«…στο ανθρακωρυχείο. Υποχρεωτικά έπρεπε να δουλέψουμε τρία χρόνια. Έτσι έγραφαν οι συμβάσεις. Μετά τα τρία χρόνια μας έδιναν μια «άλφα» κάρτα. Μ΄αυτήν την κάρτα μπορούσες να πας μα εργαστείς έξω στην επιφάνεια, στη φάμπρικα. Εγώ αντί για τρία χρόνια δούλεψα άλλα δύο χρόνια και μετά έφυγα. Πήγα έπιασα δουλειά στη «Φορντ». Εδώ η δουλειά δεν ήταν επικίνδυνη, αλλά είχε πολλή δουλειά. Εμάς τους ξένους μας έβαζαν πάντα στις πιο δύσκολες δουλειές. Δουλεύαμε στην αλυσίδα. Τρέχαμε σαν το άλογο πίσω από το αυτοκίνητο για να προλάβουμε να τα βάλουμε τα διάφορα εργαλεία. Άλλος έβαζε τα καθίσματα , άλλος τις ρόδες, άλλος το παμπρίζ και διάφορα άλλα. Αλλά τι να κάνεις. Τα πάντα προέρχονται από τη δουλειά. Τότε δουλεύαμε εννέα ώρες. Πρώτη βάρδια από τις έξι το πρωί μέχρι τις τρεις το απόγευμα. Και στην δεύτερη βάρδια από τις δύο το απόγευμα μέχρι τις έντεκα το βράδυ. Μέχρι να κάνουμε το μπάνιο, ώσπου να ντυθώ, πήγαινε δώδεκα η ώρα το βράδυ. Πολλές φορές χάναμε και το λεωφορείο κι ερχόμασταν με τα πόδια δεκαπέντε χιλιόμετρα μακριά.Αυτά τραβούσαμε. Δούλεψα δεκαοκτώ χρόνια στη «Φορντ». Όλα πέρασαν σαν όνειρο. Τα χρόνια περάσαμε. Εμείς γεράσαμε. Και τώρα είμαστε συνταξιούχοι.
»Πρωί, έξι η ώρα. Ο ήλιος φωτίζει το μαύρο ασανσέρ γεμάτο ανθρακωρύχους. Ετοιμάζονται να κατεβούν στα εντόσθια της γης φορτωμένοι με τα εργαλεία τους. «Κώστα», «δες τον ήλιο», είπε ένας Έλληνας στον διπλανό του. Ο συνάδελφος δεν πρόλαβε να δει. Το ασανσέρ χάθηκε στο πηγάδι. «Άσε τον ήλιο νεαρέ», λέει ένας παλιός ανθρακωρύχος Βέλγος. «Επειδή είμαστε ανθρακωρύχοι καταδικασμένοι να δουλέψουμε στα κάτεργα», «στα έγκατα της γης». «Εκεί μέσα στα σωθικά της γης που αργοπεθαίνουμε δεν υπάρχει ήλιος για μας». Και συνέχισε…»Για μας είναι ο πόνος», «ο μόχθος», «η σκόνη», «και το ο πρόωρος θάνατος από τη φοβερή συλικόζη», «αρρώστια των ανθρακωρύχων». «Και τέλος», είπε, «οι καπιταλιστές δε νοιάζονται για μας», «αυτοί νοιάζονται μόνο για την παραγωγή και για τα κέρδη τους». «Κουράγιο παλικάρια», είπε ο έμπειρος εργάτης.
Βάθος 1250 μέτρα. Το ασανσέρ σταματά. Οι ανθρακωρύχοι από την κλούβα βαδίζουν στη γαλαρία προς τη φλέβα. Μιλούν λίγο μεταξύ τους. Ποια γλώσσα να μιλήσουν; Είναι είκοσι εθνικότητες.
»Φτάνουν στη φλέβα. Το μεροκάματο του μόχθου αρχίζει. Πότε ανάσκελα, πότε μπρούμυτα, και πότε γονατιστοί με το βαρύ πιστολέτο κόβουν κάρβουνο, με φόβο πάντα τις καθιζήσεις και τις εκρήξεις. Ο «ήλιος» τους φέγγει θαμπά μέσα στην ομίχλη της μαύρης σκόνης. Μετά από οκτώ ώρες, κατάμαυροι, πεθαμένοι στην κούραση, μούσκεμα στον ιδρώτα, πληγωμένοι και ματωμένοι, βγαίνουν από την κόλαση. Στα κουρασμένα πρόσωπα τους διακρίνεται μια ικανοποίηση διότι και σήμερα βγάλανε το ψωμί των παιδιών τους. Ανεβαίνουν πάνω στην επιφάνεια, στη ζωή. Τα παιδιά κάνουν το σταυρό τους που βγήκαν ζωντανοί.
»Σε ηλικία σαράντα ετών θα είναι άρρωστοι με πνευμόνια γεμάτα κάρβουνο, σκόνη. Και στα πενήντα τους χρόνια πεθαμένοι από τη βασανιστική και αθεράπευτη αρρώστια, τη συλικόζη, με τρύπια πνευμόνια,αιμόπτυση και ασφυξία.
»Γενναίοι ανθρακωρύχοι δίνετε στην ανθρωπότητα την ενέργεια και τη θέρμανση θυσιάζοντας τριάντα χρόνια από τη βασανιστική ζωή σας. Θα είμαστε άδικοι κι αχάριστοι αν σας ξεχάσουμε.
»Και στου Βελγίου τις στοές…
»Από τη ζωή ενός Έλληνα ανθρακωρύχου»!



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου