Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Ο Αράπης από τις Θρακιώτικες ιστορίες του Βασιλείου Σιναπίδη-Στα χρόνια του νταη-Πολυχρόνη Χαντζή!


Ο ΑΡΑΠΗΣ – Τ’ ΑΛΟΓΟ

 

Στο γεροθεμελιωμένο βυζαντινό Κάστρο με τους πανύψηλους πύργους και τις καμαρωτές καστρόπορτες με τα χριστιανικά μονογράμματα, και τις παλαιικές εκκλησιές με τα καλοσκαλισμένα τέμπλα, ζούσε κείνα τα χρόνια μια χριστιανικιά ρωμέικια φαμίλια – η φαμίλια του Νταη-Πολυχρόνη του Χαντζή.

Ο γέρος με το μαύρο καλπάκι του, το κόκκινο ζουνάρι και τα τσόχινα σαλβάρια του ήταν μια σεβάσμια μορφή. Χωριατόπουλο, μικρό παλικαράκι ακόμα, ήρτε στο Κάστρο και, με τη δούλεψη και τη φρονιμάδα του, απόχτησε πολλά γρόσια, σπίτι και χάνι και φαμίλια με οχτώ παιδιά, τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια.

Η κόνα-Ανθή, η γυναίκα του, ήταν στα νιάτα της μια πεντάμορφη καλλονή. Ο πατέρας της, νοικοκύρης απ’ τα Μαράσια, την είχε φέρει στο Κάστρο για να τη φυλάξει απ’ τους Τούρκους αγάδες, που αποζητούσαν να την τουρκέψουν και να τη βάλουν στα χαρέμια τους. Νιος τότε όμορφος και ντεληκανλής (τρελοαίματος) ο Νταη-Πολυχρόνης την είδε, την αγάπησε και την παντρεύτηκε, γλυτώνοντάς την απ’ τα νύχια των Τούρκων.

Ο τρανύτερος γιος του Νταη-Πολυχρόνη, ο Χαρίτος, ήτανε τότε καμιά τριανταριά χρονώ. Γνωστικός, δουλευτάρης κι όμορφος. Γεροδεμένος, με καστανά μαλλιά και πρασινογάλαζα λαμπερά μάτια, μέτριος στο μπόι, ανεβοκατέβαινε, πάντα καβαλάρης περήφανος, τους λιθόστρωτους δρόμους του Κάστρου, πηγαίνοντας πότε στα χωράφια, στ’ αμπέλι, και στους μπαχτσέδες για δουλειές, και πότε στα χωριά για βερεσέδια. Ήταν, βλέπεις, αυτός τώρα ο φαμελιάρης, προστάτης των αδερφάδων του, που έπρεπε να τις προικίσει και να τις παντρέψει. Ήταν ακόμα επικεφαλής στο χάνι, που ήθελε σκληρή δουλειά, καις τις αγροτικές ασχολίες, γιατί ο γέρος κουράστηκε πια και παράδωσε σε τούτον τα γκέμια. Αυτός είχε τώρα το κουμάντο στη δουλειά και στο βιος. Απ’ όπου διάβαινε άνοιγαν σιγά-σιγά τα πορτοπαράθυρα κι  οι όμορφες του χωριού τον κρυφοκαμάρωννα, λαχταρώντας τον για σύντροφο της ζωής τους. Τον Χαρίτο έβλεπαν στα ονείρατά τους οι πιο διαλεχτές αρχοντοπούλες του Κάστρου, γιατί κι αυτός ήταν το πιο διαλεχτό αρχοντόπουλο, πρώτος στα πλούτη, στη γνώση και στη λεβεντιά.

Ο Χαρίτος ήταν γεννημένος αλογατάς. Ένοιωθε για τ’ αλόγατα μια βαθιά αγάπη, σάμπως να ’ταν αδέρφια του. Θαρρείς πως μεσ’ στις φλέβες του κυλούσε το αίμα των Κενταύρων και των Αμαζόνων. Ήξερε τη γλώσσα και τα χούια τους. Από μικρά πουλάρια ακόμα απείκαζε τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν. Απ’ το μπόι τους, απ’ το σκαρί τους, απ’ τα δόντια, απ’ την περπατησιά, γνώριζε την ηλικία τους, αν ήταν σακάτικα ή χουλούζικα, ποιο θα κάμει για το χωράφι, ποιο για ζέψιμο, ποιο για καβαλίκεμα. Όταν ανέβαινε στη σέλλα τ’ αλόγου του σβέλτος και γλήγορος, αδράχτοντάς το με το ζερβί χέρι του απ’ τη χήτη και κρατώντας στο δεξί τα’ ασημοσκαλισμένο καμουτσίκι του, κι όταν θρονιάζονταν πάνω με την καινούργια τσόχινη φορεσιά του και το κάτασπρο χρυσοκεντημένο του πουκάμισο, με στραβοβαλμένο κομμάτι το μαύρο καλπάκι του, απ’ όπου ξεχειλούσαν τα πλούσια καστανά μαλλιά του, και με το ορθό τσιγκελωτό μουστάκι του, θαρρούσες πως βγήκε ο Αϊ-Γιώργης ο ίδιος απ’ την εκκλησιά και κάλπαζε βροντοχτυπώντας τα καλντερίμια του Κάστρου, για ν’ αναθαρρέψουν κομμάτι οι φοβισμένες καρδιές του ραγιάδων.

 

*

 

Στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο οι Βούλγαροι με λίγες ντουφεκιές πήραν τα πιότερα κάστρα και χωριά της Θράκης. Ωστόσο δείχτηκαν μπερμπάντηδες. Ενώ η Τουρκιά ζαλισμένη πήρε τον κατήφορο και συμμαζεύονταν αλαφιασμένη στην Κόκκινη Μηλιά, οι Βούλγαροι ξεγέλεσαν τους συμμάχους τους χριστιανικούς λαούς, και τα ’θελαν όλα για λόγους τους: τη Σαλονίκη, την Καβάλα, τη Σερβικιά Μακεδονία, και τον Φερντινάντο, τον βασιλιά τους, βυζαντινό στην Πόλη αυτοκράτορα.

-″Αρς-Μαρς, Τσάλιγκραντ νας!″, τραγουδούσαν τσαρουχάδες Βούργαροι στρατιώτες και κομιτατζήδες, δηλαδή «Εμπρός, προχωράτε, δικιά μας είναι η Κωνσταντινούπολη». Μπροστά σε τούτη τη φουσκοκεφαλιά κι ανεχορταγιά των Βουργάρων, απάντησαν, καταπώς τους άξιζε, η Ελλάδα, η Σερβία και το Μαυροβούνι, κηρύχνοντας το δεύτερο βαλκανικό πόλεμο. Τότε με τους Βουλγάρους μεσ’ στο Κάστρο σαν οχτρούς, οι Ρωμιοί υπόφεραν. Κρύος φόβος τους περιάδραξε. Οι δημογέροντες, οι δάσκαλοι, οι παπάδες, οι γιατροί, ρίχτηκαν μεσ’ στις φυλακές, τα πιότερα παλικάρια επιστρατεύτηκαν με τη βία και στάλθηκαν σαν αμελέταμπουρού (τάγματα εργασίας) στο Ρουχτσούκ και στο Πετρίτσι, να σπάνουν πέτρες ολημερίς για τους δρόμους μ’ ένα ξεροκόμματο. Πολλά παλικάρια, όσα πρόφτασαν, απ’ τους κασαμπάδες της Θράκης και τα χωριά, άδραξαν το ντουφέκι και πήραν τα βουνά και τα ρουμάνια της Ροδόπης, για να μη πάρουν το δρόμο της εξορίας. Πολεμώντας τραβούσαν κατά ‘’κει που βασιλεύει ο ήλιος ν’ ανταμώσουν τ’ αδέρφια τους τους Έλληνες, που πολεμούσαν σα λιοντάρια το Βούργαρο στο Κιλκίς, στο Λαχανά, στη Σαλονίκη.

Τότε φυλακίστηκε κι ο Νταη-Πολυχρόνης, σα δημογέροντας και κεφαλή του τόπου, και μια θυγατέρα του η Κυριακώ, δασκάλα μαυρομάτα, άσπρη και ψηλή κι όμορφη μαζί μ’ άλλες δασκάλες. Ο Νταη-Πολυχρόνης μήτε στιγμή δεν το ’βαλε κάτω. Θαρρείς ξανάνιωσε, και θέριεψε μέσα του ψυχή λιονταρίσια, έβριζε και φοβέριζε ολημερίς τους Βούργαρους καταπρόσωπο.

-Γλήγουρα θα τα μαζέψτι κι θα ξικουμπιστείτι π’ τα μέρια μας. Τσ’ αδικίις κι τσ’ ατιμίις σας τσ’ βλέπ’ ου Θιός!...

Ο Μακεδονοβούργαρος νατσάλνικ ο Πετκώφ, που ήξερε φαρσί τα ρωμέικα τον φοβέριζε:

-Συμμάζιψι τ’ γλώσσα σ’ Νταη-Πουλυχρόν’, γιατί σι βλέπου σύντομα κριμασμένου μεσ’ στ’ Κιντρική πλατεία της Σόφιας.

Ο Νταη-Πολυχρόνης ωστόσο δεν του ’δινε καμιά σημασία, και συνέχιζε το βρισίδι του.

 

*

 

Ο Χαρίτος δε δείλιασε καθόλου. Πρωτοπαλίκαρο του τόπου, πάντα λεβέντης και πάντα δυνατός, έβαλε σ’ ενέργεια τούτη τη φορά και την πονηριά και την καπατσοσύνη. Έτσι μονάχα θα μπορούσε καλύτερα να πολεμήσει τους Βούργαρους. Καμώθηκε τάχα πως δεν οργίστηκε για τη φυλάκιση του πατέρα του και της αδερφής του, και δηλώθηκε σα γεωργός, για ν’ αποφύγει τη στράτευση και την εξορία, σύμφωνα μ’ ένα πολεμικό βουργάρικο νόμο και καρτερούσε την κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσει και να γδικηθεί. Ολημερίς μεσ’ στο χάνι έτρεχε ακούραστος, ξύστριζε και τιμάρευε τ’ άλογα, φρόντιζε τ’ αμάξια, επέβλεπε τα τσιράκια, πήγαινε στους μπαχτσέδες να μάσει φύλλα για το τάισμα των κουκουλιών, στα χωράφια για όργωμα και στ’ αμπέλι για κλάδεμα και για τρυγητό. Είχε βοηθούς τ’ αδέρφια του και τις αδερφές του, έξω απ’ την Κυριακώ, που ήτανε στη φυλακή και της κουβαλούσε η κόνα-Ανθή, με την ψυχή στο στόμα, σ’ αυτήν και στο Νταη-Πολυχρόνη, ό,τι μαγείρευαν στο σπίτι, μ’ ένα σεφέρ-τασί. Έπρεπε να ζήσει κι αυτός, να δώσει θάρρος στους δειλούς, να ορμηνέψει τους μικρότερους. Όμως η δούλεψή του πήγαινε χαμένη. Τα πιότερα τα ’τρωγε ο Βούργαρος. Πότε με τις ράσπιτσκες (ψεύτικες αποδείξεις), πότε με φορολογίες, πότε με κατάσχεση, του παίρνανε το στάρι, το κρασί, το καλαμπόκι, τους παράδες του, το αίμα της καρδιάς του.

Μεσ’ στο σταύλο του όμως τον κρυφό, τον απόμερο, ο Χαρίτος είχε κρυμμένο ένα θαυμαστό αράπικο άλογο, ένα κατάμαυρο γυαλιστερό πουλάρι σαν έβενο, που το ’χε αγορασμένο μπροστά από ’να χρόνο στο παζάρι της Αντριανούς δέκα χρυσές λίρες.

Ήταν ένα περήφανο άτι, λεπτό, στητό, καλλίγραμμο. Τ’ όμορφο μικρό κεφάλι του το κινούσε καμαρωτά και περήφανα πάνω σ’ ένα γυριστό λαιμό σαν του κύκνου, και το μάτι του έφεγγε σαν τον Αυγερινό. Τα πόδια του νευρώδικα, λεπτά κι αεικίνητα, έσκαβαν ανήσυχα το χώμα. Το τρίχωμά του απαλό, μαλακό, μαύρο σαν κόρακας, γυαλιστερό σα βελούδο, σαν τσόχα. Επειδή ήταν μαύρο, κατάμαυρο, ο Χαρίτος το ’χε βαφτίσει "Αράπη″. Ο Αράπης δεν ήταν άλογο απ’ τα συνηθισμένα. Είχε στο στάσιμό του καις την περπατησιά μια βασιλικιά ευγένεια και περηφάνεια. Μέσα στις φλέβες του λες και κυλούσε γαλάζιο, βασιλικό αίμα. Οι πρόγονοί του θα ’πρεπε να ’τανε θεσσαλικές φοράδες, μακεδονίτικα άτια, σαν το βουκεφάλα του Μεγαλέξαντρου, κι αράπικα γλήγορα άλογα της ερήμου, με κείνα που οι σεΐχηδες καλπάζουν κάτω απ’ τον καυτό ήλιο της Αραπιάς, δίπλα στα κάστρα και στις φοινικιές της Βαγδάτης και της Βασόρας, έχοντας στην αγκάλη τους τις μελαψές καλλονές, τις παραμυθένιες.

Τη νύχτα το πότιζε, τη νύχτα το τάιζε, τη νύχτα το ξύστριζε και του ’καμνε τιμάρι, τη νύχτα του ’καμνε αλάι (περίπατο για να ξεμουδιάσει) μεσ’ στην περίτρανη αυλή του χανιού με το μαλακό χώμα και το γρασίδι. Τη νύχτα κουβαλούσε την κοπριά μέσα σε σακιά καλοραμμένα, κι άκρατα μεσάνυχτα διάσχιζε τα καλντερίμια του Κάστρου, νυχτοπατώντας με τα μαλακά του γεμενιά, για να μην τον πάρουν χαμπάρι. Έτρεμε ο Χαρίτος και λαχταρούσε μην τον πάρει το μάτι του Βούργαρου κομιτατζή ή σπιούνου, και επιτάξουν το άτι, γιατί δεν άφηναν άλογο για άλογο, ζωντανό για ζωντανό οι Βούργαροι στα χέρια των Ρωμιών. Τα χρειάζονταν τάχα όλα για τον πόλεμο.

Τον φύλαε τον Αράπη και τον μεγάλωνε ο Χαρίτος, γιατί έτρεφε μεσ’ στην καρδιά του ένα κρυφό όνειρο, να τον κάμει πεσκέσι στο βασιλιά Κωνσταντίνο, όταν θα ’μπαινε στο Κάστρο νικητής, σαν τον Αη-Δημήτρη καβαλάρης. Ονειρευόταν το βασιλιά πάνω στον Αράπη το δικό του, να μπαίνει στην Πόλη και στην Αγιά-Σοφιά κυνηγώντας όλους τους οχτρούς του.

Όμως βάσκανη μοίρα χάλασε τα σχέδια του Χαρίτου. Ένα βράδυ ο Βούργαρος ο Νάϊντινης, περνώντας όξω απ’ το χάνι του Νταη-Πολυχρόνη, άκουσε ένα μακρινό αλλά γλυκό χλιμίντρισμα, που έβγαινε από δυνατά αλογίσια στήθια. Πονηρός και κακός, έτρεξε και το σφύριξε στ’ αυτί του Νατσιάλνικ (διοικητή). Ο Νατσιάλνικ έστειλε την άλλη μέρα ένα κομιτατζή και δυο μλάτ-βοϊνίκ (νεοσύλλεχτους) στο χάνι του Νταη-Πολυχρόνη του Χαντζή και μ’ άγριες φωνές και φοβέρες έσυραν τον Αράπη –τ’ άλογο, όξω απ’ το σταύλο τον κρυφό, τον απόμερο, κι έδωσαν στο τσιράκι μια ράσπιτσκα, ίτ τάχα θα τον γύριζαν πίσω, άμα τέλειωνε ο πόλεμος. Ο Χαρίτος έλειπε κείνη τη μέρα όξω στο μπαχτσέ με τις κυδωνιές…

 

*


 

Πέρασαν μερικά χρόνια. Ο πόλεμος τέλειωσε. Έφυγαν οι Βούργαροι, κυνηγημένοι απ’ τους Τούρκους, ήρθαν οι Γάλλοι και ξοπίσω τους οι Έλληνες, ο ελληνικός στρατός λευτερώνοντας τη Θράκη. Δε μπήκε στο Κάστρο ο βασιλιάς, έστειλε όμως ένα στρατηγό, που δεν ήταν κατώτερος σε λεβεντιά και χάρη. Ο Χαρίτος είχε μεγάλη χαρά, έκλαιγε απ’ τη συγκίνηση. Δεν άργησε να ντυθεί το χακί για να πολεμήσει στη Μικρασία. Ωστόσο μια πίκρα ανάμιχτη με τη χαρά είχε καθήσει μεσ’ στην καρδιά του. Ο Αράπης έλειπε, δε φαινόταν πουθενά. Ποιος ξέρει που τον είχαν μεταφέρει οι Βούργαροι, που κουβαλούσε πυρομαχικά, ή σε ποιους γιαχανάδες στριφογύριζε με το καμουτσίκι για να βγάλει το σαμόλαδο του στρατού, αυτός που ’ταν γεννημένος για τρεχάματα και καλπασμούς μέσ’ στα λιβάδια, τους πράσινους κάμπους και τα περιβόλια τα βασιλικά, με χρυσά χαλινάρια και φτερνιστήρια. Ποιος ξέρει κι αν ζούσε ακόμα!... Φορές- φορές ο Χαρίτος θυμάται τον παλιό του φίλο και δακρύζει. Πόσο θα ’θελε να τον ξανασυναντήσει προτού να πάει στον πόλεμο!... Και να που τον άκουσε γλήγορα ο Θεός; Σ’ ένα παζάρι γειτονικό, βλέπει μια μέρα, στα χέρια ενός γύφτου τζελέπη-τράμπατζη, ένα γέρικο, αχαμνό και καμπουριασμένο άλογο. Κρυφοχτύπησε η καρδιά του, σκίρτησε το μέσα του. Το χρώμα, το σκαρί, το μάτι, έμοιαζε με του Αράπη. Το σίμωσε με συγκίνηση, το χάιδεψε στη ράχη, στο στήθος, στο λαιμό, το καλοκοίταξε στα μάτια. Τ’ άλογο σα να ξύπνησε από βαθύ λήθαργο, αναταράχτηκε ολάκερο, κι ένα παραπονιάρικο, λυπητερό χλιμίντρισμα ανάβρυσε απ’ τα σωθικά του. Ήταν ο Αράπης, που αναγνώρισε τ’ αφεντικό του. Ο Χαρίτος τον αγκάλιασε απ’ το λαιμό, τον έσφιξε στο στήθος του κι άρχισε να κλαίει. Τ’ άλογο γύρισε το κεφάλι του, του φίλησε το χέρι, και τα μάτια του σα να βούρκωσαν. Ο Χαρίτος στράφηκε, κι έβγαλε το πορτοφόλι του, πλήρωσε το γύφτο όσα του ζήτησε, και πήρε το γέρικο φίλο του μαζί του.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου