ΜΟΝΑΧΟ – Η ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ ΙΖΑΡ
Στα
δημόσια κτίρια και τα αρχιτεκτονικά μνημεία της ευρωπαϊκής μητρόπολης
αντανακλάται το όραμα του Βαυαρού ηγεμόνα Λουδοβίκου Α΄, πατέρα του
πρώτου Έλληνα βασιλιά Όθωνα Α΄, που ήθελε να αντιγράψει την αρχαία
Αθήνα.
Πιστά αντίγραφα του Παρθενώνα και των Προπυλαίων στο Ρέγκενσμπουργκ και στο Μόναχο
Τον ενθουσιασμό του φιλελληνικού κύκλου του 19ου αιώνα ο δήμαρχος Μονάχου Christian Ude
Έρευνα –επιμέλεια
Σταύρος Παπαθανάκης
Οι
σχέσεις Ελλάδας –Βαυαρίας είναι βαθιές και ουσιαστικές. Δεν ξεκίνησαν
από την άφιξη του Όθωνα του πρώτου βασιλιά μετά την αποτίναξη του
οθωμανικού ζυγού. Η μακρά περίοδος της βασιλείας του (1832-1862) έμελλε
να επηρεάσει καταλυτικά την «εθνική και πολιτική ταυτότητα του νεαρού
ελληνικού κράτους». Η Βαυαροκρατία έγινε συνώνυμο της ξενοκρατίας. Ήταν,
όμως, εκείνη την περίοδο η Βαυαρία φορέας ενός καθεστώτος υποτέλειας
για την Ελλάδα; Διαδραμάτιζε τέτοιο ρόλο στη διεθνή διπλωματική σκηνή
της εποχής, ώστε να διεκδικεί το καθεστώς της επικυριαρχίας; Ούτε το ένα
ισχύει ούτε το άλλο. Η Βαυαρία ήταν το μόνο βασίλειο που ήθελε και
μπορούσε να μας δώσει βασιλιά, γιατί ο ηγεμόνας της Λουδοβίκος Α΄ ήταν
ελληνολάτρης που έγραφε φλογερούς στίχους αφιερωμένους στην Ελληνική
Επανάσταση και πίστευε στην απελευθέρωση της Ελλάδας.
ΔΥΟ ΜΕΤΡ ΤΗΣ «ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ» ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Να πως ερμηνεύει τη στάση του Λουδοβίκου Α΄ ο Επαμεινώνδας Κ. Στασινόπουλος:
«Η
Ελλάς οφείλει πολλά στο Λουδοβίκο Α΄ της Βαυαρίας. Την εξύμνησε από τα
νεανικά του χρόνια, όταν ακόμα ήταν υπόδουλη. Διέθεσε μεγάλα ποσά για
τον Αγώνα της Ελευθερίας της. Προπαγάνδισε την ελληνική ανεξαρτησία και
ενίσχυσε με τα ποιήματά του και την προσωπική του επιρροή τη φιλελληνική
κίνηση στο δυτικό κόσμο, που τόσο βοήθησε στην απελευθέρωση του τόπου.
Και τέλος, όταν η Ελλάς ελευθερώθηκε, έστειλε το δευτερότοκο γιο του
Όθωνα να βασιλεύσει στο μικρό κράτος που αναγεννιόταν και από το οποίο
έλλειπαν όλα τα άλλα εκτός από τη δόξακαι τα ερείπια …
»Αυτά
τα δυο : δόξα και ερείπια θα σκέφθηκε να αποθανατίσει ο ελληνολάτρης
Βασιλιάς, όταν ανέθετε στους δυο Βαυαρούς ζωγράφους Ες και Ρότμαν να
έλθουν στην Ελλάδα και να ζωγραφίσουν τους πίνακες που θα κοσμούσαν τις
στοές του Ανακτορικού Κήπου του Μονάχου και τη Νέα Πινακοθήκη.
Ο
Perer von Hess (1792-1871) ζωγράφισε κυρίως πρόσωπα. Αποθανάτισε στους
πίνακές του τους πρωταγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης. Αυτούς που
είχαν συνθέσει τη δόξα
του Εικοσιένα. Ο Karl Rottmann (1797-1850) περιορίστηκε στα τοπία.
Αναζήτησε στην ελληνική γη και στις ομορφιές της την πηγή από την οποία
ανέβλυσε στον τόπο των Θεών το Ωραίο. Πίστευε πως η ελληνική φύσις και
το περιβάλλον υπήρξαν οι δημιουργοί του ελληνικού μεγαλείου «από το
Μαραθώνα ως το Μεσολόγγι, από τον Όμηρο ως τα δημοτικά τραγούδια». Και
με την ποιητική αυτή διάθεση ζωγράφισε μια σειρά από μεγάλους πίνακες
ελληνικών τοπίων».
ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ Κ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κ.Δ. ΦΛΩΡΙΑ
«Όχι για αιώνες, αλλά για χιλιετίες θέλω να οικοδομήσω»
Ήταν το όραμα του βασιλιά που «ήθελε να κάνει κάτι από τη χώρα του» και «αναζητούσε την χώρα των Ελλήνων με την ψυχή του»
Η
φράση του Λουδοβίκου «Όχι για αιώνες αλλά για χιλιετίες θέλω να
οικοδομήσω» απηχεί το όραμά του και ταυτόχρονα ένα δημόσιο πρόγραμμα
επενδύσεων με πολλαπλούς στόχους και επιδιώξεις. Με τις πρωτοβουλίες του
ο Λουδοβίκος θέλει να καταστήσει το Μόναχο πόλο έλξης καλλιτεχνών.
Τετρακόσιοι καλλιτέχνες ζούσαν στην πόλη, ένα σημαντικό ποσοστό του
πληθυσμού και πάνω απ’ όλα ένα εξαιρετικά χαρακτηριστικό στοιχείο της
κοινωνίας. Η «Αθήνα του Ίζαρ» από όραμα του βασιλιά γινόταν πράξη και
πραγματικότητα. Τα δημόσια κτίρια και αρχιτεκτονικά μνημεία αντανακλούν
το όραμα του πεφωτισμένου ηγεμόνα που ήθελε να οικοδομήσει σύμφωνα με το
αξεπέραστο πρότυπο της ιδανικής πολιτείας, της αρχαίας Αθήνας.
Θα
επιχειρήσουμε μια περιδιάβαση στους δρόμους, τις πλατείες και τους
κήπους του Μονάχου για να συναντήσουμε κάποια από τα πλέον εμβληματικά
αρχιτεκτονικά μνημεία της πόλης. Από την πλατεία του Ωδείου μπαίνουμε
στον Ανακτορικό κήπο όπου συναντούμε το ναό της Άρτεμης. Σε απόσταση
λίγων μέτρων ξεκινάει ο Αγγλικός κήπος με τον μονόπτερο. Εκεί κοντά
βρίσκεται η Λεωφόρος Λούντβιχ με την Κρατική Βιβλιοθήκη με τα αγάλματα
του Αριστοτέλη, του Ιπποκράτη, του Θουκυδίδη και του ……….. να κυριαρχούν
στην είσοδο της. Στην πλατεία του Βασιλιά στην περίφημη Königsplatz, θα
εντυπωσιαστούμε από τα γλυπτά και τις απεικονίσεις τους στο σταθμό του
μετρό. Ακόμη πιο δυνατή θα είναι η εντύπωσή μας όταν θα βγούμε στην
επιφάνεια για να συναντήσουμε μια ρεπλίκα των Προπυλαίων! Είναι ένα έργο
του αρχιτέκτονα και συμβούλου του Λουδοβίκου Α΄ του Λέο φον Κλέντσε,
ενός εκ των σημαντικών εκπροσώπων του Φιλελληνικού Κύκλου του Μονάχου, ο
οποίος ανέλαβε να υλοποιήσει το όραμα του βασιλιά και «να οικοδομήσει
την Αθήνα του Ίζαρ». Μέσα στις επιφάνειες των στοών της βλέπουμε με
ελληνικά γράμματα τα ονόματα των ηρώων της Επανάστασης του 1821 και των
Φιλελλήνων. Είναι ένας ναός του φιλελληνικού πνεύματος του Μονάχου και
της Ευρώπης. Η παρακείμενη Γλυπτοθήκη έχει μια ενδιαφέρουσα συλλογή
γλυπτών από την αρχαία Αθήνα και την αρχαία Ρώμη. Στον Βοτανικό κήπο θα
βρεθούμε μπροστά σε ένα επιβλητικό γλυπτό του Ποσειδώνα. Στο κλασικό
ύφος και η «Αίθουσα της Δόξας», έργο επίσης του Κλέντσε, όπου κυριαρχεί
το άγαλμα της Μπαβάρια, ένα από τα πιο δημοφιλή και γνωστά μνημεία του
Μονάχου. Είμαστε στο λιβάδι της Θηρεσίας όπου διοργανώνεται το περίφημο
Oktoberfest, η μεγαλύτερη παγκόσμια γιορτή με τα 6.000.000 επισκεπτών
και του χρόνου αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον η 200στή επέτειος της
καθώς για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1810. Ανάμεσα
στα δυο προάστια του Μέντσινγκ και του Νόιχαουζεν ο επισκέπτης θα βρεθεί
στο όμορφο και πράσινο περιβάλλον ενός αστικού αισθητικού πάρκου και θα
έχει την ευκαιρία να δει τον Πύργο των Νυμφών και το ναό του Απόλλωνα.
Αν υπάρχει χρόνος μπορεί να προγραμματίσει μια επίσκεψη στο
Ρέγκενσμπουργκ που βρίσκεται 104 χιλιόμετρα από το Μόναχο. Εκεί σε μια
καταπληκτική τοποθεσία στη στροφή του Δούναβη ο Λέο φον Κλέντσε
κατασκεύασε την ονομαστή Βαλχάλα, το «Γερμανικό Πάνθεο», αν και αρχικώς
είχαν υπάρξει σκέψεις για την υιοθέτηση της ονομασία του αρχαίου
προτύπου του Παρθενώνα αλλά τελικώς προτίμησαν μια ονομασία που
παραπέμπει στους γερμανικούς μύθους και μέσω αυτής μπορεί να
εξυπηρετηθεί ο στόχος για μια εξιδανικευμένη και ιδεαλιστική αντίληψη
για το γερμανικό έθνος και την ιστορία του.
Σε
όλα σχεδόν τα κτίρια ο Λουδοβίκος Α΄ (1825-1848), από πρίγκιπας, μέχρι
να διαδεχθεί τον πατέρα του Μαξιμιλιανό Α΄ Ιωσήφ (1805-1825),
παρενέβαινε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της κατασκευής τους.
«Παρ’
όλη την κριτική» -γράφει ο ιστορικός Φρίντριχ Πριντς στο βιβλίο του «Η
ιστορία της Βαυαρίας» (Die Geschichte Bayerns) –«για τις αισθητικές και
ιδεολογικές αντιλήψεις του βασιλιά δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί, ότι το
πάθος του για τα δημόσια κτίρια –που σημειωτέον δεν προκάλεσε κανένα
κρατικό χρέος, για το οποίο ήταν δικαιολογημένα πολύ υπερήφανος ο
Λουδοβίκος –ήταν ταυτόχρονα ένα τεράστιο πρόγραμμα δημιουργίας θέσεων
εργασίας για πολλές δεκαετίες. Και κάτι περισσότερο: Η βασιλική πολιτική
προώθηση της κατασκευής δημόσιων κτιρίων και της τέχνης ήταν η
προϋπόθεση για να γίνει το Μόναχο, σε ό,τι αφορά τις τεχνικές και
ανθρώπινες προϋποθέσεις, η πρώτη πόλη της τέχνης στη Γερμανία».
«Η ελληνική περιπέτεια του Λουδοβίκου»
Ο
Λουδοβίκος θα ταξιδέψει στην πατρίδα μας το 1836-37. Έρχεται για να
επιβλέψει τις εργασίες της κατασκευής των ανακτόρων (σημερινή Βουλή των
Ελλήνων). Η περιπέτεια της Ελλάδας τον συνέπαιρνε και τον ενθουσίαζε.
Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως την προσεγγίζει ο Βαυαρός ιστορικός
Φρίντριχ Πριντς μέσα στο βιβλίο του «Η ιστορία της Βαυαρίας» σε ένα
απόσπασμα με τον άκρως ενδιαφέροντα τίτλο «Η ελληνική περιπέτεια του
Λουδοβίκου :
»Η
Βαυαρία υπό τον Λουδοβίκο Α΄ για πρώτη φορά και μόνο στην περίπτωση της
Ελλάδας εμφανίστηκε με μια αυτόνομη πολιτική και μάλιστα σε πλήρη
αντίθεση με τους προσανατολισμούς της εξωτερικής πολιτικής της Βιέννης.
Ακόμη ως διάδοχος ο βασιλιάς ενεργοποιήθηκε με πάθος και σημαντικά
οικονομικά μέσα στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων κατά της
Οθωμανικής κυριαρχίας, κι αυτό προς δυσαρέσκεια του Μέτερνιχ, ο οποίος
καταδίκαζε κάθε επανάσταση άρα και την ελληνική. Πέρα απ’ αυτό, φοβόταν
ότι η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα ενίσχυε δραματικά σε
βάρος της Αυστρίας την πολιτική επιρροή της ορθόδοξης Ρωσίας, η οποία
αντιλαμβανόταν το ρόλο της ως μιας προστάτιδας δύναμης των χριστιανών
της περιοχής. Ο Λουδοβίκος ενίσχυσε πολυάριθμες φιλελληνικές οργανώσεις,
χρηματοδότησε αγορές οπλών, έστειλε στρατιώτες και αξιωματικούς για την
υποστήριξη του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Στο Μόναχο, παρά
τις αυστριακές διαμαρτυρίες ο ελληνιστής και πανεπιστημιακός καθηγητής
Φρίντριχ Βίλχελμ Τηρς συγκέντρωνε στο πνεύμα του βασιλιά χρηματικά ποσά,
στρατολογούσε στρατιώτες και συνέτασσε πύρινες εκκλήσεις υπέρ της
ελληνικής υπόθεσης.
»Αυτό
ειδικά το τελευταίο θα είχε λιγότερη σημασία, επειδή εκείνη ακριβώς την
περίοδο παντού στην Ευρώπη κυριαρχούσε ένας «φιλελληνικός»
ενθουσιασμός. Όταν όμως το 1829-30 οι Μεγάλες Δυνάμεις Αγγλία, Ρωσία και
Γαλλία αποφάσιζαν την ανεξαρτησία της Ελλάδας και ο Έλληνας εθνικός
ήρωας, ο κόμης Ιωάννης Αντώνιος Καποδίστριας (17761831), έπεφτε θύμα
δολοφονικής επίθεσης στα σκαλιά της εκκλησίας στο Ναύπλιο, η Βαυαρία
ήταν εκείνη που μπορούσε να υποδείξει τον πρώτο νεοέλληνα βασιλιά: ήταν ο
δεύτερος γιος του Λουδοβίκου ο Όθων (1815-1867). Ο Όθων έφτασε στην
Ελλάδα στις 30 Ιανουαρίου 1833 και στην αρχή ο πληθυσμός υποδέχθηκε με
ενθουσιασμό τον 17χρονο ξανθό τότε νεαρό που κέρδιζε με το παρουσιαστικό
του. Και πραγματικά κινητοποιήθηκε ένα μέρος των υψηλών προδιαγραφών
Βαυαρικής διοίκησης, η οποία από ένα αναχρονιστικό μεσαιωνικό
–ανατολίτικο σύστημα κυριαρχίας επιχείρησε να δημιουργήσει μια μοντέρνα
ευρωπαϊκή κρατική υπόσταση.
Στην κορυφή της ετέθησαν ο ιστορικός του Δικαίου Georg Ludwig Maurer (σ.σ. στον οποίο οφείλουμε το σύγχρονο Αστικό και Ποινικό Δίκαιο, στο οποίο ενσωματώθηκε το εθιμικό δίκαιο), ο Josef Ludwig von Armansperg, προηγούμενα υπουργός Οικονομικών της Βαυαρίας και ο δυναμικός Karl von Abel,
ο μετέπειτα επικεφαλής υπουργός του Λουδοβίκου ως την υπόθεση
Λόλα-Μοντέζ (σ.σ. που οδήγησε στην εκθρόνιση του Λουδοβίκου το 1848).
Ακόμη κι αν υπήρξαν άστοχες ενέργειες –με δήμευση των εκκλησιαστικών
κτημάτων των ελληνο-ορθόδοξων μοναστηριών, από τις 400 μοναστηριακές
κοινότητες παρέμειναν μόνο οι 82-, τα τριάντα χρόνια συνολικά του
Βαυαρικού βασιλείου στην Ελλάδα σήμαιναν μια περίοδο θεμελιωδών
εσωτερικών μεταρρυθμίσεων και επίσης μια ισχυρή ώθηση εκσυγχρονισμό για
μια καθυστερημένη χώρα. Η κατάρρευση του βασιλείου του βασιλιά Όθωνα το
1862 προκλήθηκε ουσιαστικά από τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες μετά τον
Κριμαϊκό πόλεμο 1853-56 δεν είχαν κανένα πια ενδιαφέρον για τη Βαυαρική
κυριαρχία στην Ελλάδα. Χωρίς άλλο όμως η ανάγκη, να υποστηριχθεί
οικονομικά η ελληνική βασιλική κυριαρχία, δημιούργησε ξανά και ξανά
προβλήματα στο Λουδοβίκο Α΄ με το κοινοβούλιο, το οποίο στη διαρκώς
συντηρητικότερη πορεία του βασιλιά απαντούσε με οξύτατη αντιπαράθεση και
στο θέμα της πολιτικής του για την Ελλάδα. Εντούτοις με μεγάλη επιμονή ο
Λουδοβίκος επέμενε στο ελληνικό εγχείρημα, με ένα συμπαθητικό
ιδεαλισμό. Συγκινητικό είναι το ενθουσιώδες δίστιχό του 1846: «Είτε μοναρχία γινόταν, είτε δημοκρατία, δεν με απασχολούσε, εγώ ήθελα μόνο την ελευθερία της Ελλάδας». Αυτό πρέπει να του το πιστέψουμε. Και μόνο η διαρκής υπεράσπιση για το «καθαρό ελληνικό ύφος» της αρχιτεκτονικής του απηχεί τον αδιατάρακτο ενθουσιασμό του, με τον οποίο «τη χώρα των Ελλήνων με την ψυχή αναζητούσε».
Δεν
ήταν αρκετά όλα αυτά και στο τέλος η ελληνική βασιλεία του δευτερότοκου
γιου του Οίκου Wittelsbach τελείωνε το 1862 με την εκθρόνιση του Όθωνα.
Ήδη πιο πριν, στην επαναστατική εθνοσυνέλευση του 1849, ο σημαντικός
Φαίλζος δημοσιολόγος και δημοκρατικός πολιτικός Georg Friedrich Kold
έκανε δημόσια ένα αρνητικό απολογισμό για τα κόστη της «ελληνικής
περιπέτειας» και για τον περίεργο τρόπο χρηματοδότησής της. Σύμφωνα με
τη θέση της νέας κυβέρνησης υπό τον βασιλιά Μαξιμιλιανό Β΄ «η υπόθεση
δανεισμού της Ελλάδας χρησιμοποιήθηκε με σημαντική επιτυχία σε όλη τη
χώρα ως ένας αποφασιστικός μοχλός της ανατροπής». Τον Λουδοβίκο Α΄ τον
απειλούσαν με κατηγορία. Έτσι ήταν αναγκασμένος, τα χορηγηθέντα δάνεια
να τα πληρώσει από το προσωπικό του ταμείο και μ’ αυτό τον τρόπο να
γίνει πιστωτής του νεοελληνικού κράτους και να μην δει ποτέ τα χρήματά
του».’……………………..
/////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////
Είχε δημοσιευτεί στον «Βορέα»(τεύχος 48_ τον Ιούνιο 2009, πριν 16
χρόνια!
χρόνια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου