Βασίλης Σιναπίδης
ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΑΝΗ - ΦΩΤΕΙΝΗ
Τα παιδιά του Τεκέ-μαχαλά, αγόρια και κορίτσια, τη φώναζαν όλα Μάνη-Φωτεινή (γιαγιά), ενώ οι ηλικιωμένοι την έλεγαν Άμνια Φωτεινή (θεία).
Ήταν η βασίλισσα, η αρχόντισσα της γειτονιάς, όχι για το βιος και τον παρά της, δεν είχε τέτοια, ήταν χήρα και φτωχιά, μα για τη μεγάλη της καρδιά, για την αγάπη που ’χε σ’ όλο τον κόσμο, και για τα παραμύθια και τις ιστορίες, που μας έλεγε, τα φεγγαρόλουστα βράδια, όταν μας μάζευε, σαν την κλώσσα με τα κλωσσόπουλα, στον πεντακάθαρο κατέφλιο του σπιτιού της.
Ήταν καμιά εβδομηνταριά χρονώ γυναίκα, ψηλή και ξερακιανή, λίγο σκυφτή, με το πρόσωπο γεμάτο μικρές-μικρές ζαρωματιές, κάθε ζαρωματιά και μια πίκρα, κι ένα βάσανο, παντού, στα μάγουλα, στο λαιμό, στα μελίγγια, γύρω απ’ τα μεγάλα, καστανά, βαθυστόχαστα μάτια της. Στο μέτωπο ξεχώριζαν αράδες-αράδες οι ζαρωματιές, σάμπως κατεβατό βιβλίου, που ’γραφε την ιστορία μιας βασανισμένης ψυχής. Άσπρη τρίχα δεν είχε στο κεφάλι, τα μαλλιά της ήταν καστανόμαυρα, και δυο μακριές πλεξούδες ξεπρόβελναν κάτω απ’ την ουρά του μαύρου φακιολιού, που χειμώνα-καλοκαίρι φορούσε στο κεφάλι της. Οι κακές γλώσσες έλεγαν, πως τα; ’βαφε τάχα τα μαλλιά της με φύλλα καρυδιάς· τούτο, όμως, θαρρώ, πως ήταν ψέμα. Ήταν ντυμένη πάντα στα μαύρα, απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια, και μόνο το πρόσωπό της ξεχώριζε χλωμό και ζαχαρωμένο.
Η Μάνη-Φωτεινή ήταν λίγο νευρικιά και τσακοσιάρα, όμως καλή, λυπητικιά και θεοφοβούμενη. Κρέας δεν έβαζε ποτέ στο στόμα της Τετάρτη και Παρασκευή, βαστούσε όλες τις νηστείες και τις σαρακοστές, δεν γεύονταν αρτύσιμο μεγαλοβδόμαδα, ξομολογιούνταν ταχτικά και μεταλάβαινε βαστώντας τρίμερο, χωρίς να τρώει δηλαδή τίποτα τρεις μέρες. Μια μέρα λιγοθύμησε απ’ την εξάντληση . πήγαινε ταχτικά στα ξωκλήσια της Αϊ-Μαρίνας, της Αϊ-Φωτίδας και της Αϊ-Παρασκευής, άναβε ευλαβικά τα καντήλια τους, και σκούπιζε ταπεινά τον αυλόγυρό τους. Ήξερε από ξεβάσκαμα κι από γήτεμα, και γνώριζε ένα σωρό λαϊκά γιατροσόφια. Είχε πάντα πανί στον αργαλειό, έγνεθε, έπλεχε και γύφαινε, γιατί ήταν χρυσοχέρα. Κάθε δεκαπενταύγουστο κάθονταν στο χαγιάτι του σπιτιού της κι έπλεκε με υπομονή και με μαστοριά, φκιάχνοντας χάρτινα τριαντάφυλλα, ένα θαυμαστό, πολύχρωμο και μεγαλόπρεπο στεφάνι για την εικόνα της Παναγιάς της βυζαντινής της βρεφοκρατούσας, με το σεμνό κα ιγλυκό πρόσωπο, που ’ταν πνιγμένη στα τάματα, στο μάλαμα και στ’ ασήμι, μέσα στην εκκλησιά της Παναγίας, που γιόρταζε ανήμερα της Κοίμησης της θεοτόκου. Είχε ένα γιο, το Θεοδόση, γνωστικό και δουλευτάρικο παιδί, που δούλευε στο γεμενετζίδικο του Νταη-Παντελή του Μαρασλή, μεροδούλι-μεροφάι. Το φτωχικό της ήταν μέρα-νύχτα πεντακάθαρο, και το τσουκάλι πάντα άχνιζε στο τζάκι.
Όταν παίζαμε μπάλα στον Τεκέ, και με καμιά δυνατή στραβοκλωτσιά τη στέλναμε μέσα στην αυλή της, σπάζοντας κανένα τζάμι ή κανένα κεραμίδι, κι άλλοτε πάλι τσακίζοντας καμιά γλάστρα με μαντζουράνα ή με βασιλικό, ή τινάζοντας στρωσίδι στη γη τον ανθό της μυγδαλιάς ή της κληματαριάς της, στην αρχή γίνονταν σα θεριό. Ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε, ή τη Μάνη-Φωτεινή σε τέτοιες ώρες. Κι είχε βέβαια δίκιο η Μάνη-Φωτεινή. Της χαλούσαμε το βιός της, τα έργα των χεριών της. Κατακρατούσε τότε τη μπάλα, κρύβοντάς την μέσα στον μοναδικόν οντά του χαμόσπιτιού της, κι όταν χτυπούσαμε τη σκεβρωμένη αυλόπορτα να της γυρέψουμε τη χαμένη μπάλλα μας, μας υποδέχονταν αγριεμένη, βρίζοντας και βλαστημώντας.
-Γκριμστείτι ’που δω τ’ γαϊδάρ’ γιοί!... Κακό χρόνου να ’χτι!...Πανάθιμά σας!... Π’ να μη φτάστι κι σεις κι του τόπ’ σας!... Μοι ρήμαξατι του βιός τ’ν έρμη, μοι κατατσάκσατι τα λουλούδια… Στου διάβουλου να πάτι!... Ούτι τόπ’ είδια, ούτι τοπ’ ξέρου!... Τόπου να μη βρείτι να σταθείτι1… Να ξιραθούν τα πουδάρια σας!... Όξου π’ του σπίτι μ’ κνώδαλα!...
Μεις, που ξέραμε το χαρακτήρα της, αποτραβιόμασταν παραπέρα αμίλητοι, χωρίς να βγάλουμε τσιμουδιά. Μπόρα είναι θα περάσει, λέγαμε μέσα μας. Ξέραμε, πως ο θυμός της γλήγορα θα καταλάγιαζε, κι η καλή της καρδιά κι η αγάπη, που ’χε για μας θα νικούσε. Δε ξαλαργεύαμε, μόνο κόβαμε βόλτες γύρω απ’ τον κατέφλιο της, καρτερώντας. Δεν περνούσε πολλή ώρα και να η Μάνη-Φωτεινή, χωρίς ν’ ανοίξει την αυλόπορτα, πετούσε έξω απ’ τον μαντρότοιχο τη χαμένη μπάλα μας, για να συνεχίσουμε το τρελό, καταστροφικό μας παιχνίδι…
*
Μια μέρα του καλοκαιριού, καθώς ζύγωσα, παίζοντας στη Ριγούδα της Μάνης-Φωτεινής, που ’ταν μια στενή βαθιά λουρίδα γης, σαν προέχταση της αυλής της, απ’ την πίσω μεριά του σπιτιού της, σκοτεινή κι ογρή, γιατί βρίσκονταν ανάμεσα σε δυο ντουβάρια ξένων γειτονικών σπιτιών χωρίς παραθύρια, έπεσαν τα μάτια μου πάνω στην κοσμοξάκουστη γιρικούδα της (μικρή κορομηλιά), και καρφώθηκαν στο λιμπισμένο της καρπό, τα γιρίκια, που ’ταν κίτρινα σαν το φλουρί, ζουμερά σαν σταφύλια και γλυκά σαν το μέλι. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Είχα ακούσει κι άλλες χρονιές απ’ τα παιδιά, που τα ’χαν δοκιμάσει, για τη γλύκα τους και για τη νοστιμιά τους. Δε χρειαζόνταν παρά ένα πήδημα μεσ’ στη Ριγούδα, ένα γερό τράνταγμα της γιρικιάς, ώστε να πέσουν τα φρούτα, κι ύστερα μάζεμα στα πεταχτά μέσ’ στις τζέπες του κοντού μου πανταλανιού, ή μέσ’ στον κόρφο μου, και γλήγορο πάλι σκαρφάλωμα για φευγιό και ξαλάργεμα.
Στάθηκα κάμποσην ώρα, κοιτάζοντας αχόρταγα το λιμπισμένο καρπό, και τα σάλια μου έτρεχαν. Δεν ήταν παρά υπόθεση δύο λεφτών. Φοβόμουνα όμως, μήπως φανεί ξαφνικά η Μάνη-Φωτεινή, μήπως, τριγυρνώντας εκεί κοντά στη Ριγούδα, μ’ ακούσει και παρουσιαστεί σα ζωντανή τιμωρία.
Ο πειρασμός, ωστόσο, δεν άργησε να νικήσει τους φόβους μου και το φάντασμα της Μάνης-Φωτεινής, και, με μια ξαφνική απόφαση, έδωσα ένα πήδημα και ντουπ!... βρέθηκα μεσ’ στην ογρή και στενή Ριγούδα. Σαν αστραπή έδωσα ένα γερό τράνταγμα στη γιρικιά, αδράχτοντας την με τα δυο μου χέρια, και πατ-πατ-πατ με κούφιο μα δυνατό βρόντηγμα σωριάστηκαν κάτω καμιά εικοσαριά κατακίτρινα και ώριμα γιρίκια, σκάζοντας απ’ το πέσιμο τα πιότερα. Τρέμοντας απ’ το φόβο, μάζεψα όσα πρόφτασα, και με το μάτι μου αναμετρούσα το ψήλος του ντουβαριού, και τα κατάλληλα πιασίματα και πατήματα της ξερολιθιάς, για το ανέβασμα. Για κακή μου όμως τύχη, άκουσα ξαφνικά πίσω μου μέσα στη Ριγούδα βιαστικά βήματα. Γύρισα τρομαγμένος το κεφάλι μου, και τι να δω!... Τη Μάνη-Φωτεινή σα Μέγαιρα, σα Μορμώ ή σαν Τισιφόνη, να χυμά με ξέπλεκα τα μαλλιά της κατά πάνω μου, χωρίς φακιόλι, φωνάζοντας:
-Στέκα παλιόπιδου!... Τώρα θα σοι δείξω γω, πόσις παράδις καμ’ του γρόσ’… για να μαθ’ς να κλεφτ’ς του ξένου βιός!...
Εγώ χύμηξα ορμητικά κατά τη λιθόχτιστη έξοδο, κι άρχισα να σκαρφαλώνω, ενώ πολλά απ’ τα γιρίκια έπεφταν, καθώς ανέβαινα, πότε απ’ το πανταλόνι και πότε απ’ τον κόρφο μου. Ώσπου να με ζυγώσει η Μάνη-Φωτεινή, εγώ είχα ανέβει και τοιμάστηκα να πάρω δρόμο, όταν ξοπίσω μου την άκουσα να τσιρίζει. Τότε κοντοστάθηκα για λίγο, ενώ χτυπούσε η καρδιά μου σαν του περιστεριού, και στηρίζοντας σφιχτά τις πλάτες μου σ’ ένα διπλανό τοίχο, ώστε να γίνω ένα μ’ αυτόν, για να μη με δει, την άκουσα να λέει:
-Παλιουκλιφταρά, ανιπρόκοπι, μασκαρά, σουκακόπιδου!... Σ’ είχα για καλό πιδί κι για τίμιου!... Μένα τ’ φτουχιά ηύρις να κλέψ’ς;… Δεν αντράπκις του σπιτ’κό σ’, του σόι σ’, τ’ς θειούς, τ’ς γουνιούς σ’;… Να ’σαν φουκαράς, πάει κι έρχιτι!... Αμ’ σεις είστι ζιγκίνδις (πλούσιοι), τσιουρμπατζήδις!... Έχ’τι ούλα τα καλά του Θιού!...
Ντράπηκα πολύ, πάρα πολύ. Μετάνοιωσα βαθιά για την κακιά μου πράξη. Για πολύν καιρό, για πολλούς μήνες, δεν κοτούσα να κοιτάξω τη Μάνη-Φωτεινή καταπρόσωπο μήτε να περάσω απ’ το σπιτικό και τον κατέφλιο της!...
*
Κύλησε ο χρόνος, πέρασε το καλοκαίρι, ήρθε ο χειμώνας με τους βοριάδες και τ’ απανωτά χιόνια του, με τα τουφάνια και τα γυαλοπάγια του, με τις τεράστιες μουστολαμπάδες από πάγο, που κρέμονται απ’ τα κεραμίδια ίσαμε τη γής, σαν τους σταλαχτίτες των σπηλαίων. Πέρασε κι η άνοιξη με τις ανθισμένες πασκαλιές και τις ακακίες της, με τα λελέκια και τα χελιδόνια της, κι ήρτε και πάλι το ζεστό καλοκαίρι με τις θημωνιές, τ’ αλώνια, τις ντοκάνες και τα μπόλικα καρπούζια, αλλά γω δεν ξαναπάτησα στον κατέφλιο της Μάνης-Φωτεινής, μήτε αφουγκράστηκα τα ωραία της παραμύθια και τις ιστορίες· ντρεπόμουν αφάνταστα, τρομερά.
Μια μέρα του Αυγούστου αρρώστησα βαριά!... Ψηνόμουνα απ’ τον πυρετό μέρες ολάκερες. Οι γιατροί ανεβοκατέβαιναν τα πέτρινα σκαλοπάτι του σπιτιού μας, μα δεν μπορούσαν να βρουν τι είχα. Είδε κι απόειδε η γιαγιά μου η μακαρίτισσα, ο Θεός σχωρέσ’ την, έτρεξε στην Μάνη-Φωτεινή :
-Άμνια Φωτεινή, της είπε, βασκαμένο θα είναι το παιδί!... Οι γιατροί δε βρίσκουν τίποτα!... Ψήνεται το παιδί ’π’ τη φλόγωση!... Ξεσκίζεται καρδιά μ’ να το βλέπω!... Δεν το ξεβασκαίν’ς με τον τίμιο το σταυρό;… να παρθεί ’πο πάνω τ’ το βάσκαμα; Μεγάλος είναι ο θεός!...
Η Μάνη –Φωτεινή αμίλητη, πήρε μια καρέκλα, την έβαλε κάτω απ’ το εικονοστάσι, ανέβηκε πάνω, άπλωσε το ρικνό χέρι της, και ξανακατέβηκε μ’ ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, ομορφοσκαλισμένο και μαύρο σχεδόν απ’ την πολυκαιρία. Πήρε ένα μικρό μπακιρένιο μα καλογανωμένο τάσι με σιδερένιο χερούλι, έχυσε νερό απ’ τη λαγήνα της τη ραϊσμένη και ξαναμπαλωμένη με ειδικό στουπί, και βύθισε μέσα το σταυρό. Αυτός άρχισε να βγάζει φουσκάλες και φουσκαλίτσες, που ανέβαιναν, η μια ξοπίσω στην άλλη στην επιφάνεια του νερού, σα να κυνηγιούνταν!...
-Πώ!... πώ… πώ…Κόνα-Σουλτάν’!... Είνι πουλύ βασκαμένου του πιδί!... κακό μάτ’ του πέρασι!...
Άνοιξε το καφάσι που ’ταν στον τοίχο, πήρε δυο-τρία καραφύλια (γαρίφαλα), άναψε ένα σπίρτο, και τα ’καψε ένα-ένα, κι αυτά σπίθισαν δυο-τρεις φορές, σκάζοντας με θόρυβο. Τα ππέταξε ύστερα μισοαναμμένα μέσ’ στο τάσι, κι έσβησαν μ’ ένα χαρακτηριστικό τζιτζίρισμα… Βγήκε κατόπι στην αυλή της, έκοψε δυο-τρία κλωνιά σγουρό βασιλικό και ρίχνοντάς τα μέσα είπε:
-Πάρ’ του τάσ’ Κόνα-Σουλτάν’… κι ράντ’σι καλά του πιδί τρεις φουρές!... θα πέσ’ φλόουσ’ κι θα γιάν’… Δόσ’ του κι από μένα χιριτίσματα κι πε του περαστικά!... Να γιάν’ αγλήγουρα κι να έρτ’ να μασ’ όσα γιρίκια θέλ’ καρδιά τ’… Δεν έχ’ τίπουτα του πιδί… Είνι βασκαμένου!...
Ήρθε η γιαγιά μου η μακαρίτισσα, μου ανιστόρησε τα καθέκαστα, μου ’φερε τα χαιρετίσματα και τα περαστικά της Μάνης-Φωτεινής, και μου ’πε πως με περιμένι να μου δώσει όσα γιρίκια θέλω… Με ράντισε καλά τρεις φορές με τα’ αγιασμένο νερό, έκαμα την προσευχή μου, και κοιμήθηκα κείνο το βράδυ ήσυχα κι ανάλαφρα σαν το πουλί. Τη νύχτα είδα στ’ όνειρό μου μια γυναίκα νέα κι όμορφη, σαν την Αγιά-Παρασκευή, όπως την έβλεπα στο κόνισμα της, που βρίσκεται σε κάποιο ξωκλήσι του Κάστρου. Κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό καλαμένιο πανεράκι, ξέχειλα γεμάτο με ωραία, κίτρινα σα φλουριά, ώριμα, γυαλιστερά, λιμπισμένα γιρίκια, και μου τα πρόσφερνε χαμογελώντας … Όταν όμως κοντοζύγωσα, τα γιρίκια γίνηκαν κατακόκκινα, μεγάλα κι ώριμα κεράσια.
Το πρωί ξύπνησα απύρετος. Είχα γίνει εντελώς καλά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου