Κάτι άλλο που ‘λειψε πια, από κείνο το παραδοσιακό ξεχώρισμα, στον κόσμο του Διδυμοτείχου είναι οι γειτονιές. Αυστηρά σύνορα κρατούσαν ανάμεσά τους απόσταση, λες κι ήτανε ξεχωριστές κάστες. Κάθε μια της και μια κοινωνικοοικονομική περιοχή με κάτι τι κατάδικο της σε χρώμα, ντύσιμο, ασχολίες κι ακόμα σε συνήθειες.
-Ομφαλός το Κάστρο. Ο πυρήνας της γέννησης της πόλης, που στάθηκε σε δυο διαμετρικά αντίθετες αυτοκρατορίες πρωτεύουσα και Βασιλεύουσα. «Καλέ» τον λέγανε τον θεόρατο βράχο στεφανωμένο με Πύργους, κάστρα και πολεμίστρες. Αψεγάδιαστα σημάδια κάποιου περασμένου μεγαλείου. Όλη η άλλη πόλη ήταν χτισμένη, σα βεντάλια από τα βορειοανατολικά πλευρά ως τα νοτιοδυτικά και στη ρίζα του. Όσοι κατοικούσαν πάνω στην ακρόπολη άκουγαν με περηφάνια στ’ όνομα Καλελιώτες. Ήταν αστοί, τα εσνάφια και οι τσορμπατζήδες. Η αγορά και τα κέντρα απλώνονταν σ’ ένα μικρό πλάτωμα στη μέση της κατηφοριάς κι’ από κει αχτινωτά κατέβαιναν λιθόστρωτοι δρόμοι και δρομάκια, σαν ανοιχτή παλάμη. Κοντά σ’ άλλα οι καλελιώτες είχαν και το προνόμιο και τη μεγάλη τιμή για το μεγάλο πανηγύρι της, το «Καλέ –πανηγύρι» που κρατούσε τρεις ολόκαιρες μέρες την Πεντηκοστή. Αυτήν τη μέρα γιόρταζε το Βυζαντινό Μοναστήρι του Χριστού και τιμούσαν την θαυματουργή, με ασήμι καπλαντισμένη εικόνα του Χριστού.
-Πάνω από το Κάστρο κατέβαινε στη Δυτική πλευρά, μοναδικός λαξευτός στο βράχο δρόμος, που ‘βγαζε στην παλιόπορτα, βυζαντινό κατάλοιπο, μπροστά στο γεφύρι. Άχρηστος κι άβολος δρόμος για τροχοφόρα, μονάχα για πεζούς και μουλάρια. Ο Βορεινός δρόμος κατέβαινε στην εκκλησία της Παναγιάς και από κει στην γειτονιά Τσαΐρια, κι ακόμα πιο έξω στ’ αλώνια. Την κατοικούσε κόσμος που μοναδική του δούλεψη ήταν τα χωράφια. Ο μεσαίος δρόμος κατέβαινε στην κάτω αγορά που ’ταν και τα χάνια και από κει τραβούσε για την ανατολική γειτονιά την Πυροστιά. Τ’ όνομα το πήρε από το παλιό μισογκρεμισμένο τούρκικο μαυσωλείο, που ’μοιαζε σα πυροστιά και σώζεται ακόμη. Κι εδώ ο κόσμος ήταν γεωργικός μα κατοικούσαν και κάμποσα εσνάφια, που ’χαν έρθει απ’ αντίκρυ με την μικρασιατική καταστροφή. Τότε, σαν περίσσεψαν οι πρόσφυγες , το Κράτος έκανε κολλητά το Νέο συνοικισμό, τον προσφυγομαχαλά, που τον κατοικούσαν όμως το περισσότερο Στρατιωτικοί και Δημόσιοι Υπάλληλοι.
-Τέλος ένας τρίτος δρόμος απότομος και φιδωτός, που στη μέση το καλντερίμι έκανε λούκι για τα νερά, κατέβαινε σε μια άλλη μεγάλη συνοικία που ‘φερνε τ’ όνομα Ταμπακιά. Ήταν απλωμένη από τα δυτικά ανάμεσα στη ρίζα του Κάστρου και το ποτάμι, κι έφθανε στο Νοτιά ως την άγια Πέτρα. Εκεί γινότανε το γραφικό παζάρι για τα ζώα, το «χαϊβάν-Παζάρι» με τους κοντραμπατζήδες, τους τζαμπάζηδες και τους πολλούς γύφτους. Χαρακτηριστικό τους η στρατιωτική κυλότα, η μπότα και το μαστίγιο στο χέρι. Ο κόσμος της γειτονιάς αυτής που ‘χε βιοτεχνίες για δέρματα –τα ταμπάκια- ήτανε λιγάκι παρδαλός: Χριστιανοί, Τούρκοι και Κατσίβελοι. Οι πρώτο και οι δεύτεροι ασχολούνταν με τη γεωργική και την λαχανοκηπουρική και οι τελευταίοι ήταν χαμάληδες, βαρκάρηδες και ψαράδες. Οι λαχανόκηποι ήτανε πέρα από το θολό ποτάμι, που το καλοκαίρι στέρευε, και δίπλα τους τα περίφημα και τόσο ρομαντικά εξοχικά, τα σαλάτσια. Η γειτονιά αυτή συχνά δοκιμαζότανε απ’ τη πλημμύρα του ποταμού γι’ αυτό και οι κατσίβελοι, σαν άλλοι τρωγλοδύτες, ζούσαν σε λαξευτές σπηλιές στα πλάγια του Κάστρου.
-Ακόμη θα πρέπει να προσθέσουμε, ότι πίσω από την κάτω αγορά και ανατολικά, ήταν η μεγάλη εβραϊκή συνοικία, που αριθμούσε όπως λένε πάνω από χίλιες ψυχές. Δουλειά τους, ως συνήθως, το εμπόριο που πολύ λογαριαζόταν κι είχαν δικό τους σχολειό και ιδιόκτητη συναγωγή την «χάβρα»/
Και για να συμπληρώσουμε το πορτραίτο για τους μαχαλάδες, θα πρέπει να θυμηθούμε και την μικρή συνοικία των Αρμένηδων. Χτισμένη πάνω κι ανατολικά στο Κάστρο, δίπλα στο μεγάλο ρολόγι είχε δικό της σχολειό και Εκκλησία. Ο παλιός Βυζαντινός Αη Γιώργης, όπου στέφηκε αυτοκράτορας ο Κατακουζηνός. Ρολογάδες χρυσικοί και σομπατζήδες, είχαν καλά τον καιρό τους και συναγωνιζότανε σε πλούτο τους Εβραίους.
Μικρή και περιληπτική εικόνα για να θυμίσουμε σ’ αυτούς που ακόμα μπορούν να νοσταλγούν τον «παλιό καλό καιρό», τον Κιοπέκ-Μπέη, τα σαλάτσια, τον βαρκάρη με τη πλάβα του και το κοντάρι, τέλος το «Καλέ-Παναΐρι».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου