Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Μανουήλ Καντακουζηνός, ο πρώτος Δεσπότης του Μυστρά-Ομιλία του συγγραφέα-ιστορικού ερευνητή Νικολάου Κουφού στο Πνευματικό Κέντρο Ιεράς Μητρόπολης Αλεξανδρούπολης-Τραϊανούπολης και Σαμοθράκης για τα 700 χρόνια(1326-2026) από τη γέννηση του πρώτου δεσπότη του Μυστρά!



 1
Σεβαστοί Πατέρες, εκπρόσωποι των Ιερών Μητροπόλεών σας,
επίσημοι προσκεκλημένοι, εκλεκτό ακροατήριο:
Με ιδιαίτερη συγκίνηση ως Λάκωνας την καταγωγή και Εβρίτης
εξ αγχιστείας, όπως εύστοχα ανέφερε η προλαλήσασα
Αντιπεριφερειάρχης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και
Θράκης, κυρία Φανή Μπαχαρίδου, αλλά και ο εκλεκτός φίλος και
δημοσιογράφος, Σταύρος Παπαθανάκης, συμμετέχω ως ομιλητής
στην εμβληματική εκδήλωση – αφιέρωμα στον πρώτο Δεσπότη
του Μυστρά, Μανουήλ Καντακουζηνό.
Θερμές ευχαριστίες απευθύνω στους διοργανωτές, τους κυρίους
Ιωάννη Ζαμπούκη και Δημήτριο Κελεμίδη για τη μεγάλη τιμή προς
το πρόσωπό μου, να μου αναθέσουν την κεντρική ομιλία της
αποψινής εκδήλωσης και ελπίζω να τους δικαιώσω ως προς το
αποτέλεσμα.
Η ίδρυση του Μυστρά συνδέεται με την πρώτη άλωση της
Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄
Σταυροφορίας το 1204: η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δυστυχώς,
κατακερματίζεται, η Πελοπόννησος παραχωρείται στη φράγκικη
οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων, που ιδρύει το Πριγκηπάτο της
Αχαΐας και λίγα χρόνια αργότερα, το 1249, ο φράγκος πρίγκιπας
Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος κτίζει το κάστρο του Μυζηθρά στην
κορυφή του ομώνυμου λόφου, σε θέση καίρια για τον έλεγχο της
κοιλάδας του Ευρώτα.
Το κάστρο αυτό θα αποτελέσει τον πυρήνα της μετέπειτα
καστροπολιτείας του Μυστρά, μιας από τις σημαντικότερες
υστεροβυζαντινές πόλεις. Η καστροπολιτεία του Μυστρά, που
βρίσκεται πλησίον της περιοχής της Αρχαίας Σπάρτης, οφείλει την
ύπαρξή της σε ένα πολεμικό γεγονός, που συνέβη περίπου
εξακόσια πενήντα χιλιόμετρα βορειότερα από αυτήν, στη θέση της
σημερινής πόλης της Καστοριάς. Εκεί, το 1259, στη μάχη της
Πελαγονίας, ο φράγκος πρίγκιπας Βιλλεαρδουίνος, συλλαμβάνεται
αιχμάλωτος από τους Βυζαντινούς. Για την απελευθέρωσή του ο
βυζαντινός αυτοκράτορας, απαιτεί ως λύτρα την παράδοση των
κάστρων της Μονεμβασίας, της Μαΐνης και του Μυζηθρά, τα οποία
και παραδίδονται τρία χρόνια αργότερα, το 1262.

1 Ομιλία του Νικολάου Ι. Κουφού, στην εδήλωση – αφιέρωμα για τον Μανουήλ Καντακουζηνό για τα
700 χρόνια από τη γέννησή του, που συνδιοργάνωσαν ο Πολιτιστικός Σύλλογος Πυθιωτών Έβρου, με
την Ε.ΠΟ.Φ.Ε. στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, το Σάββατο, 31
Οκτωβρίου 2026.

2
Η ασφάλεια, που παρέχει -ο οχυρός από τη φύση του- λόφος
του Μυστρά, θα προσελκύσει τον πληθυσμό της Λακεδαιμονίας σε
αυτόν, γεγονός που θα αποτελέσει την απαρχή της εξέλιξής του,
στο σημαντικότερο αστικό κέντρο της περιοχής. Το 1289 η
''κεφαλή'', δηλαδή ο επαρχιακός διοικητής των βυζαντινών κτίσεων
της Πελοποννήσου, μεταφέρει την έδρα του από τη Μονεμβασία
στο Μυστρά, ενώ το 1349 ο Μυστράς γίνεται η πρωτεύουσα του
ημιαυτόνομου Δεσποτάτου του Μορέως με πρώτο ''Δεσπότη'' τον
Μανουήλ Καντακουζηνό, γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ και της
Ειρήνης Ασανίνας, κόρης του Ανδρόνικου Παλαιολόγου Ασάν,
πρωτοστράτωρα και επίτροπο του Μορέως, από το 1316 ως το
1322.
Το αξίωμα του Δεσπότη, είχε καθιερωθεί από το 1163, επί
βασιλείας Μανουήλ Α΄ του Κομνηνού, ως το υψηλότερο στην
υστεροβυζαντινή αυλική ιεραρχία, αμέσως μετά τον αυτοκράτορα,
και απονεμόταν συνήθως στους μικρότερους γιους ή τους
γαμπρούς του αυτοκράτορα, αφού ο πρωτότοκος συνήθως
στεφόταν ως συμβασιλεύς.
Ο Μανουήλ, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1326. Κατά
τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1341-1347) υποστήριξε και
συμπαραστάθηκε ενεργά στον πατέρα του Ιωάννη τον ΣΤ΄,
μάλιστα το διάστημα 1343-1347 διετέλεσε διοικητής της Βέροιας
Ημαθίας. Το 1348 διετέλεσε διοικητής Κωνσταντινούπολης, κατά
την απουσία του πατέρα του σε εκστρατεία στη Θράκη. Το 1349,
ανακηρύχθηκε Δεσπότης και εστάλη να κυβερνήσει την
απομακρυσμένη επαρχία του Μυστρά, όπου είχε υπηρετήσει ο
παππούς του 30 χρόνια πριν, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση την
επαρχιών του κράτους στην Πελοπόννησο.
Με βάση το αυτοκρατορικό πρωτόκολλο και τις επιβεβλημένες
συμμαχίες της εποχής, ο νεαρός Δεσπότης δε θα αναχωρούσε
από την Κωνσταντινούπολη αν πρώτα δε νυμφευόταν. Για τον
σκοπό αυτό, επιλέχθηκε από τους αρμοδίους η Ισαβέλλα των
Λουζινιάν. Ήταν κόρη του ηγεμόνα της Κύπρου, που ήταν συνάμα
και βασιλιάς της Μικρής Αρμενίας, του Γκυ ντε Λουζινιάν. Εκείνες
τις ημέρες όμως μια ακόμα βαριά σκιά σκέπαζε την πληγωμένη
από τον εμφύλιο αυτοκρατορίαˑ εκτός από το διαλυμένο σύστημα
διοίκησης και τη φτώχεια των απλών πολιτών, ο τόπος είχε ζωστεί
με το φάσμα του θανάτου και οι άνθρωποι έτρεμαν από το φόβο
του μελλοθάνατου.
Η βουβωνική πανώλη, η μεγαλύτερη από τις πανδημίες που
γνώρισε η Ευρώπη και τις στέρησε τα 25 από τα 75 εκατομμύρια,
του πληθυσμού της, ήρθε από τη Ρωσία με γενουάτικα πλοία στη
Μαύρη Θάλασσα και άρχισε να θερίζει ανεξέλεγκτα τους κατοίκους

3
των βυζαντινών επαρχιών. Το Μαύρο Θανατικό θα πλήξει και την
αυτοκρατορική οικογένεια στην Κωνσταντινούπολη και ο Ιωάννης
ΣΤ΄ Καντακουζηνός θα θρηνήσει την απώλεια του μικρότερου γιου
του, του Αδρόνικου.
Μέσα σε όλες αυτές τις θλιβερές και απαισιόδοξες συνθήκες, ο
νεαρός Μανουήλ Καντακουζηνός, μόλις 23 ετών, πρέπει να
αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη το καλοκαίρι του 1349,
αφού όπως αναφέρει ο φιλόλογος και έγκριτος Σπαρτιάτης
μελετητής, Δημήτριος Κατσαφάνας, σύμφωνα με νεότερη έρευνα,
ανέλαβε τη διακυβέρνηση του δεσποτάτου στις 25 Οκτωβρίου του
1349.
Και συνεχίζει ο ίδιος: «Βαριά η αποστολή του. Να επιβάλει την
τάξη στην ελεύθερη περιοχή του Μυστρά, όπου επικρατούσε
αναρχία, να απαλλάξει την Πελοπόννησο από τους Φράγκους και
να προστατέψει τα παράλια από τις εισβολές πειρατών και
Τούρκων, ώστε να καταστεί επιτέλους ασφαλής η επικοινωνία με
την Κωνσταντινούπολη. Η Πελοπόννησος εκείνη την εποχή ήταν
κομμένη στα τρία. Ένα μέρος το κατείχαν οι Φράγκοι βαρώνοι,
άλλο κατείχαν οι Βενετοί και το υπόλοιπο, το νοτιοανατολικό, οι
Έλληνες».
Πράγματι, ο νεαρός Δεσπότης, οπλισμένος κυρίως με ψυχική
δύναμη, που πήγαζε από το αριστοκρατικό γένος των
Καντακουζηνών και τη βασιλική οικογένειά του, με την παιδεία, τη
στρατιωτική εκπαίδευση στην Κωνσταντινούπολη, το Διδυμότειχο
και το Πύθιο, με το φρούριο – προμαχώνα των Καντακουζηνών,
αλλά και την πρώιμη διοικητική εμπειρία, που είχε αποκτήσει ως
Διοικητής της Βέροιας και της Κωνσταντινούπολης, άρχισε να
αναπτύσσει τις εξαιρετικές πολιτικές και στρατιωτικές του
ικανότητες, που τον διέκριναν. Με τη διπλωματία εξασφάλισε το
νεοσύστατο κρατίδιό του, από τυχόν επιθετικές ενέργειες των
Λατίνων και με την οργάνωση ενός μικρού αλλά καλώς
εκπαιδευμένου και εξοπλισμένου στρατιωτικού σώματος, επέβαλλε
την ειρήνη και την ασφάλεια, τόσο στις παραλιακές περιοχές, που
καταλήστευαν οι πειρατές, όσο και στην ενδοχώρα. Σύντομα όμως
διαπίστωσε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα γι’ αυτόν ήταν η
αντίσταση στο εσωτερικό του.
Πράγματι, δεν άργησε να εκδηλωθεί το πρώτο δυναμικό κίνημα
εναντίον του, από έναν από τους λεγόμενους «δυνατούς» του
τόπου, ονόματι Λαμπούδιο. Ο Λαμπούδιος, ο οποίος ανέλαβε να
συγκεντρώσει χρήματα από τους τοπικούς άρχοντες, για την
κατασκευή και συντήρηση ενός μικρού στόλου, κατά την επιθυμία
του Δεσπότη, ώστε να αντιμετωπισθούν οι κίνδυνοι που έρχονταν
από τη θάλασσα, αντί να συλλέγει χρήματα, ξεσήκωνε τους

4
άρχοντες, εναντίον του Δεσπότη Μανουήλ. Έτσι, μια ομάδα από
επαναστάτες, ξεκίνησε εναντίον του Μυστρά, αλλά όταν αυτοί
συναντήθηκαν με τον στρατό του Μανουήλ, που αποτελούνταν
από τριακόσιους μόνον άνδρες, νικήθηκαν εύκολα και η
επανάσταση κατέρρευσε.
Ένα δεύτερο κίνημα κατά του Μανουήλ θα εκδηλωθεί ύστερα
από τέσσερα – πέντε χρόνια, κατά την περίοδο που κορυφώθηκαν
οι δυναστικές έριδες των Καντακουζηνών και των Παλαιολόγων, οι
οποίες οδήγησαν σε εμφύλιο πόλεμο και στην παραίτηση του
Ιωάννη Καντακουζηνού από αυτοκράτορα στα 1355. Με την
εκθρόνιση του αυτοκράτορα – πατέρα του Μανουήλ- οι
Πελοποννήσιοι έκαναν νέα αποστασία κατά του Δεσπότη, που τον
θεωρούσαν πια αποδυναμωμένο και χωρίς τη στήριξη της
κεντρικής εξουσίας, ωστόσο ο Μανουήλ, με τις δικές του δυνάμεις
και την ευστροφία του, κατάφερε να επιβάλλει σε όλους τη δύναμή
του και ο τόπος να ησυχάσει, προς όφελος των κατοίκων του, που
άρχισαν να δραστηριοποιούνται πλέον ως αγρότες και
κτηνοτρόφοι στην ύπαιθρο χώρα, η οποία πριν από την έλευση
του Δεσπότη στην Πελοπόννησο, ήταν τελείως έρημη από
ανθρώπους και εγκαταλελειμμένη. Η βελτίωση της ζωής των
φτωχών κατοίκων του Δεσποτάτου, τους έταξε στο πλευρό του
Μανουήλ, όταν κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1355, έφθασαν στον
Μυστρά ως νέοι κυβερνήτες, οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορα
Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, οι αδελφοί Μιχαήλ και Ανδρέας Ασάνης,
εξαδέλφια του αυτοκράτορα, οι οποίοι αναγκάστηκαν να
επιστρέψουν άπρακτοι στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Μανουήλ Καντακουζηνός, δεν ισχυροποίησε μόνον πολιτικά
και στρατιωτικά το Δεσποτάτο του, ώστε αυτό ν’ αναδειχθεί σε
σοβαρό έρεισμα της καταρρέουσας αυτοκρατορίας, αλλά με την
παιδεία του, την αριστοκρατική καταγωγή και τα ευγενικά του
αισθήματα, το ανέδειξε σε ένα σημαντικό πνευματικό και
πολιτιστικό κέντρο, το οποίο αναπτύχθηκε έτι περισσότερο κατά τα
επόμενα χρόνια με την προσέλευση στον «Βράχο του Μυστρά»,
σημαντικών καλλιτεχνών, βιβλιογράφων και λογίων της
Κωνσταντινούπολης, με κυριότερο τον βυζαντινό φιλόσοφο και
μελετητή της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, Γεώργιο Γεμιστό ή
Πλήθωνα.
Ο Μανουήλ Καντακουζηνός, εξεμέτρησε το ζην το 1380 και το
πιθανότερο είναι ότι ετάφη στον Ναό της Αγίας Σοφίας, που ο ίδιος
ανήγειρε λίγο ψηλότερα από το Παλάτι, στην Πάνω Χώρα της
Καστροπολιτείας του Μυστρά. Είχε κυβερνήσει με σύνεση, τόλμη
και αποφασιστικότητα το Δεσποτάτο του Μυστρά επί τριάντα δύο
συνεχόμενα χρόνια. Ουσιαστικά, ίδρυσε λίγο ψηλότερα από την

5
Κοιλάδα του Ευρώτα, εκ της οποίας αναδύεται ιστορικώς και
πνευματικώς το κλέος της Αρχαίας Σπάρτης, ένα κράτος –
προάγγελο του Νέου Ελληνισμού, ο οποίος ξεκινάει από την
πτώση της βυζαντινής Αυτοκρατορίας (1204 – 1453), διατρέχει την
περίοδο της δουλείας, την Επανάσταση του 1821 και φτάνει μέχρι
τη νεότερη εποχή.

Σας ευχαριστώ θερμά !

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου