Καλησπέρα και από εμένα. Σας ευχαριστούμε που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμά μας. Ευχόμαστε να απολαύσετε την εκδήλωση αυτή.
Και ξεκινώντας την ομιλία μου νιώθω την ανάγκη να πω ότι ως παιδί που μεγάλωνα σε μια οικογένεια και με έναν πατέρα έντονα πολιτικοποιημένο, παρακολουθούσα την πορεία του Γιάννη Λασκαράκη στα αυτοδιοικητικά πράγματα του Νομού μας από πολύ μικρή. Με εντυπωσίαζε πάντα στον Γιάννη Λασκαράκη ο ουσιαστικός λόγος του, σε αντίθεση με τον σοβαροφανή - ανούσιο πολιτικό λόγο που μας περιβάλλει, οι προτάσεις του, ο Γιάννης Λασκαράκης γεννούσε και γεννά ιδέες ρηξικέλευθες και ριζοσπαστικές για τις προοπτικές και το μέλλον του τόπου μας, το θάρρος της γνώμης του, ακόμα κι όταν αυτή αποτελεί μικρή μειοψηφία.
Ιδιαίτερα με έλκυε και ένιωθα να ταυτίζομαι με την άποψη και τη στάση του στο θέμα των σχέσεών μας με το γειτονικό τουρκικό κράτος και τον γειτονικό τουρκικό λαό. Ένιωθα και νιώθω κι εγώ την ίδια αποστροφή προς απόψεις που εμπνέονται από πολεμοχαρή και φανατικό εθνικισμό, απόψεις που μπερδεύουν τον πατριωτισμό, που σύμφωνα και με τη γνωστή ρήση του Ντε Γκωλ σημαίνει ότι «βάζεις πάνω από όλα την αγάπη για τη χώρα σου», με τον εθνικισμό που σημαίνει ότι «βάζεις πάνω απ’ όλα το μίσος για τις άλλες».
Θεωρώ τον Γιάννη Λασκαράκη πρωτοπόρο στον Νομό μας, αλλά και στη χώρα μας μαζί με άλλους, στην πολιτική ψυχραιμίας, σύνεσης και φιλίας μεταξύ των δύο γειτονικών λαών. Η απονομή σ’ αυτόν του βραβείου ειρήνης και φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί το 1996, η συμμετοχή του στα φεστιβάλ ελληνοτουρκικής φιλίας, όπως π.χ. αυτό που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2013 σε Σαμοθράκη και Ίμβρο, η συμμετοχή του σε συζητήσεις και εκδηλώσεις για την ελληνοτουρκική φιλία, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 2014 με αφορμή την Ελληνική Προεδρεία του Συμβουλίου της Ε.Ε., καθώς και πλήθος άλλων ανάλογων δραστηριοτήτων, το αποδεικνύουν.
Για τους λόγους αυτούς νιώθω μια ιδιαίτερη σχέση και σύνδεση με τον Γιάννη Λασκαράκη, παρόλο που μπορεί να μην βρισκόμαστε και να μην τα λέμε συχνά, παρακολουθώ την πορεία και τις απόψεις του και νιώθω ευγνωμοσύνη που υπάρχει και που εκφράζει σταθερά και με γενναιότητα αντιεθνικιστικό λόγο στον τόπο μας.
Όταν λοιπόν ενημερώθηκα για την έκδοση και κυκλοφορία του πρώτου του βιβλίου, του παρόντος δηλαδή βιβλίου ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, δεν μπορούσα παρά να σπεύσω να το αναγνώσω.
Επικαλούμενη την επιείκειά σας λόγω της απειρίας μου σε παρουσιάσεις βιβλίων, είναι η πρώτη φορά που συμμετέχω σε μια τέτοια εκδήλωση από τη θέση αυτή, θα αναφερθώ σ’ αυτά που εγώ ένιωσα, που εγώ ανακάλυψα διαβάζοντας το βιβλίο του Γιάννη Λασκαράκη, που μπορεί βέβαια να είναι διαφορετικά από αυτά στα οποία κάποιος άλλος εστιάζει στο ίδιο βιβλίο. Γιατί η ανάγνωση ενός βιβλίου είναι προσωπική και επηρεάζεται και χρωματίζεται από τα προσωπικά στοιχεία του κάθε αναγνώστη. Ελπίζω μόνο να μην απέχω πολύ από όσα ήθελε να εκφράσει ο ίδιος ο Γιάννης Λασκαράκης.
Αυτό λοιπόν που κατά τη δική μου ανάγνωση διατρέχει όλο το βιβλίο είναι το δέος του συγγραφέα μπροστά στην Ιστορία. Η πρωτότυπη και πολύ ενδιαφέρουσα επινόηση και δημιουργία του συγγραφέα είναι η Ιστορία με Ι κεφαλαίο, η οποία φαίνεται να έχει τη δική της οντότητα, που εμφανίζεται ως ένας αυτόνομος και αυθύπαρκτος παράγοντας που έχει δική του πρόθεση, δικό του «δόλο», όπως είναι και η χαρακτηριστική λέξη που χρησιμοποιεί συχνά ο συγγραφέας, ανεξάρτητο από τον δόλο των ανθρώπων που δρουν.
Διαπιστώνει λοιπόν ο συγγραφέας και μέσα από το βιβλίο του αποκαλύπτεται και σ’ εμάς ότι τα πραγματικά αποτελέσματα της ιστορικής δράσης των ανθρώπων δεν είναι πάντα αυτά που οι άνθρωποι που έδρασαν είχαν ως στόχο. Τα πραγματικά αποτελέσματα πολλές φορές, κανείς δεν τα είχε θελήσει, παρ’ όλ’ αυτά όμως επέρχονται και μάλιστα με έναν τρόπο που μοιάζει να υπακούει σε μια ιστορική λογική. Καθένα από τα άτομα και τις ομάδες που δρουν αποβλέπει στους δικούς του στόχους, κανείς δεν σκοπεύει στην ιστορική ολότητα, στο συνολικό ιστορικό αποτέλεσμα. Όλα συμβαίνουν σαν αυτή η ιστορική ολότητα, το συνολικό ιστορικό αποτέλεσμα να ήταν κατά κάποιο τρόπο εκ των προτέρων δεδομένα και να απαντούσαν σε μια «πρόθεση», στην «πρόθεση» της Ιστορίας για τον Γιάννη Λασκαράκη, αφού δεν είναι πρόθεση κανενός.
Ο Γιάννης Λασκαράκης απαντά με το βιβλίο του στα επίμονα ερωτήματά μας: Τι είναι αυτό που δίνει στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα αυτή τη φαινομενικότητα μιας θαυμάσια υπολογισμένης και σκηνοθετημένης τραγωδίας, όπου άλλοτε τα προφανή λάθη των πρωταγωνιστών είναι απολύτως ανίκανα να εμποδίσουν το αποτέλεσμα να πραγματοποιηθεί και άλλοτε ο πρωταγωνιστής, μέχρι τότε αλάθητος, κάνει το μόνο λάθος της ζωής του, που με τη σειρά του ήταν απαραίτητο, για να παραχθεί το «επιδιωκόμενο» αποτέλεσμα;
Είναι «ο δόλος της Ιστορίας» μας λέει ο Γιάννης Λασκαράκης.
Ο δόλος της Ιστορίας κατά τον συγγραφέα οδήγησε μια σημαία να γίνει υποκείμενο της Ιστορίας το καλοκαίρι του 1909, όταν ορισμένοι υπερπατριώτες υπέστειλαν την τουρκική σημαία και τη σημαία της Αυτόνομης Κρήτης από το φρούριο στην είσοδο του λιμανιού των Χανίων και τις αντικατέστησαν με την ελληνική. Πρόθεση των ανθρώπων εκείνων δεν ήταν βέβαια να οδηγήσουν σε ένα Κίνημα των Αξιωματικών στο Γουδί, να φέρουν τη χώρα τους κοντά σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο, δώδεκα μόνο χρόνια μετά την ήττα του 1897 και όσα άλλα ακολούθησαν, ήταν όμως δόλος της Ιστορίας.
Κι ενώ τη χρονική περίοδο των ετών 1911 – 1912 με την ίδρυση του νέου κόμματος από τους οπαδούς του πρίγκιπα Σαμπαχατίν και τη δράση της μυστικής οργάνωσης των «Σωτήρων Αξιωματικών» φαίνεται να κλονίζεται το Κομιτάτο των Νεότουρκων και φαίνεται επιτέλους από το ένα ως το άλλο άκρο της Αυτοκρατορίας οι εθνότητες να ενώνονται και το σχέδιο της Οργάνωσης της Κωνσταντινούπολης για ειρηνική συμβίωση όλων των λαών που αποτελούν συνέχεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να λαμβάνει νέα πνοή, ο «δόλος» της Ιστορίας ήταν άλλος και αποδείχθηκε με την κήρυξη τον Οκτώβριο του 2012 του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου και τη διάψευση κάθε ελπίδας για ειρηνική συμβίωση των λαών.
Αλλά και αργότερα μετά τη διάσκεψη της ειρήνης του Βουκουρεστίου που έληξε τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, τον Ιούλιο του 2013 και τη γρήγορη εξομάλυνση της κατάστασης, της ζωής και της συμβίωσης των Τούρκων, Ελλήνων και Αρμενίων, κανείς δεν φανταζόταν ότι μια αιφνιδιαστική δολοφονία στο Σεράγεβο του Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας από έναν εθνικιστή Σερβοβόσνιο φοιτητή θα αποτελούσε ουσιαστικά την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ούτε βέβαια ήταν αυτό στις προθέσεις του δράστη, φαίνεται όμως ότι περιλαμβανόταν στον «δόλο» της Ιστορίας.
Ακολούθως αναφέρει ο συγγραφέας και το τυχαίο γεγονός, του θανάτου του βασιλιά Αλέξανδρου από το δάγκωμα ενός πιθήκου, τον Σεπτέμβριο του 1920, εκτιμώντας ότι άλλαξε δραματικά το πολιτικό σκηνικό και προκάλεσε τέτοια καταιγίδα που τα σάρωσε όλα, όπως χαρακτηριστικά γράφει. Ο συγγραφέας μάλιστα συμπληρώνει τη ρήση του Τσόρτσιλ που είπε ότι το δάγκωμα ενός πιθήκου προκάλεσε διακόσιες πενήντα χιλιάδες θανάτους, προσθέτοντας ότι προκάλεσε επίσης το δράμα του ξεριζωμού εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν ήταν στις προθέσεις κανενός εκ των πρωταγωνιστών του πολιτικού σκηνικού της εποχής εκείνης η Μικρασιατική Καταστροφή και η ανταλλαγή των πληθυσμών, περιλαμβάνονταν όμως στον «δόλο» της Ιστορίας.
Το ερώτημα που φαίνεται να βασανίζει τον συγγραφέα και το εκστομίζει μέσω του ήρωά του Λάσκαρη Βεσταβάκη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου είναι το αν είναι δυνατόν να τιθασευτεί ο ρους της Ιστορίας, να αλλάξει η πορεία της, να πάει κάποιος κόντρα στο ρεύμα της. «Αυτά, σκέφτεται ο Λάσκαρης Βεσταβάκης, είναι δουλειά των πολιτικών. Πόσο όμως ο πολιτικός έχει την ικανότητα να είναι διορατικός και εύστοχος στις επιλογές του; Κατά πόσο έχει σώας τα φρένας;» αναρωτιέται.
Κατά τη γνώμη μου ο Γιάννης Λασκαράκης απαντά στο ερώτημα αυτό με όσα εκφράζει ρητά αλλά και με όσα αφήνει να εννοηθούν. Θα τολμήσω να ερμηνεύσω την απάντηση αυτή παραθέτοντας αυτούσια μια παράγραφο του βιβλίου «ένιωθε το ασήκωτο βάρος που κουβαλούσε. Ήταν οι ψυχές των προγόνων του, που του ζητούσαν επιτακτικά να ακούσει τη φωνή των τάφων και να πραγματοποιήσει τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους. Αλλά και οι αγέννητες ψυχές των επιγόνων του, που απαιτούσαν να ζήσουν ειρηνικά τις ζωές τους χωρίς αίμα, πόνο και δάκρυ. Δεν ζητάμε πολλά, του έλεγαν, μόνο αυτά που ο Θεός μας έταξε όταν έπλασε τον άνθρωπο. Να καρπίζουν οι γυναίκες, να γεννούν με πόνο τα παιδιά τους και να θρέφουν με το γάλα τους πολίτες δημιουργικούς, που να ζουν και να γερνούν ειρηνικά. Ποιος Θεός θα τον βοηθούσε να τα καταφέρει και τα δυο; Την εκδίκηση και τη δικαίωση που απαιτούν οι πρόγονοι και το καταλάγιασμα των παθών που επιθυμούν οι επίγονοι; Ένιωσε καυτό στον κόρφο του το φυλαχτό που του έδωσε ο άγνωστος Τούρκος στρατιώτης στο Βελεστίνο πριν πεθάνει. Το φυλαχτό που μετέτρεψε σε κόσμημα για την αδικοχαμένη του Νιλουφέρ. Σαν να του φάνηκε πως άκουσε μια φωνή να βγαίνει από μέσα του: Καμία δικαίωση δεν υπάρχει για τους νεκρούς, Ανέστη. Μόνο οι ζωντανοί δικαιώνονται όταν εκπληρώνουν το χρέος τους απέναντι στον Δημιουργό για τη συνέχιση της ζωής».
Οι πολιτικοί λοιπόν, οι ηγέτες, αλλά και οι κοινωνίες, μπορούν να τιθασεύσουν τον ρου της Ιστορίας, μπορούν να αλλάξουν την πορεία της, μπορούν να πάνε κόντρα στο ρεύμα της όταν αυτό οδηγεί σε ιστορικές τραγωδίες, μόνο όταν έχουν γνώμονα για τις αποφάσεις τους όχι τη δικαίωση των νεκρών αλλά τη δικαίωση των ζωντανών, την εκπλήρωση δηλαδή του χρέους τους απέναντι στον Δημιουργό για τη συνέχιση της ζωής, όπως το διατυπώνει ο συγγραφέας.
Τελειώνοντας να πω ότι κατά τη γνώμη μου το πιο συγκλονιστικό και πιο αντιπροσωπευτικό του συγγραφέα κεφάλαιο, είναι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου «Η Ντενίζ από την Καβάλα», όπου συναντώνται οι πρόσφυγες, αυτοί που φεύγουν, μ’ αυτούς που έρχονται και αντιλαμβάνονται, αυτή την ιστορική στιγμή, ότι, όλοι τους είναι άνθρωποι, φτιαγμένοι από την ίδια πρώτη ύλη, γεννημένοι κάτω από τον ίδιο ουρανό, πάνω στην ίδια γη, με τα ίδια όνειρα, τους ίδιους φόβους, τα ίδια πάθη, τις ίδιες αγωνίες.
Συγκλονιστική όμως ήταν και η αφήγηση προηγουμένως της δράσης των έξι Ελλήνων στρατιωτών που αφαίρεσαν με ακραία βίαιο τρόπο τις ζωές τριών κοριτσιών μουσουλμάνων και αντίστοιχα του Μουαμέρ και της ένοπλης ομάδας τούρκων που έκαναν το ίδιο σε τρεις κοπέλες χριστιανές.
Άνθρωποι δρουν και στο κεφάλαιο «η Ντενίζ από την Καβάλα», άνθρωποι δρουν και στην περίπτωση των παραπάνω τερατουργημάτων.
Βιβλία όπως αυτό του Γιάννη Λασκαράκη πρέπει να διδάσκονται στα σχολεία, όπως και ανάλογα βιβλία τούρκων συγγραφέων πρέπει να διδάσκονται στα τουρκικά σχολεία.
Μόνο έτσι μπορούμε να διατηρούμε την ελπίδα οι κοινωνίες των δύο γειτονικών χωρών να δημιουργούν στο μέλλον ανθρώπους σαν τη Ντενίζ και την οικογένειά της και όχι ανθρώπους σαν τους έξι Έλληνες στρατιώτες και τον Μουαμέρ.
Γιατί, όπως γράφει και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, «εμείς είμαστε υπεύθυνοι για το μέλλον και για το παρόν μας και αυτό γιατί η ιστορία, όπως και το ον εν γένει, είναι δημιουργία και καταστροφή και συνεπώς το τι θα γίνει εξαρτάται από το τι θα δημιουργήσουμε και τι θα καταστρέψουμε εμείς οι ίδιοι».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου