ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με τον όρο Σηροτροφία προσδιορίζεται η δραστηριότητα και η ανθρώπινη ενασχόληση που έχει να κάνει με δύο ξεχωριστούς αγροτικούς κλάδους. Ο πρώτος είναι η καλλιέργεια της μουριάς, που ανήκει στην φυτική παραγωγή και εξασφαλίζει την διατροφή του μεταξοσκώληκα. Ο δεύτερος είναι κλάδος της ζωικής παραγωγής, η εκτροφή των μεταξοσκωλήκων. οι οποίοι με βιολογική εξέλιξη διάρκειας 30 ημερών μεταμορφώνονται σε φούσκες, που με ειδική τεχνική επεξεργασία δίνουν το ευγενές προϊόν το μετάξι.
Η Σηροτροφία στην πολύχρονη ιστορία της (η πρώτη αναφορά φθάνει στην 4η χιλιετία π.χ.) αποτέλεσε έναν πολυσύνθετο κλάδο της αγροτικής οικονομίας, όπου και αν ασκήθηκε, από την μακρινή Κίνα μέχρι και την Θράκη, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ιστορική, κοινωνική, πολιτισμική και οικονομική εξέλιξη των τοπικών και με ευρύτερα όρια εθνικών κοινωνιών.
Οι δρόμοι του μεταξιού, ο οδικός από την ενδοχώρα της Κίνας μέχρι την Κωνσταντινούπολη την πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και ο δια θαλάσσης από τα παράλια της ανατολικής Ασίας μέχρι τα εμπορικά λιμάνια της Μεσογείου του Μεσαίωνα αποτέλεσαν τους διαύλους επικοινωνίας των προηγμένων πολιτισμών της Ανατολής με τις τότε αναπτυσσόμενες Ευρωπαικές χώρες.
Η Θράκη που βρέθηκε επάνω στο δρόμο του μεταξιού αλλά και χωροθετημένη στο επίκεντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν από τις πρώτες περιοχές της Ευρώπης που δέθηκε τις επιδράσεις και ανάπτυξε την σηροτροφία από την εποχή του Ιουστιανού.
Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα στα περισσότερα χωρία του Ν. Έβρου η σηροτροφία αποτελούσε αποδεδειγμένα ίσως τον σημαντικότερο κλάδο της αγροτικής οικονομίας. Η εκτροφή των μεταξοσκωλήκων και η επεξεργασία του μεταξιού δεν ήταν μόνο μια παραγωγική διαδικασία, αλλά αποτελούσε ένα μεγάλο κομμάτι του τρόπου ζωής των τοπικών κοινωνιών. Ήταν άμεσα και στενά συνδεδεμένη με την καθημερινότητα, με πολύπλευρες προεκτάσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή με την δημογραφική αλλά και ιστορική εξέλιξη του τόπου.
Το προϊόν αυτής της δραστηριότητας το μετάξι ήταν και εξακολουθεί να είναι είδος πολυτελείας, έτσι επηρεάζεται άμεσα από τις τοπικές, εθνικές, αλλά και τις διεθνείς οικονομικές συγκυρίες, αφού ο κύριος όγκος έφευγε στα εμπορικά κέντρα της Αθήνας και Θεσσαλονίκης ή εξάγονταν στην Ευρώπη, (Γαλλία, Ιταλία κλπ).
Ύστερα από μία πολυκύμαντη πορεία με ισχυρά καθοδική τάση για περισσότερο από 50 χρόνια, μόλις τα τελευταία χρόνια φάνηκαν κάποια στοιχεία ανάκαμψης και αναθέρμανσης του ενδιαφέροντος, κυρίως νέων αγροτών να ασχοληθούν συστηματικά με τον κλάδο, ο οποίος δυστυχώς στους παλαιότερους έχει αφήσει πολλές κακές αναμνήσεις και επώδυνες εμπειρίες, λόγω του ανεξέλεγκτου και ληστρικού τρόπου εμπορίας της παραγωγής. Την πρωτοβουλία αυτή την ενθαρρύνει κυρίως η Ενωμένη Ευρώπη με τα διάφορα αναπτυξιακά προγράμματα, αφού
- Η σηροτροφία είναι ένας παραδοσιακός κλάδος αγροτικής οικονομίας που ασκείται ακόμη σε ελάχιστες απομονωμένες περιοχές 2-3 χωρών της Ευρώπης.
- Το φυσικό μετάξι είναι ένα ανεκτίμητο υλικό από κάθε πλευρά. Άριστο προϊόν υψηλής μόδας με καλλιτεχνική, βιομηχανική αλλά και οικολογική αξία.
- Η παραγωγή μεταξιού τόσο στην Ελλάδα όσο στην Ευρώπη αλλά και την Αμερική είναι άκρως ελλειμματική.
- Η σηροτροφία αποδίδει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μόλις 35-45 ημέρες, ένα αρκετά ικανοποιητικό εισόδημα σε εποχή ενωρίς το καλοκαίρι, που ο αγρότης δεν έχει άλλα έσοδα. Μπορεί δε να αποτελέσει συμπληρωματικό εισόδημα και για άλλες τάξεις εργαζομένων.
ΕΞΕΛΙΞΗ
Η περιοχή της Θράκης έχει μία μεγάλη ιστορία στον τομέα της σηροτροφίας και μεταξουργίας, αφού είναι μία από τις πρώτες περιοχές που διαδόθηκε ο κλάδος στον δυτικό κόσμο αμέσως μετά την μεταφορά του από την Κίνα στην εποχή του Βυζαντίου πριν από 1450 χρόνια. Στη πορεία του γνώρισε μεγάλες δόξες στις αρχές του 20ού αιώνα κάτι που το μαρτυρούν ακόμη τα κουφάρια των Μεταξουργείων στο Σουφλί, τα μεγάλα κουκουλόσπιτα στο Σουφλί, Διδυμότειχο, ακόμα και σε πολλά χωριά, αλλά και οι υπεραιωνόβιες μουριές που βρίσκονται διάσπαρτες σε αυλές σε δενδροστοιχίες και σε αγρούς σε όλο τον όλο το νομό Έβρου.
Στις 2 πρώτες 10ετίες του αιώνα το 60% των κατοίκων του Έβρου ασχολείται άμεσα ή έμμεσα με την σηροτροφία. Οι περισσότεροι σαν σηροτρόφοι εκτροφείς, ένας μεγάλος αριθμός ανδρών αλλά κυρίως γυναικών σαν εργάτες μεταξουργίας και λιγότεροι με την μεταποίηση (οικοτεχνία) και το εμπόριο. Στο Σουφλί λειτουργούν 4 Μεταξουργία που απασχολούν περισσότερους από 1.600 εργατοτεχνίτες. Η παραγωγή του μεταξωνήματος στο σύνολό του εξάγεται στην Γαλλία και Ιταλία, στις αγορές της Λυών και του Μιλάνου, που είναι τα κέντρα εμπορίου αλλά και μεταποίησης του μεταξιού. Η αναπαραγωγή των αβγών του μεταξοσκώληκα, με επιστημονικό τρόπο, μία πολύ προχωρημένη γενετική βελτίωση και τεχνολογία για την εποχή της αλλά και για σήμερα, γίνεται στο Σουφλί από σηροτρόφους που εκπαιδεύτηκαν στο αντικείμενο τα πρώτα χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Προύσσας στην Τουρκία και από το 1920 στο νυν Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η παραγωγή των χλωρών κουκουλιών πλησιάζει τους 1500 τόνους, που είναι πολύ περισσότερη από την συνολική παραγωγή της τότε ελεύθερης Ελλάδας.
Το 1920 με την απελευθέρωση της Θράκης και την χάραξη των Ελληνοτουρκικών συνόρων με όριο τον ποταμό Έβρο τεράστιες εκτάσεις φυτεμένες με μουριές, που ήταν περιουσία ελλήνων αγροτών έμειναν από την άλλη πλευρά του ποταμού και έτσι συρρικνώθηκε αρκετά η παραγωγή των κουκουλιών στο νομό Έβρου. Την πρώτη χρονιά μετά την ενσωμάτωση στην Ελλάδα καταγράφεται στους 1.330 τόνους νωπά κουκούλια (Πίνακας 1).
Πίνακας 1.
|
ΕΤΟΣ |
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΝΩΠΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΙΩΝ |
ΠΑΡΑΓΩΓΗ Ν. ΕΒΡΟΥ ΝΩΠΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΙΩΝ |
ΠΟΣΟΣΤΟ Ν. ΕΒΡΟΥ |
|
1920 |
2.300.000 Κιλά |
1.300.000 Κιλά |
56,5% |
|
1927 |
2.588.000 |
830.000 |
32,1 |
|
1938 |
2.990.000 |
970.000 |
32,4 |
|
1948 |
1.260.000 |
505.000 |
40,1 |
|
1957 |
923.000 |
453.000 |
49,0 |
|
1966 |
710.000 |
360.000 |
50,7 |
|
1975 |
332.000 |
232.000 |
69,8 |
|
1980 |
164.000 |
112.000 |
68,3 |
|
1985 |
35.000 |
23.500 |
67,1 |
|
1987 |
5.200 |
3.800 |
73,1 |
|
1990 |
25.000 |
23.500 |
94,0 |
|
1995 |
16.000 |
15.200 |
95,0 |
|
1999 |
17.000 |
16.420 |
96,6 |
|
2003 |
2.000 |
2.000 |
100 |
Στο τέλος της 10ετίας του 1920 ξεσπά η μεγάλη οικονομική κρίση, το μετάξι σαν είδος πολυτελείας δέχεται το πρώτο μεγάλο χτύπημα. Το προϊόν δεν μπορεί να πουληθεί και κατά επέκταση η παραγωγή περιορίζεται. Έτσι και στον Έβρο η παραγωγή των νωπών κουκουλιών πέφτει κάτω από τους 1000 τόνους.
Στα μέσα της 10ετίας του 1930 αρχίζει η ανάκαμψη όμως για μικρή περίοδο. Η κήρυξη του παγκόσμιου πόλεμου και στην συνέχεια ο εμφύλιος ερήμωσε την ύπαιθρο και αφαίρεσε πολλά εργατικά χέρια από ένα κλάδο με μεγάλη ένταση εργασίας.
Οι δυσμενείς επιδράσεις των πολεμικών δραστηριοτήτων επηρεάζουν τον κλάδο για όλη την 10ετία του 40. Η μετακίνηση των αγροτικών πληθυσμών προς τα αστικά κέντρα για οικονομικούς αλλά και πολιτικούς λόγους την 10ετία του 50 είχε ανάλογες δυσμενείς επιπτώσεις για την σηροτροφία με αποτέλεσμα η παραγωγή να συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο και μειωθεί στο μισό της προηγούμενης 10ετίας.
Την επόμενη 10ετία του 60, όχι μόνο δεν ήρθε η ανάκαμψη αλλά δέχεται νέο πλήγμα με την εμφάνιση των συνθετικών ινών (νάιλον, περλόν, ρεβλόν, ορλόν κλπ). Οι ίνες αυτές έφεραν επανάσταση στην υφαντουργία, όχι μόνο με το χαμηλό κόστος αλλά και την καταναλωτική μανία για προιόντα νέας τεχνολογίας εκτόπισαν το κατά πολύ ανώτερο σε ποιότητα φυσικό μετάξι. Η τιμή και η ζήτηση των μεταξωτών πέφτει κατακόρυφα. Τα κουκούλια μένουν αδιάθετα στα χέρια των παραγωγών, οι οποίοι δεν μπορούν να τα αποθηκεύσουν ή να τα μεταποιήσουν και πέφτουν θύματα της εκμετάλλευσης του εμπορίου. Ή αντίστροφή μέτρηση άρχισε, οι αγρότες ψάχνουν νέες εναλλακτικές καλλιέργειες και αρχίζουν να ξεριζώνουν τις μουριές. Η παραγωγή των κουκουλιών μέσα σε 10 χρόνια μειώνεται περισσότερο από 50%.
Τέλος στην 10ετία του 70, η σηροτροφία δέχεται ακόμη ένα χτύπημα, ίσως το σημαντικότερο που δεν την επέτρεψε από εκεί και πέρα να ανακάμψει, γιατί πλέον αποδιοργανώθηκε όλη η υποδομή της. Την 10ετία αυτή αρχίζει η αναδιάρθρωση και η εκμηχάνιση της ελληνικής γεωργίας. Ο αναδασμός γίνεται η αιτία να ξεριζωθούν χιλιάδες στρέμματα μορεώνων. Τα αρδευτικά έργα προσφέρουν φθηνό και άφθονο νερό. Νέες καλλιεργητικές τεχνικές εισάγονται στην γεωργία με την χρήση των μηχανημάτων. Με την χρήση νέων εισροών, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και νέων ποικιλιών αναδύονται νέες δυναμικές καλλιέργειες, καλαμπόκι, τεύτλα, βαμβάκι, που προσφέρουν υψηλό εισόδημα με λίγη σχετικά χειρονακτική εργασία. Η σηροτροφία είναι ακόμη αγκιστρωμένη στον παλιό παραδοσιακό τρόπο άσκησής της. Απαιτεί πολλά εργατικά χέρια, δεσμεύει την οικογένεια συνεχώς όλο το 24ωρο 7 ημέρες την εβδομάδα, ασκείται σε χώρους του σπιτιού (σαλόνι, δωμάτια) που η νοικοκυρά θα προτιμούσε να τους είχε για άλλες χρήσεις. Οι νέοι αγρότες δεν έχουν πλέον κίνητρα να ασχοληθούν με ένα όχι μοντέρνο κλάδο, ενώ οι παλαιότεροι έχουν γευτεί πολλές πίκρες και απογοητεύσεις με τα παιχνίδια των τιμών των εμπόρων. Έτσι σχεδόν εγκαταλείπεται από τους περισσότερους αγρότες και ιδιαίτερα από τους νέους και μεγαλοπαραγωγούς. Η παραγωγή φθίνει με επικίνδυνους για το μέλλον της ρυθμούς και πέφτει κάτω και από τους 100 τόνους.
Στην 10ετία του 80, αυτή η τόσο σημαντική για την περιοχή του Έβρου, (αφού σε όλη την άλλη Ελλάδα προ πολλού έχει σβήσει) οικονομική δραστηριότητα τείνει πλέον να εξαφανισθεί. Η παραγωγή σχεδόν εκμηδενίζεται, κατρακυλά στα 3.800 κιλά το 1987, οι ελάχιστοι εναπομείναντες σηροτρόφοι είναι τελείως απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι από την αδιαφορία και την πολιτική, που ασκεί το υπουργείο Γεωργίας στο θέμα αυτό. Αυτοί που παραμένουν είναι περισσότερο δεμένοι συναισθηματικά παρά αποβλέπουν στο οικονομικό όφελος. Χωρίς υπερβολή σίγουρα και αυτοί θα χανότανε και θα έσβηνε ο κλάδος εάν δεν κινητοποιούνταν την τελευταία στιγμή μερικοί αθεράπευτα ρομαντικοί με το αντικείμενο στο Σουφλί να ιδρύσουν την Δημοτική Επιχείρηση Σηροτροφίας Μετάξης Σουφλίου (ΔΕΣηΜεΣ). Γύρω από τον φορέα αυτό αναπτύσσονται κάποιες δράσεις με την βοήθεια της ΑΤΕ, ΕΤΒΑ, Υπουργείου Γεωργίας, Τοπικής Αυτοδιοίκησης και δίνεται μία αναλαμπή και παράταση ζωής.
Η ΔΕΣηΜεΣ στα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυσή της το 1986 αναπτύσσει πλούσιες δραστηριότητες. Συνεργάζεται με το Υπουργείο Γεωργίας και υλοποιεί αναπτυξιακά προγράμματα της τότε ΕΟΚ σε συνεργασία με την Ιταλία που είναι η μόνη Ευρωπαϊκή χώρα στην οποία ασκείται η σηροτροφία. Με χρηματοδότηση της ΑΤΕ έρχεται σε επαφή με Ιαπωνία (αποστολή Ελλήνων Γεωπόνων) και Κίνα (επίσκεψη Κινέζων ειδικών για να μελετήσουν την δυνατότητα εφαρμογής των νέων μεθόδων εκτροφής). Ανοίγει συνεργασία με Ερευνητικά Ιδρύματα και Πανεπιστήμια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για να μελετήσει τις ιδιαιτερότητες του κλάδου και την δυνατότητα μεταφοράς νέας τεχνογνωσίας. Εισάγει νέες ποικιλίες μουριάς και υβρίδια κουκουλιών από Κίνα και Ιαπωνία. Στις εγκαταστάσεις πειραματίζεται στις νέες τεχνολογίες, στην εκτροφή (πολλαπλές εκτροφές, εκτροφές υπό κάλυψη πλαστικού φιλμ), στα νέα υλικά κλαδώματος, στην αναπαραγωγή δένδρων με μοσχεύματα, στην νέα μορφή μορεώνων, κλπ. Συνεργάσθηκε με διεθνείς σηροτροφικές οργανώσεις για να προωθήσει τα συμφέροντα του κλάδου αλλά και βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα υλικά. Προσπάθησε να φτιάξει μία σηροτροφική μονάδα πιλότο σύμφωνα με τις νέες απαιτήσεις του κλάδου και να αποτελέσει ζωντανό παράδειγμα για άλλους αγρότες που θα θελήσουν να ασχοληθούν επιχειρηματικά με την σηροτροφία. Τέλος ύστερα από πολλές καθυστερήσεις και αναβολές η εγκατάσταση και λειτουργία του αναπηνιστηρίου φαίνεται ότι μπήκε στην τελική φάση.
Στα επόμενα χρόνια μέχρι και σήμερα παρά το ότι έχουν δοθεί αρκετά κίνητρα και οικονομικές ενισχύσεις από την Ενωμένη Ευρώπη και τα Εθνικά προγράμματα ελάχιστοι νέοι πίστεψαν και τόλμησαν να ασχοληθούν συστηματικά με την σηροτροφία.
ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Σήμερα η σηροτροφία ασκείται με τον παραδοσιακό τρόπο σε 2–3 θύλακες στο Σουφλί, στο Πρωτοκκλήσι και το Ασπρονέρι από σηροτρόφους μεγάλης ηλικίας. Μία προσπάθεια της ΕΑΣ Ορεστιάδας για εισαγωγή μουριών από Βουλγαρία, Ιαπωνία και τεχνική υποστήριξη του κλάδου απέτυχε, όμως διατήρησε κάποιο ενδιαφέρον για τον κλάδο στην περιοχή. Έτσι με την ένταξη της μουριάς στο επενδυτικό νόμο περί δάσωσης αρκετοί αγρότες νέας σχετικά ηλικίας στον Βόρειο Έβρο έχουν ενταχθεί σε επιδοτούμενα προγράμματα και προσπαθούν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό να ασκήσουν την σηροτροφία με τις νέες μεθόδους εκμηχάνισης, όπως αυτές εφαρμόζονται σε χώρες της ανατολικής Ασίας. Το καίριο πρόβλημα που συνεχίζει να υπάρχει είναι η διάθεση της παραγωγής.
Μέχρι τα τέλη της 10ετίας του ’80 η τοπική παραγωγή απορροφούνταν από ένα παλιάς τεχνολογίας αναπηνιστήριο στο Σουφλί, το οποίο έκλεισε τελικά λόγω υψηλού κόστους λειτουργίας. Τότε εκδηλώθηκε έντονο ενδιαφέρον από την Ιαπωνική εταιρεία MITSUI να συνεργασθεί με την Ελλάδα στον τομέα της σηροτροφίας και απορροφούσε για 3-4 χρόνια τα κουκούλια, που τα συγκέντρωνε η ΕΑΣ Σουφλίου. Δυστυχώς η ελληνική γραφειοκρατία και δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία των εμπλεκόμενων φορέων δεν κατάφεραν να υλοποιήσουν μία συνεργασία με καλές προοπτικές.
Στην συνέχεια και με προτροπή των Ιαπώνων έγινε προσπάθεια η αναπήνιση να γίνεται στην γειτονική μας Βουλγαρία, η οποία διαθέτει σύγχρονο αναπηνιστήριο. Τα ανυπέρβλητα διαδικαστικά προβλήματα, που πάλι παρουσιάσθηκαν δεν επέτρεψαν την συνεργασία αυτή να διαρκέσει περισσότερο από 3 χρόνια, παρ’ όλο ότι υπήρχαν οφέλη και για τις δύο πλευρές. Τα τελευταία 5 χρόνια η παραγωγή των κουκουλιών παραμένει αδιάθετη στα χέρια των σηροτρόφων. Το εισόδημα τους προέρχεται αποκλειστικά από την επιδότηση της Ενωμένης Ευρώπης. Η διάθεση της παραγωγής είναι αδύνατη αφού δεν λειτουργεί προς το παρόν στην περιοχή μεταποιητική μονάδα. Αναμένεται ότι λειτουργία του αναπηνιστηρίου θα δώσει ένα επιπλέον κίνητρο στο να ασχοληθούν περισσότεροι αγρότες με την σηροτροφία, αφού θα απορροφήσει την παραγωγή και θα αυξήσει το εισόδημα.
Με τα πρόσφατα μέτρα της νέας ΚΑΠ και τα δεδομένα της Ελληνικής αλλά και γενικότερα της Ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής φαίνεται ότι υπάρχουν πολλές δυνατότητες ανάπτυξης του κλάδου. Ένα πάντρεμα του παραδοσιακού τρόπου εκτροφής με τις νέες μεθόδους και με την ένταξη σε ένα επιδοτούμενο πρόγραμμα μπορεί να αποτελέσει κίνητρο σε νέους αγρότες να δοκιμάσουν αυτή την δραστηριότητα.
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Η Σηροτροφία για τον Ν. Έβρου είναι ένας παραδοσιακός κλάδος συνδεδεμένος άμεσα με την ιστορία του τόπου και πρέπει να κρατηθεί ζωντανός με οποιοδήποτε κόστος για πολλούς και διάφορους λόγους, οικονομικούς, κοινωνικούς, ιστορικούς και γιατί όχι και εθνικούς. Οι προϋποθέσεις και οι προτάσεις για την αναβίωση της σηροτροφίας συνοπτικά είναι οι παρακάτω.
- Η εγκατάσταση και η λειτουργία του αναπηνιστηρίου το συντομότερο δυνατό, το οποίο θα απορροφήσει την τοπική παραγωγή, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να επεξεργάζεται και εισαγόμενα κουκούλια από τις γειτονικές χώρες, βουλγαρία, Ουκρανία για την παραγωγή μεταξιού που έχουν ανάγκη οι τοπικές βιοτεχνίες.
- Η ίδρυση ενός ερευνητικού σταθμού ή καλύτερα Ινστιτούτου Σηροτροφίας στο φυσικό χώρο που ασκείται η σηροτροφία. Το ινστιτούτο αυτό θα μελετήσει τα προβλήματα της σηροτροφίας και θα προσπαθήσει να δώσει τις κατάλληλες λύσεις. Θα εκπαιδεύει τους αγρότες στις νέες τεχνικές. Θα αποτελέσει τον τεχνικό σύμβουλο για όλα τα εξειδικευμένα θέματα εκτροφής και καλλιέργειας μουριάς. Θα μελετήσει την δημιουργία αναπαραγωγικού υλικού, αφού οι Ιάπωνες και οι Κινέζοι τα υβρίδια που παράγουν βασίζονται κατά πολύ σε τοπικές Ελληνικές φυλές μεταξοσκωλήκων.
- Η ένταξη των ενδιαφερόμενων αγροτών στο νόμο Δάσωσης κατά προτεραιότητα αυτών που ενδιαφέρονται να φυτεύσουν μουριές και να ασχοληθούν με την σηροτροφία.
- Η στενή συνεργασία του Υπουργείου Γεωργίας με το αντίστοιχο της Ιταλίας και η υποβολή προτάσεων στα όργανα της Ενωμένης Ευρώπης για την υποβολή προγραμμάτων στήριξης του κλάδου, αφού πληροφορίες από την Ιταλία λένε ότι υπάρχει αυτή η πρόθεση.
Μέχρι τώρα δυστυχώς έχει περάσει πολύς χρόνος με σπασμωδικές κινήσεις, αναβολές και καθυστερήσεις, έχουν δοθεί κατά τα γνωστά πολλές υποσχέσεις, ενώ έχουν μείνει ευκαιρίες αναξιοποίητες. Οι συγκυρίες για την αγροτική παραγωγή και την οικονομική επιβίωση της περιφέρειας είναι τέτοιες, που πλέον θα πρέπει οι φορείς και οι εμπλεκόμενοι παράγοντες να δουν το θέμα ζεστά να ασκήσουν πιέσεις τέτοιες που να δοθούν λύσεις και να γίνουν παρεμβάσεις προς την σωστή κατεύθυνση. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι σε μεγάλο βαθμό η Σηροτροφία αποτελεί την ταυτότητα της περιοχής μας και αυτήν πρέπει να την διαφυλάξουμε.
Δούλιας Κώστας
Γεωπόνος-Σηροτρόφος.
......................................................................................................................................................................................
Είχε δημοσιευθεί στον Βορέα(τεύχος 10) τον Μάρτιο 2006,πριν 20 χρόνια!



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου