Γιάννης Ρίτσος - ένα κεφάλαιο από το βιβλίο μου "Γιάννης Ρίτσος - Ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας" Ξάνθη, 2010, εκδ. Τελεία + Παύλα
ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
(1933 / 1934 και 1942)
Το 1935 ο Γιάννης Ρίτσος κυκλοφορεί την ποιητική του συλλογή « Πυραμίδες ». Ένα από τα ποιήματα της συλλογής, με τον τίτλο « Καταδίκη » αναφέρεται στον ποιητή και στην ποίηση, τη στιγμή που διαμορφώνεται η γενιά του ’30. Είναι ποίημα γραμμένο στο διάστημα Δεκέμβριος 1933 – Ιανουάριος 1934 και αποτελείται από 23 τετράστιχες στροφές.
Ο Αντώνης Σαμαράκης αναφερόμενος στη συλλογή αυτή γράφει ( στο ‘Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο’, Κέδρος, 1981, σελ. 130 ) : « Την αξία της πράξης, της συγκεκριμένης πράξης, την αξία της ποίησης όταν και αυτή είναι πράξη αγωνιστική, έχει νιώσει από το ξεκίνημά του ακόμα », ενώ ο Παντελής Πρεβελάκης ( στη Συνολική Θεώρηση του έργου ‘Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος’, Κέδρος 1981, σελ. 61 ) τονίζει : « Το βάρος των καθηκόντων που έχει αναλάβει ο επαναστάτης – ποιητής ».
Παραθέτουμε κάποια χαρακτηριστικά τετράστιχα από την « Καταδίκη » :
Εμείς, αγέρωχοι Ποιητές, φαιδρότατοι σοφοί,
με το λοφίο της έμπνευσης σα στρατηγοί σπουδαίοι,
το στράτευμα των συλλαβών κινούμε στη στροφή
κι αντιμαχόμαστε άφοβα της πόνους και τα δέη.
………………………………………………………
Κάμπιες, εμείς, χαράζουμε στα ρόδα της αυγής
με σάλιο και περίττωμα τα σχέδια του ‘Ωραίου’.
Της ώρες της καπνίζουμε στη ρέμβη της σιγής
κι όπιο ξερνάμε μοναξιάς, αμφιβολίας, μοιραίου.
Θε μου ,τι αστείοι που μοιάζουμε, στο βάθρο ακουμπιστοί
της έπαρσης, με ρόπαλο το ξύλο μιας φλογέρας.
Ορθοί πάνω στου σήμερα την κούφια κουπαστή
προσμένουμε, απ’ τη θάλασσα του μέλλοντος, το γέρας.
……………………………………………………………
Κι αν, ποιητή μου, ακόμη μιαν ίνα κρατάς γερή
για να μπορείς απ’ το κελί του ζόφου ν’ αποδράσεις,
καθώς θ’ ακούς έξω βαρύ του εργάτη το σφυρί
θ’ αναρρωνύεις στο πλούσιο φως της ομορφιάς της Δράσης.
*
Αν στα χρόνια του Μεσοπολέμου, κάτω από την επίδραση του Κ. Βάρναλη και του Κ. Καρυωτάκη, ο Ρίτσος με ένα καυστικό και ειρωνικό βλέμμα προσεγγίζει τον ποιητή και το ρόλο του, στα ζοφερά χρόνια της Κατοχής υπάρχει μια διαφορετική οπτική και ποιητική.
Το 1942 ( Αθήνα, Ιούλιος – Αύγουστος ) γράφει το ποίημά του « Η τελευταία π. Α. εκατονταετία »
( π. Α. = προ Ανθρώπου ).
Πρόκειται για μια ευρεία ποιητική σύνθεση που αποτελείται από είκοσι εφτά ενότητες, που περιέχουν στροφικά συστήματα περίπου είκοσι ελεύθερων στίχων η καθεμιά, με ποικιλία συλλαβών και μέτρων.
Ο Στέφανος Διαλησμάς ( στην ευσύνοπτη ‘Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου’, Επικαιρότητα 1981 ) γράφει για το ποίημα αυτό ανάμεσα στα άλλα ( σελ. 31 – 32 ) : « Το ποίημα αρχίζει με την οπισθοχώρηση στο Αλβανικό μέτωπο (…) συνεχίζει με την κατοχική τραγωδία και την αντίσταση (…) και τελειώνει με το όραμα ενός κοινωνικά και πολιτικά καινούριου κόσμου ». Ο Π. Πρεβελάκης ( ό.π., σελ. 116 ) σημειώνει ότι με το ποίημα αυτό « ο Ρίτσος αναλαμβάνει το χρέος να γίνει ο κήρυκας και ο υμνωδός της Αντίστασης ». Η Χρύσα Προκοπάκη που αφιέρωσε τη ζωή της στη μελέτη του έργου του Ρίτσου σε πολυσέλιδη εργασία της στο ‘Αφιέρωμα …’ του Κέδρου, αναφέρεται στη μεγάλη όπως λέγει σύνθεση « Η τελευταία π.Α. εκατονταετία » « μια συγκλονιστική απεικόνιση της κατοχικής βαρβαρότητας αλλά και της ανθρωπιάς των θυμάτων » ( σελ. 296-7 ), ενώ σε άλλο σημείο της εργασίας της παραθέτει τους τελευταίους στίχους του ποιήματος γράφει : « Με μεγαλύτερη σαφήνεια του κοινωνικού του περιεχομένου, ο αντίστοιχος συμβολισμός αναδύεται από την εποχή που, μέσα στο σκοτάδι της κατοχής, το 1942, το στέρεο όραμα της μελλοντικής αλλαγής, της γέννησης ενός ανθρώπινου κόσμου » ( σελ. 359 ).
Παραθέτουμε την τελευταία 27η ενότητα του ποιήματος :
ΜΕΓΑΛΑ κάτασπρα επίπεδα. Τετράγωνες ταράτσες.
Μεγάλη
ασβεστωμένη κάτοψη. Και τα τετράγωνα χωράφια
πράσινα καστανά και κίτρινα μες στη λιακάδα. Έμπαινε η άνοιξη. Κι ο καμινάδες
σα δάχτυλα χοντρά μαυρισμένα απ’ τα πολλά τσιγάρα
σε μεγάλες αγρύπνιες δουλειάς – δείχναν κάπου ψηλά πίσω απ’ τα σύγνεφα.
Ένα παράθυρο ανοίγει. Κι ένα άλλο. Αυτός σκουπίζει τον ιδρώτα του.
Καλημέρα – είπε. Καλημέρα. Ζέστη σήμερα. Μεγάλη ασβεστωμένη κάτοψη.
Κι η πινακίδα – ξύλινη τετράγωνη – αυτό όλο-όλο – είπε, τίποτ’ άλλο –
Στη διασταύρωση εκεί : « Από δω προς τον ήλιο ». Μεθαύριο
που θα περνάνε μες στον ήλιο με σημαίες κι εργαλεία
μπορεί και κάποιος να σταθεί μια σύντομη στιγμή και να ρωτήσει :
«Ποιος να ’γραψε με τόσο αδέξια γράμματα τούτη την πινακίδα ; »
Και κάποιος άλλος ίσως να θυμάται και να πει :
« Ο Γιάννης Ρίτσος – ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας ».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου