Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Ο ρόλος του δασκάλου/εκπαιδευτή στην Φρεϊριανή παράδοση Του Κώστα Πατλακίδη Από τις εκδόσεις Γόρδιος


 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Της Άννας Τσιμπουκλή

Υπεύθυνη Τομέα Εκπαίδευσης Κέντρου

Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων

 

 

Ο Paulo Freire πρωτεργάτης του κινήματος της κοινωνικής αλλαγής το οποίο αναπτύχθηκε τις δεκαετίες 1960-1980 κυρίως στη Λατινική Αμερική υποστήριζε ότι η μάθηση αποτελεί για τον άνθρωπο πράξη απελευθέρωσης, συνειδητοποίησης και εξανθρωπισμού.

Το έργο του Freire (1921-1997) επηρέασε ιδιαιτέρως η εμπλοκή του στα προγράμματα καταπολέμησης του αναλφαβητισμού στη Βραζιλία της δεκαετίας του 1960. Σε αυτό το πλαίσιο ο Freire κατάφερε να αναδείξει την αξία της "λαϊκής επιμόρφωσης" στην ενδυνάμωση των κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων ώστε να είναι σε θέση να εντοπίσουν τις δυνάμεις που τις καταπιέζουν και δεν τις επιτρέπουν να αναπτύξουν το δυναμικό τους. Με βάση αυτές τις αρχές η θεωρία του Freire αποτελεί μια κατεξοχήν πολιτική θεωρία η οποία θεμελιώνεται στην κεντρική θέση ότι κανενός είδους εκπαίδευση δεν μπορεί να είναι ουδέτερη. Έτσι ο εκπαιδευτής ενηλίκων δεν μπορεί και αυτός παρά να είναι ένα ον πολιτικό που προσκαλεί τους εκπαιδευόμενους να ανακαλύψουν τον κόσμο γύρω τους, να προβληματιστούν και να κριτικάρουν τις συνθήκες της ζωής τους και να αναλάβουν συλλογική δράση η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην κοινωνική αλλαγή. Η διεργασία αυτή επιτυγχάνεται μέσα από τον ισότιμο και ειλικρινή διάλογο που προωθεί τη διερεύνηση σημαντικών θεμάτων κοινωνικής σημασίας και τον προβληματισμό και αποτελεί μέσο μετασχηματισμού και κατά συνέπεια διαδικασία αλλαγής των κοινωνικών δομών.

Ο Freire συνεπώς επιζητούσε την ανατροπή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και θεωρούσε την εκπαίδευση μέσα από το διάλογο και την επικοινωνία πράξη ελευθερίας και διεργασία απελευθέρωσης. Πόσο μακριά βρίσκεται σήμερα αυτή του η θέση από τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας αλλά και στο σύνολο σχεδόν των Ευρωπαϊκών και άλλων χωρών;

Το βιβλίο του Κώστα Πατλακίδη μας πείθει ότι η θέση του Freire είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ και ότι το έργο του σύγχρονου εκπαιδευτή ενηλίκων δεν μπορεί να περιορίζεται στη στεγνή μεταβίβαση γνώσεων και στην αναπαραγωγή ενός δυσλειτουργικού και ήδη ξεπερασμένου μοντέλου μάθησης. Το βιβλίο του Κώστα μας οδηγεί αναπόφευκτα στον σκεπτικισμό απέναντι στον παραδοσιακό ρόλο του εκπαιδευτή, στη διεκδίκηση ισότιμης σχέσης μεταξύ εκπαιδευτή και ενήλικων εκπαιδευόμενων και στην ανάπτυξη του ανοικτού διαλόγου και της παραγωγικής κριτικής που εν τέλει θα αποτελέσουν και τα μέσα για τον ουσιαστικό μετασχηματισμό στερεοτύπων, προκαταλήψεων και συνηθειών που επί σειρά ετών υποβάθμιζαν το ρόλο της εκπαίδευσης και της μάθησης και οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα εκπαιδευόμενους και εκπαιδευτές. Έτσι σχεδόν μισό αιώνα μετά το πρωτοποριακό έργο του Freire ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με αυτό σε διαφορετικές και όμως παρόμοιες συνθήκες, σε ένα σύγχρονο και ταυτόχρονα αναχρονιστικό περιβάλλον και καλούμαστε να επανεξετάσουμε τις θέσεις μας και τις απόψεις μας για το ρόλο μας ως εκπαιδευτές ενηλίκων. Στη διαδρομή αυτή ο Κώστας Πατλακίδης φροντίζει ώστε να θέσει τις κατάλληλες ερωτήσεις και τους προβληματισμούς και τολμάει να προτείνει λύσεις εκεί όπου άλλοι θα δίσταζαν, προς μια κατεύθυνση ουσιαστικής προσωπικής και κοινωνικής αλλαγής.

 

*

*   *

 

 

 

 

 

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Της Πιέρα Λευθεριώτου

 

Η πρώτη φορά που άκουσα για τον Πάουλο Φρέιρε ήταν το Σεπτέμβριο του 1984, στο εισαγωγικό σεμινάριο επιμόρφωσης που απευθυνόταν στα μέλη των Συμβουλίων Λαϊκής Επιμόρφωσης, τα οποία θα στελέχωναν, μαζί με τους Υπεύθυνους Κέντρων και τους εκπαιδευτές, το θεσμό της Λαϊκής Επιμόρφωσης στη χώρα μας. Ως βασικό εκπαιδευτικό υλικό στο σεμινάριο αυτό, αξιοποιήθηκε το βιβλίο του Πάουλο Φρέιρε «Η αγωγή του καταπιεζόμενου». Ένα βιβλίο άγνωστο στους περισσότερους συμμετέχοντες, αλλά και έξω από τα δεδομένα μας, αφού πρέσβευε κάτι εντελώς διαφορετικό, αναδεικνύοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο του εκπαιδευόμενου ως παράγοντα με κριτική συνείδηση, αλλά και τη σχέση δασκάλου-μαθητή, που την πρότεινε ως βαθιά δημοκρατική, ενάντια στις παραδοσιακές εκπαιδευτικές πρακτικές. Πρωτόγνωρη ήταν και η εκπαιδευτική διεργασία του σεμιναρίου: μελέτη του βιβλίου σε ομάδες, με έναν συντονιστή που είχε το ρόλο ειδικού, που δεν έδινε πρώτος τη δική του εκδοχή, αλλά κυρίως επιζητούσε να ακούσει τη δική μας. Δεν είχε καμιά σχέση με όσα για χρόνια βιώναμε στο τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά ούτε και με τις συλλογικές διαδικασίες της φοιτητικής μας ζωής. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για μια συγκεκριμένη μεθοδολογία που μέσω αυτής έπρεπε να μάθουμε, αλλιώτικα απ’ ό,τι είχαμε μέχρι τώρα συνηθίσει να μαθαίνουμε. Θυμάμαι ακόμα την αναταραχή και τα έντονα συναισθήματα που προξενούσε σε όλη την ομάδα, καθώς προχωρούσαμε στη μελέτη του κειμένου, ο λόγος του Φρέιρε, παλλόμενος, ανατρεπτικός, να ανοίγει ορίζοντες, να δείχνει άλλες προοπτικές, να ξεσηκώνει και να συνεπαίρνει, να δίνει απαντήσεις και ταυτόχρονα να γεννά ερωτήματα. Μετά το σεμινάριο αυτό, κατάλαβα ότι τίποτα δεν μπορούσε πια να είναι όπως πριν, ότι επιτέλους είχα βρει το είδος της εκπαίδευσης που αξίζει κανείς να προσπαθήσει να πραγματώσει.

Παρότι εκείνες οι δεκαπέντε ημέρες του σεμιναρίου καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία μου στο χώρο της εκπαίδευσης ενηλίκων και την επιλογή του ως πεδίο αποκλειστικής ενασχόλησης, νομίζω ότι τότε, αλλά και χρόνια μετά, δεν προσεγγίζαμε το έργο του Φρέιρε με πραγματικά κριτική στάση στην πράξη της μελέτης, όπως ο ίδιος την όρισε, όχι ως «κατανάλωση ιδεών, αλλά δημιουργία και αναδημιουργία ιδεών». Έτσι, προσπαθούσαμε να εφαρμόσουμε τις ιδέες του στο χώρο της λαϊκής επιμόρφωσης, χωρίς να έχουμε εμβαθύνει κριτικά στο έργο του και, κατά συνέπια, χωρίς να μπορούμε να προσαρμόσουμε στη δική μας πραγματικότητα. Όμως ο Φρέιρε, συχνά προσκαλούσε και προκαλούσε συναδέλφους του από άλλες χώρες «να επαναδημιουργήσουν και να ξαναγράψουν» τις ιδέες του, γιατί υποστήριζε ότι «είναι αδύνατο να εισάγουμε παιδαγωγικές πρακτικές χωρίς να τις επανεφευρίσκουμε». Η απομίμηση, η άκριτη εφαρμογή εκπαιδευτικών μεθόδων τελικά οδηγείς την εργαλειακή τους χρήση, αλλά και στην αναγωγή μιας ολόκληρης φιλοσοφίας σε μηχανιστική μέθοδο. Και η μέθοδος αλφαβητισμού που χρησιμοποίησε ο Φρέιρε δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά εντασσόταν στο πλαίσιο της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης, της πορείας, δηλαδή, «μέσα από την οποία οι άντρες και οι γυναίκες μπορούν να αποκτήσουν συνείδηση της παρουσίας τους μέσα στον κόσμο», καθώς και του τρόπου «που ενεργούν και σκέφτονται όταν αναπτύξουν όλες τις ικανότητές τους, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες τους, αλλά και τις ανάγκες και τις προσδοκίες των άλλων».

Δεν είναι εύκολο, όταν σχεδιάζουμε και υλοποιούμε εκπαιδευτικά προγράμματα για ενηλίκους, να ο κάνουμε «μαζί με» και όχι «για» αυτούς. Δεν είναι εύκολο, λειτουργώντας ως εκπαιδευτές/τριες, να δημιουργούμε αυτή τη βαθιά δημοκρατική και ισότιμη σχέση, αν έχουμε κάθε στιγμή της εκπαιδευτικής διεργασίας επίγνωση των σχέσεων εξουσίας που λανθάνουν και εξυφαίνονται, να τις ονοματίζουμε και να τις απεμπολούμε. Γιατί τελικά φαίνεται ότι δεν είναι εύκολο στην εκπαίδευση να αναρωτιόμαστε –σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο- όπως ο Φρέιρε: «τι να μάθουμε, πως, προς όφελος ποιου,, ενάντια σε τι και σε ποιον;». Τα ερωτήματα αυτά, όταν τίθενται, δεν μπορεί να αιωρούνται αναπάντητα. Κι οι απαντήσεις τους συνήθως φέρνουν ανατροπές, αλλαγές, διαταράσσουν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Γι’ αυτό συχνά αποφεύγονται ή τίθενται με στρεβλό τρόπο, έτσι ώστε να προκύψουν «ανώδυνες» απαντήσεις, «ουδέτερες», «αντικειμενικές». Η εκπαίδευση όμως δεν είναι ουδέτερη, αφού κάθε εκπαιδευτική διεργασία εμπεριέχει πρόθεση για χειραγώγηση ή χειραφέτηση. Ούτε ο εκπαιδευτής/δάσκαλος  μπορεί να είναι ουδέτερος, αφού η εκπαιδευτική μεθοδολογία που επιλέγει αντανακλά τις αντίστοιχες προθέσεις του και τις παραδοχές του. Ακόμα και η αδιαφορία για το τι συμβαίνει γύρω μας υποδηλώνει επίσης πρόθεση. Η αναλαμβάνουμε ρόλους στο πεδίο της εκπαίδευσης ενηλίκων, αλλά και της εκπαίδευσης γενικότερα, κλείνοντας τα μάτια σε όσα συμβαίνουν γύρω μας, αδιαφορώντας για το πλαίσιο εντός του οποίου η εκπαίδευση πραγματώνεται.

Το βιβλίο του Κώστα Πατλακίδη, αναφέρεται σε αυτά τα μονίμως καίρια και κρίσιμα ζητήματα. Επιχειρεί την ολιστική προσέγγιση του ρόλου του δασκάλου/εκπαιδευτή στη Φρεϊριανή παράδοση, εξετάζοντας τις επιμέρους παραμέτρους του γενικότερου εκπαιδευτικού πλαισίου, εντός του οποίου λειτουργεί ο εκπαιδευτής: την εκπαίδευση, το αναλυτικό πρόγραμμα, τη μάθηση, τη γνώση, τους εκπαιδευόμενους, την παιδαγωγική. Και δε θα μπορούσε να γίνει με διαφορετικό τρόπο, αφού το ερευνητικό εγχείρημα και η μεθοδολογία του είναι επηρεασμένα και βασισμένα στη σκέψη και την πρακτική του Φρέιρε, με στόχο την κατανόηση του Φρεϊριανού σύμπαντος. Η μελέτη δομείται στη βάση τριών ερευνητικών ερωτημάτων: α) ποιος είναι για τον Φρέιρε ο ρόλος του δασκάλου /εκπαιδευτή στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι; β) υπάρχει σχέση, συνάφεια, σύνδεση της φρεϊριανής άποψης για το ρόλο του δασκάλου/εκπαιδευτή με το σύγχρονο διαλέγεσθαι για την εκπαίδευση; και γ) μπορούν να αξιοποιηθούν οι απόψεις του Φρέιρε για τον δάσκαλο/εκπαιδευτή στις ελληνικής συνθήκες; Αναλύονται τα σημαντικότερα κείμενα του Φρέιρε που είναι αντιπροσωπευτικά και των τριών περιόδων της ζωής του (πριν, κατά και μετά την περίοδο της εξορίας του από τη Βραζιλία). Οι θεματικές κατηγορίες για την ανάλυση περιεχομένου του συνόλου των κειμένων προέκυψαν κυρίως από τη μελέτη των βιβλίων του Φρέιρε, «Αγωγή του καταπιεζόμενου» και «Αγωγή της ελπίδας», γιατί το πρώτο αποτελεί βασικό και το πιο ευρέως διαδεδομένο βιβλίο του, ενώ στο δεύτερο επαναπροσεγγίζει το περιεχόμενο του πρώτου, περίπου τριάντα χρόνια μετά τη συγγραφή του και λίγο πριν το θάνατό του.

Είναι πολύ ενδιαφέρον, πιστεύω, να διαβάζει κανείς για το έργο ενός σημαντικού στοχαστή και παιδαγωγού, όπως ο Φρέιρε, όχι μόνο μέσα από τα ίδια του τα κείμενα, αλλά και μέσα από όσα γράφονται γι’ αυτά. Η συνολική παρουσίαση, η «άλλη άποψη», συμπληρωματική ή αντίθετη με τη δική μας, μπορεί να μας δώσουν εναύσματα για διερεύνηση και περαιτέρω μελέτη. Πόσο μάλλον όταν το κείμενο θέτει φρεϊρανά ερωτήματα που δεν έχουν «εύκολες» απαντήσεις, καθώς προκαλούν να στοχαστούμε κριτικά πάνω στην καθημερινή εκπαιδευτική μας –και όχι μόνο- πρακτική, σε μια διαλεκτική σχέση με τη θεωρία, προκειμένου να την μετατρέψουμε σε «πράξι». Κι όταν το έργο του Φρέιρε, όπως αναφέρεται καις τα συμπεράσματα της μελέτης, παραμένει ακόμα επίκαιρο, σημαντικό και εφαρμόσιμο, αφού ο ρόλος του αποτελεσματικού δασκάλου/εκπαιδευτή στο σύγχρονο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι σχεδόν ταυτίζεται με το ρόλο του δασκάλου/εκπαιδευτή που περιέγραψε κι ενσάρκωσε ο Φρέιρε, με εξαιρετική συνέπεια λόγων και έργων. Κι όταν, επιπλέον, ο συγγραφέας της μελέτης είναι κι ο ίδιος ένας συνεπής φρεϊριανός «ουτοπιστής», για χρόνια μάχιμος στην ανθρωπιστική παράδοση της εκπαίδευσης ενηλίκων.

Ήταν μεγάλη χαρά και τιμή για μένα να συντάξω αυτό το εισαγωγικό σημείωμα. Προσπάθησα να είναι αντάξιο του περιεχομένου του βιβλίου, να σας κινήσει το ενδιαφέρον και να σας προϊδεάσει για όσα ακολουθούν στις επόμενες σελίδες. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, είθε το ίδιο το βιβλίο να σας προκαλέσει σκέψεις, προβληματισμό και –γιατί όχι;- να σας προκαλέσει σε μελλοντική δράση. Γιατί, όπως υποστηρίζει ο Φρέιρε: «το μέλλον δεν είναι μια προέκταση του παρόντος που απλώς περιμένει από εμάς να το φτάσουμε κάποια μέρα και να προσθέσουμε το ετοιμοπαράδοτο αύριο στο σήμερα –έτσι και τα δυο γίνονται παλαιά και ξεπερασμένα. Το μέλλον γεννιέται από το παρόν, από τις αντιφατικές δυνατότητες, από την πάλη των δυνάμεων οι οποίες αντιπαρατίθενται διαλεκτικά. Γι’ αυτόν το λόγο, όπως πάντα επιμένω, το μέλλον δεν είναι δεδομένο γεγονός, αλλά γεγονός σε διεργασία διαμόρφωσης…»

 

 

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

 

Τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν οι προσεγγίσεις όπως και οι αντιπαραθέσεις για τα εκπαιδευτικά πράγματα τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο. Έννοιες όπως ‘δια βίου μάθηση’ και ‘κοινωνία της γνώσης’ αποτελούν όχι μόνον βασικές συνιστώσες της εκπαιδευτικής ατζέντας, αλλά και σημεία αναφοράς σε διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στην οικονομία, την κοινωνία, τον πολιτισμό. Ποτέ στο παρελθόν η εκπαίδευση δεν αποτέλεσε τόσο εκτεταμένο και συστηματικό πόλο αναφορών και ίσως και αμφισβήτησης.

Όπως είναι φυσικό, οι διάλογοι που λαμβάνουν χώρα αφορούν κάθε συνιστώσα του εκπαιδευτικού γίγνεσθαι: το αναλυτικό πρόγραμμα, την μάθηση, την παιδαγωγική, τον ρόλο του εκπαιδευτή, τους εκπαιδευμένους, την ίδια την εκπαίδευση. Προσεγγίζουν, επαναδιατυπώνουν ή και επανακαθορίζουν τους όρους και τα όρια του κάθε εκπαιδευτικού συντελεστή.

Ποιος είναι ο ρόλος της σύγχρονης εκπαίδευσης; Πως πρέπει να διαμορφώνονται τα αναλυτικά προγράμματα; Πως πρέπει να συντελείται το διδάσκειν; Ποιόν ρόλο ή ρόλους καλείται να ενσαρκώσει ο δάσκαλος; Είναι μερικές μόνον από τις ερωτήσεις που διαμορφώνουν το πλαίσιο του διαλέγεσθαι.

Σ’ αυτήν την τελευταία ερώτηση εξάλλου, που αφορά στον ρόλο του δασκάλου/εκπαιδευτή, επικεντρώνεται το περιεχόμενο της παρούσης εργασίας, που στο μεγαλύτερο μέρος της αποτέλεσε αντικείμενο προβληματισμού στο πλαίσιο της διπλωματικής μου στο μεταπτυχιακό ‘Εκπαίδευση Ενηλίκων’ του ΕΑΠ. Διερευνά τις απόψεις του Πάουλο Φρέϊρε ως προς την φυσιογνωμία, την ταυτότητα, τον ρόλο του διδάσκοντος, και επί της ουσίας προσπαθεί να απαντήσει σε όλα εκείνα τα μεγάλα και τα μικρά που αφορούν στον ρόλο του δασκάλου/εκπαιδευτή, τα οποία με προβληματίζουν για εικοσιέξι χρόνια, ως απόρροια της ενασχόλησής μου με την Εκπαίδευση των Ενηλίκων.

 

 

                        Είχε δημοσιευθεί στον Βορέα(τεύχος 66) τον Ιανουάριο 2011, πριν 15 χρόνια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου