος και η πανήγυρη συνεχιζόταν με ομιλίες, με χορούς και τραγούδια χωρίς καμιά διακοπή, αλλά και ο κόσμος ήταν αποφασισμένος για όλα, διότι είχε βαρεθεί τον κατακτητή, τη μπότα τόσα χρόνια να τον πατά και να κάθεται στο σβέρκο του. Εγώ τότε ήμουν δεκατεσσάρων χρόνων και θυμάμαι πως αντιδρούσε ο κόσμος στους Γερμανούς. Τα γράφω όπως τα ζήσαμε εκείνη την ημέρα που γιορτάζαμε την πανήγυρη στο χωριό μας.
Λοιπόν, το μεσημέρι οι Γερμανοί γύριζαν πίσω από την Πλάτη κι έρχονταν κατά το χωριό μας, αλλά οι αντάρτες τους έστησαν ενέδρα στην άκρη του χωριού. Δεν ξέρω πόσοι ήταν οι αντάρτες. Τους άφησαν να πλησιάσουν κοντά τους και τους πυροβόλησαν. Ο πρώτος που πυροβόλησε τους Γερμανούς ήταν ο Βασίλειος Αβτζής από τα Πετρωτά. Τους άλλους δεν τους γνώριζα ποιοι ήτανε και από πού ήτανε. Ίσως δεν ήθελαν να τους σκοτώσουν. Αυτοί όλοι έπεσαν απ΄τα άλογα και μπήκαν μέσα στο χωράφι που ήταν σπαρμένο σκούπα και φύγανε. Τα άλογα που τ΄άφησαν αδέσποτα μέσα στο χωράφι, πήγαν, τα έπιασαν και τα πήραν ο Αθανάσιος Παπαδαμάκης και ο Κωνσταντίνος Δρακούδης.
Αφού πιάσαν τα άλογα, τα πήραν και τα έφεραν μέσα στο χωριό. . Αμέσως μετά πήγαν πέντε άτομα και τα πέρασαν αντίκρυ από το ποτάμι στο χωριό Φυλάκιο. Τα άτομα ήταν ο Αθανάσιος Παπαδαμάκης, ο Δημήτριος Ψειράκης, ο Πασχάλης Ψειράκης, ο Γιαννόπουλος Δημοσχάκης και ο Κωνσταντίνος Χαραλαμπίδης. Επειδή ο Κώστας Δρακούδης δεν ήξερε να καβαλήσει άλογο, έδωσε τη θέση του σε κάποιον άλλο.
Μετά λοιπόν, το απόγευμα, γύρισαν οι Γερμανοί και έρχονταν με μεγαλύτερη δύναμη από τα υψώματα του χωριού μας για να το χτυπήσουνε. Πριν όμως έρθουν οι Γερμανοί, οι αντάρτες έστειλαν μερικά άτομα στα υψώματα του χωριού να παρατηρούνε κι όταν τους Γερμανούς, να τους ειδοποιήσουν με το σύνθημα που είχαν. Τα άτομα αυτά ήταν ο Κωνσταντίνος Χρήστου, ο Λιμονής Γιωργάκης και ο Χρήστος Κυνηγόπουλος. Στο πρώτο ύψωμα ήταν ο Κωνσταντίνος Χρήστου, στο δεύτερο ο Λιμονής Γιωργάκης και πιο κοντά στο χωριό ήταν ο Χρήστος Κυνηγόπουλος. Το σήνθημα ήταν ο πρώτος που ήταν μπροστά, όταν θα έβλεπε τους Γερμανούς, θα έβγαζε το σακάκι του. Έτσι κι έγινε. Μόλις λοιπόν είδε τους Γερμανούς, έβγαλε το σακάκι του και έτσι ειδοποιήθηκαν και οι άλλοι και αυτοί με τη σειρά τους ειδοποίησαν τους αντάρτες και πιάσαν θέση στην άκρη του χωριού. Αυτοί όμως που ήταν στα υψώματα φύγαν πριν τους πάρουν χαμπάρι οι Γερμανοί. Οι Γερμανοί, μόλις φτάσαν στα υψώματα, πιάσαν θέση κι άρχισαν να βάλουν με τα μιδράλια μέσα στο χωριό. Ο κόσμος όμως ήταν μέσα στα σπίτια και δεν χτύπησαν κανέναν. Αλλά και οι αντάρτες ανταπέδιδαν τα πυρά τους. Οι αντάρτες όμως δεν ήξεραν τι δύναμη είχαν οι Γερμανοί, αλλά ούτε και οι Γερμανοί ήξεραν τι δύναμη είχαν οι αντάρτες κι έτσι ο Γιάννης φοβόταν το θεριό και το θεριό το Γιάννη.
Τίτε εγώ μαζί με άλλα παιδιά ήμουν κάτω από το χωριό και έβοσκα τα ζώα. Μόλις ακούσαμε τα πολυβόλα. Ξαπλώσαμε κάτω στα χωράφια μέσα στις αυλακιές για να μη μας χτυπήσουν τα γερμανικά πυρά, αλλά ευτυχώς δεν χτύπησαν κανέναν.
Η μάχη κράτησε περίπου μια ώρα. Μετά οι Γερμανοί φύγανε και πήγαν στην έδρα τους. Εκείνη όμως η βραδιά ήταν πολύ επικίνδυνη για το χωριό μας, δεν ξέραμε τι θα ακολουθούσε μετέπειτα, γι΄ αυτό αφήσαμε τα σπίτια μας το βράδυ και πήγαμε όπου νόμιζε ο καθένας και όπου υπήρχε περισσότερη ασφάλεια. Διότι μέχρι εκεί που φτάσανε τα πράγματα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για το χωριό μας. Εν τω μεταξύ, αφού υποχώρησαν οι Γερμανοί από τα υψώματα του χωριού μας, έφυγαν και οι αντάρτες. Εμείς μείναμε στο έλεος του Θεού. Οι Γερμανοί όμως δεν ήξεραν ότι έφυγαν οι αντάρτες. Αν το ήξεραν, μπορεί να έρχονταν το βράδυ και να μας έκαναν μεγάλο κακό. Αλλά, όπως φάνηκαν τα πράγματα, ήταν κομμένα τα πλατάρια τους. Είχαν καταλάβει πως χάνανε το παιχνίδι και ήτανε το τέλος τους. Μετά η κάλτσα άρχισε να ξεφτίζει, οι Γερμανοί άρχισαν να φεύγουν.
Πάντως από το Σπήλαιο άρχισε η κάλτσα να ξεφτά, μετά άρχισαν να φεύγουν από τα Δίκαια, από τα Μαράσια και μετά από το Διδυμότειχο(στις 28 Αυγούστου 1944, αν θυμάμαι καλά) και όπου αλλού υπήρχαν. Όταν μάθαμε πως φεύγουν οι Γερμανοί, σαν να ξαναγεννηθήκαμε, όλος ο κόσμος βγήκε στους δρόμους από τα χωριά τους και πανηγύριζαν, χόρευαν στους δρόμους σαν να είχαμε γιορτή. Παρέες εδώ, παρέες εκεί, όλοι χαρούμενοι, διότι έφευγε ο κατακτητής από τα ελληνικά εδάφη που τόσα χρόνια καθόταν στο σβέρκο του ελληνικού λαού. Αφού λοιπόν έφυγαν οι Γερμανοί το Σεπτέμβριο του 1944, σχηματίστηκε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας και ήρθε και ο εθνικός στρατός, υψώθηκε η ελληνική σημαία στις πόλεις, στα χωριά και σε όλη την Ελλάδα. Το χειροκροτούσαμε με μεγάλη χαρά. Τα πρόσωπα μας φέγγανε απ΄τη μεγάλη ικανοποίηση. Νομίσαμε πως τέλειωσαν τα βάσανα της Ελλάδας, τα βάσανα του απλού κοσμάκη. Αλλά δυστυχώς τα όνειρα δεν πραγματοποιήθηκαν. Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν μας άφησαν να ησυχάσουμε. Η Αγγλία, η Ρωσία και η Αμερική, ήθελαν να αιματοκυλήσουν την Ελλάδα γι΄ακόμα μια φορά, μ΄αδελφικό αίμα τώρα. Δεν ήθελαν οι Έλληνες να είναι μονιασμένοι. Θέλησαν να μας περιπλέξουν σε νέες περιπέτειες για τα δικά τους συμφέροντα. «Διαίρει και βασίλευε», αυτό είχαν στο μυαλό τους, αυτοί αποφάσιζαν για την τύχη της Ελλάδας. Κι εμείς βέβαια δεν είχαμε μυαλό, χωριστήκαμε στα δύο στρατόπεδα, αριστεροί και δεξιοί, και άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος. Πόλεμος της ντροπής που δημιούργησε βαριές καταστάσεις στη βασανισμένη Ελλάδα και την πληρώσαμε όλοι οι Έλληνες, είτε αριστεροί είτε δεξιοί. Ο απλός κόσμος δεν έφταιγε σε τίποτα, κι όμως τη νύφη την πλήρωσαν απλοί άνθρωποι που δεν γνώριζαν τίποτα από κόμματα.
![]() |
| Στο "Κλίνγκι", στο σταυροδρόμι, υπάρχει το Μνημείο για τη Μάχη του Σπηλαίου! |











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου