Στην κατάμεστη αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Καβύλης, στην Καβύλη,
πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία, χθες 28 Οκτωβρίου, η Εκδήλωση –
Αφιέρωμα στην Εθνική Επέτειο της 28 ης Οκτωβρίου 1940, του Μορφωτικού
Εκπολιτιστικού Συλλόγου Καβύλης «Ο Άγιος Δημήτριος». Στην εκδήλωση μίλησε ο
Συγγραφέας – Ιστορικός ερευνητής κ. Νικόλαος Ι. Κουφός, με θέμα :
«Χρήσιμα συμπεράσματα από το Έπος του 1940. Το τότε και το τώρα»,
στην οποία παρουσίασε τους παράγοντες που οδήγησαν τους Έλληνες στη
μεγαλειώδη νίκη τους, επί μιας υπέρμετρης στρατιωτικής δύναμης της εποχής, της
ιταλικής, με ταυτόχρονη προβολή ιστορικών φωτογραφιών, από τις συγκεντρώσεις
του Αθηναϊκού λαού, κατά την πρώτη ημέρα του Πολέμου, την αναχώρηση των
εφέδρων οπλιτών για το Μέτωπο και τον σκληρό πολεμικό Αγώνα του Ελληνικού
Στρατού στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου και εν συνεχεία της Αλβανίας.
Ύστερα από την ομιλία ακολούθησε μια γόνιμη συζήτηση των παρευρισκομένων,
η οποία περιεστράφη κυρίως στη σημερινή εποχή και τα μεγάλα προβλήματα της
χώρας, όπως το δημογραφικό και την πολύπλευρη κρίση που μαστίζει την ελληνική
κοινωνία. Στο τέλος παρετέθη πλούσιος μπουφές παραδοσιακών
αρτοπαρασκευασμάτων και γλυκισμάτων, προσφορά των Γυναικών της Καβύλης.
Την πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του κ. Κουφού -την οποία δημοσιεύουμε στη
συνέχεια- παρακολούθησαν, ο Αντιδήμαρχος του Δήμου Ορεστιάδας και Πρόεδρος
του Συλλόγου Καβύλης, κ. Μαργαρίτης Αστεριάδης, ο Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου
Ορεστιάδος, κ. Παναγιώτης Χατζηχαραλάμπους, ο Πρόεδρος της Τοπ. Κοινότητας
Καβύλης, κ. Βασίλειος Τσακιρίδης, ο Πρόεδρος της Τοπ. Κοινότητας Στέρνας, κ.
Αθανάσιος Ουζούνης, ο Υποδιοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Διδυμοτείχου,
κ. Αξιώτης Χατζηχαραλάμπους, ο Πρόεδρος της Χριστιανικής Ενώσεως Ορεστιάδος
“Θεία Οικοδομή”, κ. Ευάγγελος Κουρτίδης και αρκετοί κάτοικοι της Καβύλης, των
γειτονικών χωριών και της Ορεστιάδας.
Στις 3 η ώρα τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου τον 1940, o
Μουσολίνι απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, μι το οποίο
απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση τον Ιταλικού στρατού από τον
Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει
κάποια στρατηγικά σημεία της Ελλάδος, όπως λιμάνια,
αεροδρόμια και άλλες υποδομές, για ανάγκες ανεφοδιασμού και
άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην
Αφρική.
Το τελεσίγραφο δόθηκε ιδιοχείρως στον Πρωθυπουργό της
Ελλάδος, Ιωάννη Μεταξά και μάλιστα στην οικία του στην Κηφισιά,
από τον Ιταλό Πρέσβη στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι. Μετά την
ανάγνωση του κειμένου, ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον
Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά -την επίσημη
διπλωματική γλώσσα- την ιστορική φράση: «Λοιπόν, έχουμε
πόλεμο!». Με αυτές τις φράσεις στα Γαλλικά, ειπώθηκε το ΟΧΙ από
τον Μεταξά, που απηχούσε τις διαθέσεις του ελληνικού λαού. Αυτή
η άρνηση, που πέρασε στον τότε ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο,
2
με την λέξη «ΟΧΙ». γίνεται δεκτό με πρωτοφανή ενθουσιασμό απ'
όλο τον ελληνικό λαό, που ξυπνά στις 6 το πρωί, από τους
συριγμούς των σειρήνων και ξεχύνεται στους δρόμους, κρατώντας
τη γαλανόλευκη. Οι στρατεύσιμοι ετοιμάζονταν για το μέτωπο «με
το χαμόγελο στα χείλη», ενώ το ραδιόφωνο, όπου υπήρχε τότε,
μετέδιδε διαρκώς το περίφημο πρώτο ανακοινωθέν του Γενικού
Στρατηγείου:
«Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από της 5:30
πρωινής σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της
ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του
πατρίου εδάφους».
Η διεξαγωγή του Ελληνοϊταλικού Πολέμου κατέδειξε την
αξιόλογη μαχητική αξία του ελληνικού Στρατού, ο οποίος από τις
28 Οκτωβρίου έως τις 13 Νοεμβρίου του1940, με επιτυχείς
αμυντικές επιχειρήσεις, πλησίον των συνόρων, ανέκοψε και
έφθειρε τις ιταλικές δυνάμεις εισβολής και στη συνέχεια, με
επιθετικές επιχειρήσεις, από τις 14 Νοεμβρίου 1940 έως τον
Απρίλιο του 1941, προωθήθηκε πέρα από τα σύνορα και
απελευθέρωσε ολόκληρη σχεδόν τη Βόρεια Ήπειρο. Ας δούμε
τώρα, ποιοι ήταν οι παράγοντες που συνετέλεσαν τότε στο
τεράστιο και μεγαλειώδες αυτό έργο του Ελληνικού Στρατού, και
του συνόλου του ελληνικού λαού, ώστε να εξάγουμε τα χρήσιμα
συμπεράσματα, που αναφέρει ο τίτλος της αποψινής ομιλίας μας.
Αναμφίβολα, είχαν γίνει κατά τα προηγούμενα χρόνια, σοβαρές
προσπάθειες για προετοιμασία της χώρας μας σε έναν ενδεχόμενο
πόλεμο είτε βαλκανικού, είτε ευρωπαϊκού επιπέδου, στους
ακόλουθους κρίσιμους τομείς:
α) στον διπλωματικό τομέα. Σκοπός του Πρωθυπουργού Ιωάννη
Μεταξά, ήταν να κρατήσει την Ελλάδα ουδέτερη και αλώβητη από
την πολεμική λαίλαπα, την οποία προέβλεπε με χαρακτηριστική
ενάργεια, όπως άλλωστε και την τελική νίκη του «αγγλοσαξονικού
κόσμου». Μπροστά στις αναθεωρητικές πολιτικές της Βουλγαρίας,
η οποία εκλαμβανόταν ως κύριος εχθρός της χώρας, αφού
επιδίωκε την επέκτασή της μέχρι το Αιγαίο. και της Ιταλίας, με το
φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, που στο όραμά του για μια
ανασύσταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, θεωρούσε την Ελλάδα
ως μια από τις επαρχίες της, ο Μεταξάς συνέχισε την πολιτική του
Βαλκανικού Συμφώνου Φιλίας, που από το 1934 έως το 1938
προέβλεπε συμμαχία Ελλάδος, Τουρκίας, Γιουγκοσλαβίας και
Ρουμανίας, (τυπικώς η «συμμαχία» ανανεώθηκε τον Φεβρουάριο
του 1940, αλλά οι όροι της ουδέποτε εφηρμόσθησαν). Για μια
επίσημη συμμαχία με την Βρετανία, όμως, ήθελε εγγυήσεις για την
δυνατότητα αμέσου στρατιωτικής υποστηρίξεως. Η βρετανική
3
εγγύηση για την ακεραιότητα της Ελλάδος εδόθη στις 7 Απριλίου
1939, όταν οι Ιταλοί εισήλθαν στην Αλβανία και άρχισαν να
δημιουργούν μεγάλες στρατιωτικές βάσεις. Βέβαια, στο αμέσως
επόμενο χρονικό διάστημα, μια σειρά από μεθοριακά επεισόδια, η
υποβόσκουσα ένταση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας σε διπλωματικό
επίπεδο και ο τορπιλισμός του καταδρομικού «Έλλη» στις 15
Αυγούστου 1940, δεν άφηναν αμφιβολία στην ελληνική πολιτική
και στρατιωτική ηγεσία για το επόμενο βήμα του Μουσσολίνι.
β) στον στρατιωτικό τομέα. Το διαθέσιμο πολεμικό υλικό. Τα
χρόνια 1935 – 1940, ιδιαίτερα κατά τη διακυβέρνηση Μεταξά,
δόθηκε μεγάλη μέριμνα τόσο στην προμήθεια πολεμικού υλικού,
όσο και για την οχύρωση της παραμεθορίου ζώνης και τον
εξοπλισμό του πιθανού Θεάτρου Επιχειρήσεων προς τη
Βουλγαρία. Παράλληλα, δόθηκε ιδιαίτερη μέριμνα στην παραγγελία
και απόκτηση αντιαεροπορικού πυροβολικού, όλμων, αρμάτων
μάχης και αντιαρματικών όπλων, φορητού οπλισμού πεζικού, ενώ
συγχρόνως πραγματοποιούνταν και εργασίες συντήρησης του ήδη
υπάρχοντος πυροβολικού.
Στο παραπάνω τιτάνιο εξοπλιστικό πρόγραμμα, δόθηκε ιδιαίτερη
έμφαση στην ανάπτυξη της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας. Τον
Ιούνιο του 1939 υπογράφτηκε σύμβαση με την Ελληνική Εταιρεία
Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου (ΕΕΠΚ) με την οποία της
δόθηκαν παραγγελίες κατασκευής πυρομαχικών πυροβολικού,
όλμων και πεζικού αξίας 600.000.000 περίπου δραχμών
πληρωτέων σε δέκα ετήσιες δόσεις. Αυτά τα πυρομαχικά
πυροβολικού και πεζικού παραλήφθηκαν όλα, ένα μέρος πριν την
28η Οκτωβρίου και τα υπόλοιπα στις αρχές του πολέμου εκτός
από τα τροχιοδεικτικά φυσίγγια πολυβόλων, διατρητικά και
τροχιοδεικτικά βαρέων πυροβόλων και βλήματα αντιαεροπορικών
πυροβόλων. Η κατασκευή των αντιαεροπορικών βλημάτων είχε
προχωρήσει αρκετά και τον Απρίλιο του 1941, προβλεπόταν να
αρχίσει η παραλαβή τους σε σημαντικές ποσότητες.
Παράλληλα με τις προμήθειες και επισκευές πολεμικού υλικού,
κατασκευάστηκε η οχύρωση της έναντι της Βουλγαρίας
παραμεθόριας ζώνης, η ονομασθείσα από τους Γερμανούς
«Γραμμή Μεταξά», καθώς και άλλων περιοχών, συμπληρώθηκε το
δίκτυο συγκοινωνιών και βελτιώθηκαν σε μεγάλη έκταση οι
στρατωνισμοί. Όμως, παρά την έντονη προπαρασκευή, δεν
ολοκληρώθηκε το ανεφοδιαστικό πρόγραμμα του Στρατού, εξαιτίας
του περιορισμένου χρόνου. Και ειδικότερα, ό,τι παραγγέλθηκε λίγο
πριν από την έναρξη του Ευρωπαϊκού πολέμου στην Αγγλία,
Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία δεν παραδόθηκε, αλλά δεσμεύτηκε
από τα κράτη αυτά, για τις δικές τους ανάγκες. Πάντως, όπως
4
κατέδειξαν τα γεγονότα, με τις προμήθειες πολεμικού υλικού από
το εξωτερικό και τις εκτεταμένες αξιοποιήσεις παλαιού υλικού στη
Χώρα, ο ελληνικός Στρατός πέτυχε να θέσει «επί ποδός πολέμου»
στις 28 Οκτωβρίου 1940, δεκαπέντε (15) Μεραρχίες και πέντε (5)
ταξιαρχίες Πεζικού, καθώς και μία (1) Μεραρχία και μία (1)
Ταξιαρχία Ιππικού, ικανοποιητικά εξοπλισμένες και εφοδιασμένες
με τα εντελώς απαραίτητα υλικά εκστρατείας. Μια άλλη κρίσιμος
παράμετρος, ήταν τα μεταφορικά μέσα, τα οποία εκείνη την εποχή
δεν επαρκούσαν για τις πραγματικές στρατιωτικές ανάγκες. Έναντι
των απαιτούμενων αυτοκινήτων, υπήρχαν 600 στρατιωτικά. Το
πρόβλημα λύθηκε με την επίταξη ιδιωτικών αυτοκινήτων διαφόρων
τύπων, με την έναρξη του πολέμου. Ανάλογα, αντιμετωπίστηκε και
το πρόβλημα των κτηνών ( μουλαριών και αλόγων), που ο αριθμός
τους, με διαδοχικές επιτάξεις, έφτασε τις 150.000.
Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι χωρίς τις δεκάδες χιλιάδες
ημιόνων, που πλαισίωναν ως οργανικά μεταφορικά τις μονάδες
του πεδίου μάχης, θα ήταν αδύνατη η ζωή και η διεξαγωγή
νικηφόρου αγώνα στα δυσπρόσιτα και χιονισμένα βουνά της
Αλβανίας. Επίσης, η διαχείριση των ζώων αυτών, όπως η σωστή
καθοδήγησή τους στα κακοτράχαλα και χιονισμένα ορεινά
μονοπάτια, το φόρτωμα των υλικών πολέμου, η προφύλαξή τους
από τα πυρά του εχθρού και τη φοβερή κακοκαιρία, κατέστη
δυνατή, χάρη της γνώσης των επιστρατευμένων στρατιωτών, από
την αγροτική και κτηνοτροφική ζωή τους ως πολίτες.
Από πλευράς εφοδίων, στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο Στρατός
διέθετε τα εξής αποθέματα: Τρόφιμα για 50 ημέρες, καύσιμα για 45
ημέρες και νομή για 30 ημέρες. Η δύναμη του Στρατού
εκστρατείας, στις 18 Φεβρουάριου 1941, ήταν 22.000 αξιωματικοί
(μόνιμοι, μόνιμοι εξ εφεδρείας και έφεδροι) και οπλίτες. Η δύναμη
αυτή, με την έναρξη και του Ελληνογερμανικού πολέμου, στις 6
Απριλίου 1941, ήταν αυξημένη κατά 20%.
γ) Η στρατιωτική Εκπαίδευση. Από την επόμενη της Συνθήκης
της Λοζάννης του 1923 και μέχρι τις παραμονές του πολέμου του
1940, πάρθηκαν διάφορα μέτρα εκπαιδεύσεως του Στρατού, τα
σπουδαιότερα ήταν τα εξής: Το 1925, κλήθηκε πολυμελής Γαλλική
Στρατιωτική Αποστολή, από 22 αξιωματικούς υπό τον Στρατηγό
Ζιράρ, που ανέλαβε την οργάνωση και επίβλεψη της
εκπαιδεύσεως και η οποία εργάστηκε δραστήρια και αποδοτικά. Το
1926, καθορίστηκε οριστικά ο αριθμός των προβλεπόμενων
στρατιωτικών Σχολών, οι οποίες έκτοτε λειτούργησαν κανονικά.
Από το 1937 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 1940, κλήθηκαν για
μετεκπαίδευση όλοι σχεδόν οι Έφεδροι Αξιωματικοί του Στρατού
και οι Έφεδροι Ανθυπασπιστές, των κλάσεων από του 1920 μέχρι
5
του 1936 – δηλαδή 17 κλάσεων. Ασκήσεις μετά στρατεύματος
λάμβαναν χώρα κατά μεραρχία, ενώ τον Οκτώβριο του 1937
εκτελέστηκαν μεγάλες ασκήσεις Σχηματισμού στην περιοχή
ΣΕΡΡΩΝ – ΔΡΑΜΑΣ, διάρκειας 15 ημερών. Πρέπει, επίσης, να
σημειωθεί ότι οι περισσότεροι από τους αξιωματικούς των βαθμών
από του αντισυνταγματάρχη μέχρι και του αντιστρατήγου, του
πολέμου 1940 – 41, είχαν συμμετάσχει στη Μικρασιατική
Εκστρατεία και ήταν φορείς μεγάλης εμπειρίας πεδίου μάχης.
Αυτό το υψηλό επίπεδο εκπαιδεύσεως του ελληνικού Στρατού
συντέλεσε στην ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση της
ιταλικής εισβολής στους χώρους της Ηπείρου και της Πίνδου από
τις πρώτες ημέρες του πολέμου. Στην προαναφερθείσα
στρατιωτική προετοιμασία και ετοιμότητα, πρέπει να προστεθεί και
η ενεργός συμμετοχή και συνδρομή του ελληνικού λαού και
ιδιαιτέρως των ηρωικών γυναικών της Πίνδου, οι οποίες ως
αέρινες φιγούρες, ακροπατώντας στους χιονισμένους γκρεμούς,
μετέφεραν στην πλάτη τους, τα βαριά κιβώτια των πυρομαχικών
μέχρι την πρώτη γραμμή του μετώπου, εμψυχώνοντας ταυτόχρονα
με την παρουσία τους, τους σκληρά μαχόμενους Έλληνες.
Από όλα τα προαναφερθέντα, καταλήγουμε εν είδει
συμπεράσματος, ότι ο νικηφόρος αγώνας του Ελληνικού Στρατού
στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 – 41 στην Ήπειρο και την
Αλβανία επιτεύχθηκε χάριν της επιτυχούς διπλωματίας, της
σοβαρής στρατιωτικής προετοιμασίας σε υλικά και εκπαίδευση των
στελεχών, στην εθνική ομοψυχία, την πρακτική εμπειρία των
εφέδρων πολεμιστών, την πίστη στον Θεό, αλλά και στον δίκαιο
αγώνα, όπως και την αυτοπεποίθηση για τη νίκη έναντι ανώτερου
αντιπάλου, τόσο σε αριθμούς στρατιωτών όσο και πολεμικού
υλικού.
Ο Αγώνας του 1940-41 ήταν ιερός. Οι Έλληνες πολεμούσαν
υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Η παρουσία της Παναγίας μας στο
Μέτωπο διαπιστώθηκε σε πολλές περιπτώσεις. Εξόχως σημαντική
για το θέμα αυτό είναι η αναφορά του Άγγλου πρεσβευτή στην
Αθήνα την εποχή του πολέμου, Σερ Μάικλ Παλέρετ ο οποίος στις 9
Δεκεμβρίου 1940, έγραφε προς το Υπουργείο Εξωτερικών της
Αγγλίας:
«Κύριε μου, Εις την επιστολήν μου Νο 293 της 23ης Νοεμβρίου,
ανέφερα την ευρέως παραδεχομένην πίστιν εδώ ότι ο ελληνικός
στρατός απολαμβάνει της ιδιαιτέρας προστασίας της Παναγίας
της Τήνου και ότι οι νίκες του, οι οποίες δύνανται ασφαλώς να
ονομαστούν θαυματουργικές, οφείλονται εις την επέμβασίν της.
Αυτή η πίστις έχει γίνει τώρα πεποίθησις και υπάρχουν
αναρίθμητες ιστορίες της παρουσιάσεως της Ευλογημένης
6
Παρθένου εις στρατιώτας εις το μέτωπον, ενθαρρύνοντάς τους
εις την μάχην, με υποσχέσεις ότι, η ιεροσυλία που έγινε από
τους Ιταλούς εις τον Ναόν της, κατά την εορτήν της Κοιμήσεως, θα
ετιμωρείτο από μία μεγάλη ήττα...».
Ευχαριστώ θερμά και χρόνια πολλά !!!










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου