Του Γεωργίου Αναγνώστου
Καθηγητή Πολιτιστικών Σπουδών
Πολιτειακού Πανεπιστημίου Οχάιο
Προγράμματος Νεοελληνικών Σπουδών.
Είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για την Ορεστιάδα έξω από το πλαίσιο της νεοτερικότητας. Ιδρυμένη από τους πρόσφυγες από το Κάραγατς και την Αδριανούπολη η πόλη οφείλει κυριολεκτικά την ύπαρξή της σε γεωπολιτικές ανακατατάξεις συνδεδεμένες με τη νεοτερική μορφή πολιτικής συγκρότησης του έθνους-κράτους. Τα δόκανα της ιστορίας που εξανάγκασαν τόσες δημογραφικές ανακατανομές στην περιοχή δεν χαρίστηκαν τους Έλληνες αλλά και Αρμένιους, Εβραίους και άλλους κατοίκους της πολυεθνικής Αδριανούπολης. Το 1922, με την ανακωχή των Μουδανιών, παραχωρείται αρχικά η Αδριανούπολη στην Τουρκία μόνο για να ακολουθήσει την ίδια τύχη η περιοχή του Κάραγατς ένα χρόνο αργότερα, με την συνθήκη της Λοζάνης. Η επακόλουθη μαζική εκτόπιση των προαναφερόμενων πληθυσμών στην τότε περιοχή του Κουμ-τσιφλίκ, 17 χιλιόμετρα νότια του Κάραγατς, σημαδεύει την ίδρυση της σημερινής Νέας Ορεστιάδας.
Η πόλη λοιπόν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμπειρία του ξεριζωμού, της προσφυγιάς και της παγίωσης συνόρων μέσα από διεθνείς συνθήκες. Παίρνει οντότητα σε μια από τις τελευταίες πράξεις ενός ιστορικού δράματος, του περάσματος από την αυτοκρατορία στο έθνος- κράτος. Το επίθετο «Νέα» αντικατοπτρίζει συμβολικά το ποιόν την πηγή αυτής της μεταβολής, εγγράφοντας την πόλη στην ευρύτερη διεσπαρμένη γεωγραφία προσφυγικών κοινοτήτων. Από αυτήν τη σκοπιά η Ορεστιάδα είναι Νέα, όπως η Νέα Σμύρνη, η Νέα Ιωνία και η Νέα Φιλαδέλφεια.
Η πιο ορατή στην αίσθηση νεοτερική ιδιότητα της πόλης είναι η πολεοδομία της. Ο συμμετρικός της σχεδιασμός οργανωμένος γύρω από οριζόντιους και κάθετους άξονες παράγει έναν συμμετρικά δομημένο χώρο, ανακοινώνοντας την επικράτηση της ορθολογιστικής τακτοποίησης του φυσικού τοπίου. Αν η Ορεστιάδα δεν έχει ελικοειδή καλντερίμια, φιδωτά περάσματα, πολεοδομικά παιχνίδια όπου το γραμμικό και το καμπύλο συνωμοτούν στο να παραγάγουν την χωροταξική έκπληξη, είναι επειδή η πόλη είναι εγγεγραμμένη στη λογική της νεοτερικότητας: η λειτουργικότητα του σχεδιασμού της κάνει την πιθανότητα του να κάνει ένας επίσκεψη στην πόλη σχεδόν αδιανόητη.
Η νεοτερική ταυτότητα της πόλης παγιώνεται στην αρχιτεκτονική του τοπίου της, όταν η πολυκατοικία εισάγεται στις αρχές του 1970 και επικρατεί μετέπειτα ως κοινός τόπος του περιβάλλοντός της. Εδώ διαφαίνεται και ένα παράδοξο. Η πολυκατοικία, ως εικόνα της Ελληνικής νεοτερικότητας τονίζει την ιδιαιτερότητα της πόλης, διαφοροποιώντας την ακόμη πιο έντονα από τον αγροτικό περίγυρό της. Ταυτόχρονα όμως με αυτόν τον τρόπο η πόλη συμμετέχει σε μια εθνική τάση, αυτήν που εξυμνεί την πολυκατοικία σε κυρίαρχη αισθητική, ομογενοποιώντας με αυτόν τον τρόπο το μεταπολεμικό Ελληνικό αστικό τοπίο. Αλλά η εισχώρηση της πόλης στη νεοτερικότητα έλαβε χώρα σταδιακά και όχι αυτόματα, γεγονός που μας το υπενθυμίζουν οι περιβόητες λάσπες που την έπνιγαν και που ακόμα παραμένουν στην σχετικά πρόσφατη μνήμη των παλαιών κατοίκων.
Η νεοτερικότητα συνειδητά επενδύει στο παρελθόν και ιδιαίτερα στην αρχαιότητα: δημιουργεί μουσεία, διαφυλάσσει μνημεία, συγκροτεί συλλόγους πολιτιστικούς διατήρησης και συντήρησης, χρηματοδοτεί αρχαιολογικές ανασκαφές, ανασύρει στη μνήμη ακυρωμένες ονομασίες. Αυτή η πολιτική της μνήμης προσεγγίζει το παρελθόν σαν πηγή ταυτότητας και ορόσημο πολιτιστικής συνέχειας. Η Ορεστιάδα δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Οι μυθολογικές επεξηγήσεις της ονομασίας της την φέρουν σαν δημιουργία του Ορέστη, ο οποίος ακολουθώντας το μαντείο λούστηκε στη συμβολή των ποταμών Άρδα, Έβρου και Τούντζα για να εξιλεωθεί από το αμάρτημα της μητροκτονίας. Μια άλλη εκδοχή, η οποία επίσης πυροδοτεί την φαντασιακή ένταξη της πόλης στην αρχαιότητα φέρει την περιοχή σαν κατοικία των Ορεστιάδων νυμφών. Η πολίχνη μετέπειτα μετονομάστηκε σε Ουσκουδάμα, και μετά Αδριανούπολη, μέχρι που οι Ελληνικές αρχές ονόμασαν Ορεστιάδα το Κάραγατς, προάστιο της Αδριανούπολης το 1920. είναι αυτή η Παλιά Ορεστιάδα –πόλη εγγεγραμμένη στο χρόνο με αλλεπάλληλους επαναπροσδιορισμούς- σε σχέση με την οποία η Νέα Ορεστιάδα αποκτά την ταυτότητά της. Ο νέος οικισμός υπάρχει σε σχέση με κάτι που χάθηκε στην πολιτική γεωγραφία αλλά συμβολικά αναστήθηκε από την αρχαιολατρία του νεοτερικού και την πολιτική της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Να και η πρώτη ιστορική ερμηνεία όσον αφορά τη Νέα Ορεστιάδα: η πόλη ορίζεται από μια ταυτόχρονη παρουσία και απουσία. Ντυμένη στην αίγλη ενός μεγαλοπρεπούς αρχαίου ονόματος, έρχεται κατά πρόσωπο μόνο με την παντελή απουσία αρχαίων ερειπίων στον ιστό της. Δεν υπάρχει έστω ένα αρχαιολογικό μουσείο που να προσδίδει μια υλική οντότητα στον συμβολισμό του ονόματός της.
Αντίθετα, άλλα στοιχεία της κοινωνίας όπως ο παραδοσιακός πολιτισμός, ιδιαίτερα ο συνυφασμένος με την γεωργική οικονομία, αλλά και η αστική θρησκευτική διάσταση της ιστορίας της πόλης αναδεικνύονται μουσειακά. Μια επίσκεψη στο τοπικό λαογραφικό μουσείο θα οδηγήσει τον επισκέπτη σε ένα παρελθόν διεσπαρμένο ε παραδοσιακά σκεύη, ενδυμασίες, κοσμήματα, κεντήματα, εργαλεία, έπιπλα και εκκλησιαστικά κειμήλια. Και μια επίσκεψη στους εθνικούς εορτασμούς της πόλης, τα Ορέστεια, θα υπογραμμίσει τη συνεχιζόμενη σημασία του τοπικού χορού και τραγουδιού στη λαϊκή έκφραση.
Στη νεοτερικότητα το τοπικό εγγράφεται στο εθνικό και συνδέεται οργανικά μαζί του. Χρήσιμη θα ήταν σε αυτό το σημείο η χαρτογράφηση όλων εκείνων των τοπικών δεσμών και πρακτικών που αναδεικνύουν την πόλη πέρα από τα όρια της. Εδώ θα περιοριστώ να αναφέρω την ομάδα βόλεϊ και το Θεατρικό Εργαστήρι, προϊόντα επίπονης και επίμονης εργασίας, που έρχονται αβίαστα στο νου ως παραδείγματα. Οι επιτυχίες τους οικειοποιούν τον Ελληνικό κοινό με την Ορεστιάδα, προβάλλοντας στο εθνικό φαντασιακό μια θετική πρόσληψή της. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργούν σαν σημασιολογικό αντίβαρο, παραμερίζοντας αρνητικές προσλήψεις της περιοχής όπως η ρετσινιά «γκατζολία», προϊόν φανταρικών ανεκδοτολογικών χαρακτηρισμών.
Εδώ θα ήθελα να σταθώ για λίγο σε έναν λειτουργικό ιστό που ιστορικά συνέδεε την πόλη με την υπόλοιπη χώρα αλλά και το εξωτερικό. Αναφέρομαι στον σιδηρόδρομο που την εποχή της δόξας του –πριν την ευρεία διάδοση των οδικών μέσων μεταφοράς- λειτουργούσε σαν αφετηρία και νευραλγική αρτηρία. Αφετηρία γιατί από τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης αναχωρούσαν γενιές φτωχών μεταναστών με τελική κατεύθυνση την Δυτική Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία. Η περίφημη αμαξοστοιχία ΕΒΡΟΣ 603 ήταν ο διάδρομος μετατροπής αγροτών σε εργάτες σε δυτικά εργοστάσια και εστιατόρια. Ο παλιός σταθμός, τώρα εγκαταλελειμμένος, ήταν μάρτυρας αυτών των μαζικών μεταναστευτικών εξόδων, μια υπενθύμιση πως οι τοπικές κοινωνίες δεν είναι ποτέ αποκομμένες από διεθνείς εξελίξεις και οικονομικά κέντρα.
Για μια εποχή και σε μια μικρότερη κλίμακα η εν λόγω αμαξοστοιχία έχαιρε επίσης προτιμήσεως και από επαγγελματίες, φοιτητές και στρατιώτες. Ποιός από τη γενιά μου δεν θυμάται τον Έβρο το 1970 με τον επιβλητικό κεντρικό του προβολέα να τον μετατρέπει σε έναν ατσαλένιο κύκλωπα ο οποίος ασθμαίνοντας για με βρυχηθμούς μετέφερε το ανθρώπινο φορτίο του στο αλλού… Αφετηρία ελπίδων για πολλούς, φυγής για άλλους, τούνελ πραγμάτωσης τρελών φοιτητικών ερώτων για τους τυχερούς, αναγκαστικού ταξιδιού για πολλούς, εκδρομής για παρέες, επιστροφής για φαντάρους.
Αν μου επιτρέπετε μια σύντομη αυτοβιογραφική αναφορά, απολάμβανα θυμάμαι την αναχώρηση του βραδινού ΕΒΡΟΥ μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία. Παρακολουθώντας τον μέσω του πευκώνα –που φυτεύτηκε από τους Γάλλους σχεδιαστές σαν ένας τρόπος ηχομονωτικής προστασίας της πόλης από τις διερχόμενης αμαξοστοιχίες (τι υπέροχη κοινωνική ευαισθησία!)- αισθανόμουν ότι συμμετείχα σε μια συμβολική τελετουργία. Για να εκτιμήσει πλήρως κανείς αυτήν την εμπειρία θα πρέπει να γνωρίζει ότι οι σιδηροδρομικές γραμμές είναι χαραγμένες στην ανατολική άκρης της πόλης, και την διαχωρίζουν από τον παρακείμενο αγροτικό κάμπο. Έτσι λοιπόν που η αμαξοστοιχία διέσχιζε τα αστικά όρια της πόλης ήταν σαν υπογράμμιζε με τον όγκο της αυτά τα σύνορα, αυτόν τον συμβολικό διαχωρισμό μεταξύ του φυσικού και του αστικού τοπίου. Την ίδια στιγμή τα προκείμενα πεύκα διέσπαζαν τη συνέχεια της αμαξοστοιχίας. Λειτουργούσαν σαν διαχωριστικές οριζόντιες λωρίδες θρυμματίζοντας τη συνέχειά της με αποτέλεσμα μια αισθητική πανδαισία και εφηβική συνειδητοποίηση. Για κλάσματα του δευτερολέπτου αυτή η εμπειρία φωτογράφιζε την ασυνέχεια στη συνέχεια. Στη θέα της κινούμενης οντότητας αλλά και διακοπτόμενης αμαξοστοιχίας αιχμαλώτιζα την ασυνέχεια σαν αναπόσπαστο μέρος της συνέχειας. Την ήθελα σαν κινηματογραφική την εικόνα αυτή, κάτι που να αντιπαραθέτει το πραγματικό με το φανταστικό, το υλικό με το άϋλο, το συγκεκριμένο με το αφηρημένο. Ο ΕΒΡΟΣ παρουσιαζόταν σαν χειροπιαστή δυνατότητα να εμπλακεί κανείς σε αυτήν την τροχιά του κινούμενου και του σταθερού. Κάποιο βράδυ του 1975 με ευθυγράμμισε και μένα προσωπικά ο Ορεστιαδίτικος σιδηρόδρομος σε αυτήν την ακατάπαυστη τροχιά.
Βέβαια η ένταξη του τοπικού στο εθνικό δημιουργείται και στο συμβολικό επίπεδο, μέσω κυρίαρχων αναπαραστάσεων που έχουν την ικανότητα να διαμορφώνουν την κοινωνική συνείδηση. Οι «μεγάλες» νεοτερικές αφηγήσεις της εθνικό-θρησκευτικής ταυτότητας και του πατριωτισμού εντάσσουν την πόλη στο έθνος. Ιδιαίτερα αυτήν την πόλη λόγω της νευραλγικής και ευαίσθητης γεωπολιτικής θέσης ως μεθοριακής αμυντικής ζώνης. Η υπόκλιση της πόλης σε αυτού του είδους το λόγο είναι ορατή στα δημόσια μνημεία τα οποία τιμούν πολεμιστές εθνικών αγώνων και εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες. Απούσα βέβαια δεν είναι και η μνημειακή παρουσία του ξεριζωμού και της προσφυγικής ταυτότητας, όπως στην ανάγλυφη σύνθεση του Βασίλη Κυριακίδη «Σ’ αυτούς που έστησαν αυτήν την πόλη». Τιμώντας αυτή τη διάσταση, το λεύκωμα «Η Ορεστιάδα μας», προϊόν συλλεκτικού κόπου και μόχθου του Τάκη Χρ. Τσονίδη, ανοίγει με τους εξής στίχους του θείου μου Σωκράτη Αντωνιάδη:
Στα σύνορα καμαρωτή
φαντάζει πόλη διαλεγμένη
Αφού κατόρθωσες φτωχή
Να ριζώσεις ξεριζωμένη.
Αλλά θα έλεγε κανείς ότι η Ορεστιάδα γενικά ευτύχησε να αναπαρασταθεί μέσω εναλλακτικών αφηγήσεων που ενδιαφέρθηκαν να καταγράψουν και να αναλύσουν το μερικό και όχι το όλο, το παραμελημένο και όχι το επικρατέστερο, το διαφορετικό και όχι το μνημειακά αποδεκτό, το απόκεντρο και όχι το κεντρικό, το εκκεντρικό και όχι το κανονικό, το στιγματισμένο και όχι το επίσημο. Η πόλη δεν έχει συναντήσει τον μυθιστοριογράφο της, τον ποιητή της και τον καλλιτέχνη της που θα την εκτόξευαν στο χώρο της μυθοπλασίας της παραπάνω πολιτιστικής γεωγραφίας.
Ερχόμενος αντιμέτωπος με αυτήν την έλλειψη, συχνά πλαισίωνα την πόλη με το ερώτημα, «τι και αν άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων συστηματικά προσέγγιζαν και την Ορεστιάδα σαν αντικείμενο αφήγησης…». Τι εικόνες της πόλης παραδείγματος χάριν θα αποθανάτιζε ο φωτογράφος Σπύρος Μελετζής να αποφάσιζε να συμπεριλάβει και την Ορεστιάδα στην φωτογραφική του περιοδεία στο νομό Έβρου… Θα τον έλκυε η λαϊκή αγορά, ή κάτι άλλο, και ποιο … Θα του έλκυε το ενδιαφέρον η οδός Αποστολάκη με τα «καταστήματα νεωτερισμών» που με αυτήν την ονομασία τους κατέθεταν μια ακόμη υπογραφή στην απογραφή των νεοτερικών στοιχείων της πόλης…
Και πιο πρόσφατα, τι θα συνέβαινε αν ο Θανάσης Παπαθανασίου, σαν σεναριογράφος της ταινίας Safe sex, έριχνε το σατιρικό του βλέμμα στην πόλη που πλαισίωσε την παιδική του ηλικία… ποιο ρόλο άραγε έπαιξε η πόλη στη διαμόρφωση του Θανάση συγγραφέα… Και τι θα μας διηγούνταν ο ίδιος, προς τα πού θα έστρεψε τα καυστικά βέλη του, τι θα ανέσυρε από την αφηγηματική φαρέτρα του αν αποφάσιζε να γράψει για την γενέτειρά του… Τί πάλι κι αν ο Μισέλ Φάϊς, στον οποίο η Κομοτηνή χρωστάει μια συναρπαστική μυθιστορηματική ανάπλαση της πολυσχιδούς ιστορίας της, περιελάμβανε στα ενδιαφέροντά του και την Ορεστιάδα… Τι υπόγειες ιστορικές διαδρομές θα ανακάλυπτε και τι είδους καθρέφτες θα τοποθετούσε στα πεδία της όρασής μας… Τι κι αν επίσης οι εκατοντάδες χιλιάδες φαντάροι που έχουν υπηρετήσει στην πόλη, και πιο πρόσφατα οι φοιτητές, περιέγραφαν τον τρόπο με τον οποίο την βίωσαν…
Γιατί στέκομαι και επιμένω σε αυτά τα υποθετικά σενάρια… Επειδή είναι πλέον κοινός τόπος ότι η Ορεστιάδα μπαίνει ραγδαία σε μια καινούργια εποχή όπου το τοπικό, το περιφερειακό, το διεθνικό –και επομένως το κοσμοπολίτικο- υπόσχονται πρωτοφανείς και πρωτογενείς συνδυασμούς στην περιοχή. Αυτόν τον υπό διαμόρφωση πρωτόγνωρο οικονομικό, πολιτιστικό και πολιτικό τοπίο γενικά παραμένει αχαρτογράφητο και σε κάποιο μη προβλέψιμο, μια και εξαρτάται από πολλαπλές συγκρίσεις. Επιμένω να εντοπίζω την σπανιότητα των αφηγήσεων για την πόλη επειδή η απάντηση στην ερώτηση το πώς θα φανταστούμε το μέλλον της θα εξαρτηθεί κατά ένα βαθμό από το είδος του λόγου που είμαστε σε θέση να αρθρώσουμε για το θέμα. Η παραγωγή δημιουργικών αφηγήσεων από το ανθρώπινο κεφάλαιό της είναι αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας του επαναπροσδιορισμού της Ορεστιάδας στις νέες συνθήκες. Το θέατρο, η ποίηση, το μυθιστόρημα, το ντοκιμαντέρ, η έρευνα, η διεθνολογική ακαδημία, το χρονογράφημα, η εθνογραφία και η δημοσιογραφία… Αν δεν συμβάλλουν οι φορείς τους στην παραγωγή μιας συμβολικής χαρτογραφίας που να βοηθάει να φανταστούμε και επομένως να υλοποιήσουμε με κάποιο όραμα και πολιτική την μελλοντική πόλη, τότε ποιος … οι τεχνοκράτες και οι καριερίστες ….
Όπως οι εθνογράφοι ξέρουν πολύ καλά, κάποια καθημερινά σχόλια που εντοπίζουν καινούργιες συνήθειες και επιθυμίες προσφέρονται σαν ένας αρχικός μίτος ώστε να αρχίσουμε να ανιχνεύουμε –ψηλαφίζουμε ακριβέστερα- αυτήν την πολύπλοκη νέα γεωπολιτική και κοινωνική γεωγραφία. Ακούει κανείς, παραδείγματος χάριν, κατοίκους να εκφράζουν την επιθυμία να πιούν καφέ στην Οδησσό, ή να οδηγήσουν στη Σοφία για πρωινό και στο Βουκουρέστι για βραδινό. Όσοι μάλιστα έχουν την οικονομική δυνατότητα, το κάνουν. Επίσης, γάμοι και έρωτες με ανθρώπους από γειτονικές χώρες είναι πλέον γεγονός και θέμα συζήτησης. Πρόσθετα, σκέψεις για την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής με βάση την ιδιότητά της ως τριεθνούς εμφανίζονται με ιδιαίτερη συχνότητα. Μια νέα γεωγραφία γεννιέται λοιπόν στις συνειδήσεις των κατοίκων, δίνοντας μια νέα έκφραση στην ιστορική λειτουργία της περιοχής σαν σταυροδρόμι πολιτισμών. Αυτή η πραγματικότητα που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας υπόσχεται συναρπαστικές προοπτικές ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει τεράστιες οικονομικές και πολιτιστικές προκλήσεις.
Δεν θα μπω εδώ στο παιχνίδι των προβλέψεων και των συμβουλών το πώς η πόλη πρέπει να τοποθετηθεί απέναντι σε εθνικά και Ευρωπαϊκά κέντρα, να παζαρεύει επενδύσεις, να αναπτύσσει πρωτοβουλίες, να τονώσει την δημιουργική πολιτιστική παραγωγή, και να μετατραπεί επιτέλους από μια παραμελημένη περιφέρεια σε ένα διεθνικό κέντρο. Θέλω μόνο να κάνω την εξής επισήμανση: ο τόπος εισέρχεται σε αυτήν την μετανεοτερική εποχή της σύμμειξης και διαπολιτιστικής συνύπαρξης με τις συντεταγμένες ενός νεοτερικού παρελθόντος ακόμα βαθιά χαραγμένου στη συλλογική συνείδηση. Για ιστορικούς λόγους οι «μεγάλες» αφηγήσεις για τη γνώση μας της πόλης απόλαυσαν την προνομιακή μερίδα του λέοντος, παραμερίζοντας εναλλακτικές αναπαραστάσεις του είδους που προανέφερα. Έτσι το ομοιογενές, το αυτόχθονο, το κυρίαρχο και το οικείο παρουσιάζονται παγιωμένα σε μια εποχή στην οποία η ιστορία γυρίζει σελίδα και μας καλεί να συνδιαλλεχθούμε με το ετερογενές, το ιστορικά περιφρονημένο και το αντίπαλο, τον κάτοχο του χαμένου τόπου, το «ξένο» και το διεθνικό.
Εκεί που καταλήγω είναι το εξής: είναι ευδιάκριτη στην περιοχή η φαντασίωση (με την ψυχαναλυτική έννοια), και για πολλούς η αναγκαιότητα, να επαναπροσδιοριστεί ριζικά ο τόπος από περιφέρεια σε σχέση με τα Ελλαδικά αστικά κέντρα, σε σημαντικό διεθνικό κέντρο. Πρόσθετα με τις οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις που θέτει αυτή η επιθυμία και αναγκαιότητα, εμφανίζεται και το θέμα του πολιτιστικού και κοινωνικού προσανατολισμού της πόλης σε σχέση με τη νέα πραγματικότητα. Αυτό είναι και ένα από τα μεγάλα στοιχήματα που καλείται να συμμετάσχει η Ορεστιάδα σχεδόν έναν αιώνα μετά την ίδρυσή της: να φανταστεί τον εαυτό της στο μέλλον και να τον ορίσει σε σχέση με την ιστορική μετάβασή της από τη νεοτερικότητα στη μετα-νεοτερικότητα. Σε αυτόν τον αγώνα κρίσιμη θα είναι η παραγωγή δημιουργικών αφηγήσεων και η πάλη για την πολιτική υλοποίησή τους. Το πεδίο είναι διαθέσιμο σε πολιτικούς, διανοούμενους, ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες, και ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων γενικότερα για τον συναγωνισμό στη συμβολή (και συμβουλή) του νέου προσδιορισμού της Νέας Ορεστιάδας.
..........................................................................................................................................................
Είχε δημοσιευτεί στον Βορέα(τεύχος 13) τον Ιούνιο 2006, πριν 20 χρόνια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου