Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ιστορικός αρμενικός ναός του Σουρπ Κεβόρκ στο Διδυμότειχο, πιστός στην παράδοση,λειτουργεί ξανά στις 27 Σεπτεμβρίου 2026 στις 10.30 πμ-Της πολιτισμολόγου Φωτεινής Γραμμενίδου-Γκουντινάκη





 

ΟΙ ΑΡΜΕΝΙΟΙ ΤΟΥ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ*

Το Διδυμότειχο, μετά τη διοικητική αναδιοργάνωση του 1867, υπήχθη στο σαντζάκι της Αδριανούπολης, το οποίο υπαγόταν στο βιλαέτι της Αδριανούπολης. Στη συνέχεια, από τη δεκαετία περίπου του 1880 αποτελούσε την έδρα του καζά του σαντζακιού.

Σύμφωνα με τον Ν. Βαφείδη, Αρμένιοι ζούσαν στο Διδυμότειχο ήδη από τη βυζαντινή εποχή, ενώ κατά την τουρκοκρατία μετοίκησαν σε αυτό κατά καιρούς από διάφορες περιοχές.Αναφέρεται, επί παραδείγματι, ότι Αρμένιοι είχαν έρθει από την πόλη Έγκιν της Αρμενίας και είχαν εγκατασταθεί στο χωριό Άρμενα ή Ερμενίκιοϊ (περιοχή της Μακράς Γέφυρας), οπότε και μετοίκησαν στο Διδυμότειχο.Αυτή τη διαδρομή φαίνεται ότι ακολούθησε και ο Δερ-Κεβόρκ, ιερέας της αρμενικής κοινότητας του Διδυμοτείχου στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο C. Sayger, αξιωματικός του ρωσικού στρατού που επισκέφτηκε την περιοχή του Διδυμότειχου το 1829, αναφέρει ότι από τους 13.000 περίπου κατοίκους της πόλης,ορισμένοι ήταν Αρμένιοι, ενώ την ίδια χρονιά ο Γάλλος Enecholm κάνει λόγο για 12 αρμενικά σπίτια. Εντούτοις, στις οθωμανικές απογραφές του 1831 δεν υπάρχει καταγραφή αρμενικού πληθυσμού.

 Στα 1862/3παραδίδεται ότι σε ολόκληρη την επαρχία Διδυμοτείχου ζούσαν 20 οικογένειες Αρμενίων. Η εν λόγω πληροφορίακαταγράφει με σχετική σαφήνεια την εικόνα του αρμενικού πληθυσμού της πόλης, αφού κατά πάσα πιθανότητα οι Αρμένιοι ζούσαν μόνο μέσα στο Διδυμότειχο. Ωστόσο, στοιχεία της χρονιάς 1878, τα οποίαπροέρχονται από το EthnographieduVilayetdAndrianopleCourierdOrientτης Κωνσταντινούπολης ανεβάζουν τον αριθμό των Αρμενίων του Διδυμοτείχου στους640. Παρά ταύτα, η αξιοπιστία των παραπάνω στοιχείων αμφισβητείται από τους μελετητές. Σ’ αυτό συνηγορεί και η μεγάλη απόκλιση από την οθωμανική πηγή του 1889που παραθέτει ο Ι. Μπακιρτζής στη μελέτη του, η οποία κάνει λόγο για 216 Αρμενίους που ζούσαν σε ολόκληροτον καζά του Διδυμοτείχου. Σύμφωνα με την αναφορά του πληθυσμού του Διδυμοτείχου, η οποία αποτυπώνεται σε επιστολή-απάντηση που στέλνουν η Μητρόπολη και η Κοινότητα Διδυμοτείχου, το 1892, στη βουλγαρική εφημερίδα της Σόφιας «Novini» («Νέα») σε θέμα που έθιγε την ελληνικότητα της πόλης, ο αρμενικός πληθυσμός ήταν 186 άτομα. Στα τέλη του αιώνα η οθωμανική επετηρίδα του σαντζακιού της Αδριανούπολης μνημονεύει 200 Αρμένιους στον καζά του Διδυμοτείχου, ενώ το BulletindOrient του 1906 μόλις 150.

Η αρμενική κοινότητα διέθετε δικό της σχολείο και εκκλησία. Το σχολείο βρισκόταν πίσω από τον προαύλιο χώρο του ναού, την εποχή του ιερέα Κεβόρκ. Μετά, όμως, την καταστροφή του σχολείου από πυρκαγιά, το καινούργιο οικοδομήθηκε κάτω από τις Καστρόπορτες και πιο πάνω από το δημόσιο ρολόι, επί Τζώρτζη πασά και Νομάρχη Αδριανούπολης τον Καδρή πασά, το 1881. Στο σχολείο, το οποίο ήταν εξατάξιο, φοιτούσαν 25 μαθητές και μαθήτριες και είχε δύο γυναίκες εκπαιδευτικούς. Την ύπαρξή του επιβεβαιώνει η προαναφερθείσα επιστολή της Μητρόπολη και της Κοινότητας Διδυμοτείχου, του 1892.

Η συνοικία που ζούσαν οι Αρμένιοι, τα «αρμένικα»,  βρισκόταν στην περιοχή από το δημόσιο ρολόι της πόλης, μέχρι το ανώτερο δεξί τμήμα των σημερινών οδών Δημοκρατίας και Καντακουζηνού. Εκεί  ζούσαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα οι περισσότεροι Αρμένιοι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πιθανόν δεν θα υπήρχαν και αλλού σπίτια Αρμενίων, δεδομένου ότι οι συνοικίες της πόλης την περίοδο αυτή, είχαν κατά βάση μικτούς πληθυσμούς.

Κατά την ίδια περίοδο, αλλά και από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, η αρμενική κοινότητα παρουσίαζε ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική άνοδο. Οι ασχολίες των μελών της ήταν, κυρίως, η αργυροχρυσοχοΐα και το εμπόριο, στο οποίο φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένοι.

Αδιάψευστος μάρτυρας της αρμένικης παρουσίας στο Διδυμότειχο είναι η ξυλόστεγη και λιθόκτιστη βασιλική του Σουρπ Κεβόρκ, δηλαδή ο ναός του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του κάστρου, στην περιοχή Παληό. Ο Γουρίδης αναφέρεται με επιφύλαξη στη μελέτη των σουλτανικών βερατίων από τον Βαφείδη, από την οποία προκύπτει ότι οι Αρμένιοι ήδη κατά τον 18ο αιώνα ζούσαν στο Διδυμότειχο και ότι ο ναός από πολύ πριν είχε μεταβιβαστεί σε αυτούς. Έγγραφο του 1828 μνημονεύει ότι ο ερειπωμένος ναός ανοικοδομήθηκε από τον Γιάννη Κάλφα. Σημειώνεται ότι η εν λόγω ανοικοδόμηση γίνεται στη θέση του παλαιότερου αρμενικού ναού, ο οποίος είχε ήδη επισκευασθεί, ενώ και αυτός με τη σειρά του πριν είχε δομηθεί στη θέση του βυζαντινού ναού του αγίου Γεωργίου του Παλαιοκαστρίτη. Η αποπεράτωση του έργου, κατά τον Κεβόρκ Παπατζιάν, τελείωσε το 1831, επί αρμενίου Πατριάρχη Μπογός, μολονότι από μια μαρμάρινη εντοιχισμένη επιγραφή του 1828 συμπεραίνεται ότι τελείωσε παλαιότερα.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι για το ζήτημα της ανοικοδόμησης του ναού συγκλήθηκε γενική συνέλευση των Αρμενίων που ζούσαν στην περιοχή, στην οποία προήδρευσε ο αρμένιος μητροπολίτης της Αδριανούπολης. Στη συνέλευση αυτή αποφασίστηκε να αποτανθούν στον αρμένιο Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Στη συνέχεια, μετά από σχετική κυβερνητική εντολή, συγκλήθηκε έκτακτο συμβούλιο, υπό την προεδρία του βοηθού του καδήτου Διδυμοτείχου ΝαΐπΑλή Εφέντη, στο οποίο πήραν μέρος Τούρκοι και Αρμένιοι. Την ίδια χρονιάέγιναν τα εγκαίνια του ναού, ανήμερα του Αγίου Βασιλείου. Παραδίδεται ότι πολλοί από τους Αδριανουπολίτες επίσημους προσκεκλημένους ήρθαν στην πόλη μέσω του ποταμού Έβρου, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν ακόμη πλωτός, επειδή η χερσαία συγκοινωνία ήταν αδύνατη, λόγω της μεγάλης χιονόπτωσης.

Σύμφωνα με εντειχισμένη στην εξώθυρα του αυλόγυρου μαρμάρινη πλάκα, η οποία δεν υπάρχει πλέον σήμερα, το 1838 ανοικοδομήθηκε και το παρακείμενο στο ναό μοναστηριακό κτίσμα, ένα ξυλεπένδυτο ογκώδες κτίριο[1] που λειτουργούσε για τους Αρμενίους ως ξενώνας προσκυνητών. Για την ανοικοδόμησή του δόθηκε ειδική άδεια το 1815 με σουλτανικό διάταγμα. Στον χώρο αυτόν έμεναν οι Αρμένιοι από την Αδριανούπολη ή και από άλλες θρακικές πόλεις, όταν επισκέπτονταν το Διδυμότειχο είτε ως προσκυνητές είτε με κάποια άλλη αιτία. Οι περισσότεροι επισκέπτες έρχονταν στις γιορτές και τα πανηγύρια, από τα οποία τα σημαντικότερα πραγματοποιούνταν της Μεταμορφώσεως (Αϊλανγκερπουτιούν), την παραμονή της εορτής του Αγίου Γεωργίου (Σούρπ Κεβόρκ), αλλά κυρίως ανήμερα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Αστβαζατζίν).

Τέλος, οι Αρμένιοι του Διδυμοτείχου είχαν το δικό τους νεκροταφείο, το οποίο, όπως και των υπόλοιπων δογμάτων, κείτονταν έξω από την πόλη, με εξαίρεση βέβαια τις μοναστηριακές ταφές και τις έκτακτες περιπτώσεις που γίνονταν στον περίβολο του ναού. Συγκεκριμένα, τα αρμένικα, όπως παραδίδει ο Βαφείδης, βρίσκονταν κοντά στο νεκροταφείο των ελληνορθοδόξων και των εβραίων, σε τοποθεσία κοντά στον Ερυθροπόταμο(Κηζήλ-Ντερέ).

 

*Το παρόν συνιστά τμήμα της εργασίας: Φωτεινή Γραμμενίδου, «Οι Αρμένιοι της σημερινής ελληνικής Θράκηςαπό τις αρχές του 19ου αιώνα ως το1913», Κομοτηνή 2017.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Ν. Βαφείδης, «Ιστορία της αρμενικής κοινότητος Διδυμοτείχου και ο βυζαντινός ναός του αγίου Γεωργίου του Παλαιοκαστρίτου», Θρακικά 8 (1937).

Α. Ι.  Γουρίδης, Το ιστορικό Διδυμότειχο, Διδυμότειχο, Δήμος Διδυμοτείχου, 1999.

Α. Ι.  Γουρίδης, Διδυμότειχο, μια άγνωστη πρωτεύουσα, Κομοτηνή, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης-Έβρου - Αθανάσιος Ι. Γουρίδης, 2006.

K. H. Karpat, Ottoman Population 1830-1914.Demographic and Social Characteristics, Madison-London, the University of Wisconsin Press, 1985.

Α. Μαγκαριάν, Υπόμνημα για τις αρμενικές παροικίες της Θράκης και της Μακεδονίας (στα αρμενικά), Θεσσαλονίκη, 1929.

Ι. Μ. Μπακιρτζής, «Η µετάβαση από το 19ο στον 20ό αιώνα για τις πόλεις του βορειοελλαδικού χώρου – η περίπτωση των αστικών κέντρων της δυτικής Θράκης, όπως αποτυπώνεται στις επίσημες οθωµανικές επετηρίδες και λεξικά και στη γαλλόφωνη Επετηρίδα της Ανατολής».

Φωτογραφικό υλικό: Φωτεινή Γραμμενίδου, Σταύρος Παπαθανάκης



[1] Το κτίριο επισκευάστηκε ξανά το 1896, αλλά τον επόμενο αιώνα, όταν πάλι κατέστη ερειπιώδες αποφασίστηκε η κατεδάφισή του.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου