Η μάχη κατά του πληθωρισμού επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο της διεθνούς οικονομίας.

Τα τελευταία στοιχεία του Σεπτεμβρίου επιβεβαιώνουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις όχι μόνο δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά παρουσιάζουν νέα σημαντική επιτάχυνση, υποχρεώνοντας τις δύο ισχυρότερες κεντρικές τράπεζες, τη Federal Reserve (Fed) και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), να διατηρούν αυξημένη επαγρύπνηση.
Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη εκτινάχθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο του 2026, από 3,2% τον Αύγουστο, απομακρυνόμενος ακόμη περισσότερο από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ανησυχίες για την ανθεκτικότητα των πληθωριστικών πιέσεων και επαναφέρει το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης περιόδου υψηλών επιτοκίων.
Η ενέργεια τροφοδοτεί το νέο κύμα ανατιμήσεων
Καθοριστικός παράγοντας της νέας ανόδου είναι η ενέργεια, οι τιμές της οποίας αυξήθηκαν κατά 18,8% σε ετήσια βάση τον Σεπτέμβριο, έναντι 14,3% τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες επιταχύνθηκε στο 3,2%, ενώ ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,5%, επιβεβαιώνοντας ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται αποκλειστικά στον ενεργειακό τομέα.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία. Το υψηλότερο κόστος ενέργειας επιβαρύνει τις επιχειρήσεις, αυξάνει το κόστος παραγωγής και περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Η ΕΚΤ είχε ήδη προχωρήσει στις 10 Σεπτεμβρίου σε αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50%. Οι νέες προβλέψεις της τοποθετούν τον μέσο πληθωρισμό στο 3% για το 2026 και στο 2,5% για το 2027, ενώ η ανάπτυξη της Ευρωζώνης εκτιμάται μόλις στο 0,9% για το τρέχον έτος.
Fed και ΕΚΤ μπροστά στο δίλημμα της ανάπτυξης
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Federal Reserve αύξησε επίσης τον Σεπτέμβριο το βασικό της επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης, στο εύρος 3,75% - 4,00%. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα επιδιώκει να συγκρατήσει τις πληθωριστικές πιέσεις χωρίς να προκαλέσει σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Ωστόσο, το δίλημμα είναι κοινό και για τις δύο κεντρικές τράπεζες: η διατήρηση αυστηρής νομισματικής πολιτικής περιορίζει τον πληθωρισμό, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος δανεισμού και επηρεάζει αρνητικά τις επενδύσεις και την κατανάλωση.
Οι προκλήσεις για την ελληνική οικονομία σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων
Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς η οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση, στις επενδύσεις και στον τουρισμό. Η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, περιορίζοντας τα περιθώρια υλοποίησης νέων επενδυτικών σχεδίων, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η ενεργειακή ακρίβεια επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και λειτουργίας, ενώ οι συνεχιζόμενες ανατιμήσεις στα βασικά αγαθά περιορίζουν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Παρά τη θετική αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, η παρατεταμένη διατήρηση των πληθωριστικών πιέσεων ενδέχεται να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, την καταναλωτική ζήτηση και τελικά τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης. Βασική προτεραιότητα για την ελληνική οικονομία παραμένει η διατήρηση της επενδυτικής δραστηριότητας και της αναπτυξιακής πορείας της χώρας, χωρίς να υπονομευθεί η αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Η επόμενη περίοδος αναμένεται καθοριστική για τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής, καθώς οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να αξιολογήσουν εάν οι πληθωριστικές πιέσεις αποτελούν προσωρινό φαινόμενο ή αποκτούν μονιμότερα χαρακτηριστικά.
Το μεγάλο δεν είναι πλέον μόνο η επιστροφή του πληθωρισμού στο 2%, αλλά η αποφυγή ενός νέου κύκλου στασιμοπληθωρισμού, που θα μπορούσε να πλήξει την ανάπτυξη, την απασχόληση και την πραγματική οικονομία.
- Ο Χρήστος Κουπελίδης είναι οικονομολόγος & σύμβουλος στρατηγικής ανάπτυξης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου