ΤΟ «ΓΕΝΝΑΙΟΝ ΨΕΥΔΟΣ»
Η ΨΕΥΔΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
ΚΑΙ Η ΕΚΚΩΦΑΝΤΙΚΗ ΣΙΩΠΗ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΥΤΟΠΟΥΛΟΥ
«Ο ΜΥΘΟΣ ΤΩΝ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΙΩΝ»
«ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΞΑΝΑΓΡΑΦΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ»
Το «γενναίον ψεύδος» έλκει την καταγωγή του κυρίως από το μυαλό του μεγάλου συντηρητικού ιδεαλιστή Έλληνα φιλοσόφου Πλάτωνα. Από τον ίδιο ορισμό του φανερώνει ότι όχι μόνο κρύβεται ή δεν μεταμφιέζεται για να φανεί αληθέστερον της έννοιάς του, αλλά με θρασύτατο θάρρος προβάλει σαν νεοφανές δυναμικό επιχείρημα και όπλο, που, με την εκ περισσού επιδεικνυόμενη ανάγκη, επιχειρεί να καταυγάσει τον κόσμο με τον σκοπό που κρύβει εντός του.
Στην ιστορία δεν είναι γενικά άγνωστος ο παραπάνω ορισμός, αλλά σημειώνεται ότι ο πρώτος επιφανής άνθρωπος που τον πολιτογράφησε και ασχολήθηκε διεξοδικά με την έννοια του «γενναίου ψεύδους», αποδεχόμενος μάλιστα την αναγκαιότητα της χρησιμοποίησής του, ήταν ακριβώς ο μεγάλος εχθρός της Αθηναϊκής Δημοκρατίας Πλάτων. Τονίζοντας, επί πλέον, ότι το «πολιτικόν ψεύδος» για να φέρει αποτέλεσμα, οφείλει να είναι «γενναίον». Με άλλα λόγια, να διατυπώνεται με ένα τρόπο περίτεχνο, ώστε να αποδείχνει σχεδόν ότι είναι πειστικό, για να γίνει αποδεκτό, σε κάθε περίπτωση, από τις λαϊκές μάζες στις οποίες και κατευθύνεται.
Από τότε το «γενναίον ψεύδος» χρησιμοποιήθηκε αναρίθμητες φορές στην ιστορία, κυρίως από τους πολιτικούς εξουσιαστές, επιφορτισμένους με απόλυτες ευθύνες. Για να φτάσει από τον Μεσαίωνα ως τα σήμερα να γίνει η πεμπτουσία της πολιτικής των κυβερνητών στις ταξικές κοινωνίες. Η διαφοράς τον τρόπο κοινοποίησής του είναι πολύ μεγάλη κατά περίπτωση.
Ο Πλάτων, λόγου χάρη, δίδασκε ότι το «γενναίον ψεύδος» πρέπει να αποβλέπει στο να επιδράσει αποτελεσματικά στα μυαλά των ανθρώπων που έχουν εγκέφαλο το πολύ παιδιού ως δέκα –δώδεκα ετών. Και τούτο γιατί τον διακατείχε η επιφύλαξη ότι όσο και περίτεχνα να είναι δουλεμένο, όσο τολμηρό και γενναίο κι αν είναι το ψέμα, δεν μπορεί να έχει ελπίδες να το πιστέψουν άνθρωποι με εμφανή ώριμη σκέψη. Και τούτο γιατί ο οραματιστής της «Ιδανικής Πολιτείας», στην κοινωνιολογική του θεώρηση, χώριζε την κοινωνία της εποχής του σε τρεις κατηγορίες –τάξεις θα λέγαμε σήμερα- αποδίδοντας σ’ αυτές την αντίστοιχη σε κάθε μία της αποστολή και προσδιορίζοντας τα ανάλογα καθήκοντά τους: 1. στους βασιλείς – φιλοσόφους - γόνους των πλουσίων που είχαν όλες τις δυνατότητες να μορφωθούν ολόπλευρα και να εξελιχθούν σε ικανούς πολιτικούς, με προορισμό αυτοί να κυβερνούνε την πόλη-κράτος, αφού πίστευε ουτοπικά ότι αυτοί, και μόνο αυτοί, θα είναι οι αδιάφθοροι, οι εντιμότεροι, οι άριστοι στο ήθος, οι πιο δραστήριοι και πιο σκεπτόμενοι για τις τύχες της πόλης. 2. στους φύλακες, τους επιφορτισμένους να είναι οι ένοπλοι υπερασπιστές και φρουροί, υποστηρικτές και προστάτες της Πολιτείας. 3. στους δημιουργούς –τους απασχολούμενους σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας που αφορούν στην παραγωγή των αγαθών, τη διατροφή και συντήρηση της κοινωνίας και γενικά τις τέχνες.
Ωστόσο, προσέξτε να δείτε: ο Πλάτων, ενώ εκφέρει τον ωραιότερο προσδιορισμό για την Τρίτη κατηγορία της τριχοτομημένης κοινωνίας «του» ως δημιουργικούς, εκφράζει και καλλιεργεί την άποψη σ’ όλα τα μέλη της ότι της τελευταίας κατηγορίας τα μέλη διακονούν το πιο περιφρονημένο επάγγελμα που θεωρούνταν βασανιστικό, σκληρό, βάναυσο γι’ αυτό, ως χειρονακτικό επάγγελμα, ταιριάζει μόνο στους εκ γενετής ανίκανους και ανήμπορους ν’ ασχοληθούν με πνευματικά, πολιτικά, κυβερνητικά ζητήματα. Πιθανότατα να ενστερνίστηκε αυτή την άποψη από τον μεγάλο φιλόσοφο –δάσκαλο, τον Σωκράτη, που δίδασκε ότι η εξουσία πρέπει να ανατίθεται μόνο σε «ειδικούς», με την αιτιολογία ότι ο δήμος δεν μπορεί να έχει λόγο επί των πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων, γιατί δεν έχει την κατάλληλη κατάρτιση, αντίληψη και προετοιμασία.
Είναι χαρακτηριστική, από αυτή την πλευρά, η τελείως ανεδαφική αντιδραστική και απαξιωτική θέση του Πλάτωνα, σύμφωνα με την οποία οι δημιουργοί, οι εργαζόμενοι χειρωνακτικά δημότες, είναι αναγκαίοι στην κοινωνία, αλλά αυτό, κατά τον φιλόσοφο, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι απαραίτητο να αποκτούν και δικαιώματα.1 Κατά συνέπεια, όταν οι βασιλείς φιλόσοφοι αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητες δυσκολίες, που προβάλλουν από τις δικές τους αυθαιρεσίες και εκτροπές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είναι δυνατόν και αναγκαίον να χρησιμοποιείται το «γενναίον ψεύδος». Από τότε οι διαδεχόμενοι οι μεν τους δε, έχοντες και κατέχοντες την εξουσία και τη δύναμη κληροδότησαν το … ευγενές ηγετικό αξίωμά τους σε ολόκληρες γενεές ομογάλακτών τους, εμπεδώνοντας στη συνείδησή τους ότι αυτό οφείλεται στον αυτονόητο και αφ’ υψηλού χαραγμένο προορισμό τους.
Έτσι, το «γενναίον ψεύδος» επιζεί και θριαμβεύει ως τα σήμερα, με συνέπεια να οδηγεί πολλές κοινωνίες σε μεγάλες, ακόμα και σε εθνικές καταστροφές. Με τα «γενναία ψεύδη» το 1821 οι εφοπλιστές, μεγαλέμποροι και προύχοντες, στην απόλυτη πλειοψηφία τους, επιχείρησαν και με τη λυσσώδη συμπαράταξη, υποστήριξη και …ευλογία της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας, να εμποδίσουν και να αποτρέψουν τους ανδρείους αγωνιστές του 1821 να ξεσηκώσουν τον τόσο μικρό τότε λαό μας, τον πεινασμένο και άοπλο, διαδίδοντας, κατά μαρτυρία και της αυθεντικότητας «Ελληνικής Νομαρχίας» του Ανωνύμου Έλληνος, ότι με τον οθωμανικό ζυγό υπήρχε ηρεμία και κατανόηση από μέρους του σουλτάνου και δεν χρειάζεται να πειραχτεί κι ότι είναι έγκλημα η εναντίωση του λαού, που όμως αφανιζόταν επί τρεισήμισι αιώνες από την εφ’ όρου ζωής πείνα, τη δυστυχία, το θανατικό και την απόγνωση.
Αλλά και όταν οι Ευρωπαίοι δυνάστες, σαν όργανα των πλουτοκρατών τους, είδαν τους κλέφτες και αρματολούς να ξεσηκώνουν τους αγωνιστές πατριώτες και να ντροπιάζουν τα πάνοπλα σουλτανικά φουσάτα και υπολογίζοντας την αντίδραση του φιλελληνικού κινήματος αλληλεγγύης στην Ευρώπη προς τους ήρωες του ’21, με τη στρατιωτική παρέμβασή τους, που την υπαγόρευαν και οι αντιθέσεις τους προς την Υψηλή Πύλη, επικουρούμενοι από τους ντόπιους αντιδραστικούς κοτζαμπάσηδες, μας επέβαλαν τους δικούς τους «γενναίον ψεύδος» που έλεγε ότι οι Έλληνες είναι καθυστερημένοι και απολίτιστοι, αγράμματοι και ανίκανοι να αυτοκυβερνηθούν.
Αλλά δεν αρκέσθηκαν μόνο σ’ αυτό. Και για να αποδείξουν την… αλήθεια του λόγου τους, βρήκαν ατσίδες διανοούμενους λακέδες, οι οποίοι ως γνωστό, γράφουν τις ιστορίες των αφεντικών τους, που τους ποδηγέτησαν, καλλιεργώντας μέσα τους την ψευδή συνείδηση με την επινόηση του δικού τους «γενναίου ψεύδους» που έλεγε: ότι οι προέλληνες και πρωτοέλληνες δεν ήταν αυτόχθονες, αλλά ήρθαν οι Ινδοευρωπαίοι ή ινδογερμανοί ή αριανοί από τον … πολιτισμένο βορρά. Με άλλα λόγια προσπάθησαν όχι μόνο να διεκδικήσουν μερίδιο της δόξας του οικουμενικού πολιτισμού των αυτοχθόνων Ελλήνων, αλλά να προβληθούν οι ίδιοι ως και δημιουργοί του!!!
Το πρόβλημα αυτό όμως λύθηκε προ πολλού από διεθνούς εμβέλειας αρχαιολόγους, ειδικούς ερευνητές της προϊστορίας και ιστορίας αυτού του τόπου και του λαού. Για τον οποίο ο συνδημιουργός της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού Φρίντιχ Ένγκελς, έγραφε:
«Στη φιλοσοφία, όπως και σε πολλούς τομείς, αναγκαζόμαστε κάθε τόσο να επανερχόμαστε στις κατακτήσεις του μικρού αυτού λαού, που τα καθολικά του χαρίσματα και η δραστηριότητα του εξασφάλισαν στην ιστορία της εξέλιξης της ανθρωπότητας μια θέση που κανείς άλλος λαός δεν μπορεί να διεκδικήσει. Στις πολυποίκιλες μορφές της ελληνικής φιλοσοφίας υπάρχουν ήδη σε εμβρυακή κατάσταση στην πορεία της ύπαρξής του όλες σχεδόν οι αντιλήψεις των κατοπινών θεωριών για τον κόσμο».
Ο επιφανής διανοητής, φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Δημήτρης Γληνός στον εκτεταμένο, κριτικό και αναλυτικό σχολιασμό του για την εργασία του εξόχως αποκαλυπτικού ιστορικού Γιάννη Κορδάτου «Προλεγόμενα εις τον Όμηρον», ανάμεσα στα άλλα σημείωνε: «Ό,τι δεν έκανε η Πανεπιστημιακή Ελληνική φιλολογική επιστήμη, το έκαμε ο Κορδάτος. Ο Κορδάτος υποστηρίζει πως οι Αχαιοί δεν κατέβηκαν από τη Βαλκανική, όπως δέχεται η γνωστή ιστορική επιστήμη, αλλά ότι ήρθαν από τη νοτιοδυτική Μικρασία. Κατά τη θεωρία του, ο Αχιλλεύς και οι Μυρμιδόνες του ήταν εγκατεστημένοι στη Νότια Πελοπόννησο… Η θεωρία αυτή του Κορδάτου, ενώ θέτει νέα προβλήματα για την αρχική προέλευση των ελληνικών φύλων, παράλληλα λύει πολλές απορίες που γεννήθηκαν στους ιστορικούς, σχετικά με την από βορά κάθοδο των Αχαιών».
Κι ένας άλλος γερός ελληνιστής, όπως τον χαρακτηρίζει ο Γιάννης Κορδάτος, ο Δήμος Βερενίκης, σπουδαγμένος στην Αγγλία, σε μεγάλη κριτική του για το έργο του ιστορικού σημείωνε: «Κι ενώ γίνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα τέτοια εμπεριστατωμένη ανάλυση του Ομηρικού ζητήματος και κριτική της ιστορίας των Ομηρικών επών, διατυπώνεται παράλληλα και μια θεωρία για τον ερχομό των Αχαιών στην κυρίως Ελλάδα. Ο Κορδάτος δεν δέχεται τη γνώμη που επικρατεί, πως οι Αχαιοί κατέβηκαν από τη Βόρεια Βαλκανική. Ούτε αρχαιολογικά ευρήματα, λέει, ούτε αρχαίες πηγές υπάρχουν που να στηρίζουν τη γνώμη αυτή. Οι πρώτοι πολιτισμοί αναπτύχθηκαν στην Ανατολική Μεσόγειο και οι Αχαιοί πέρασαν στη Βόρεια Μικρασία και από εκεί κατέβηκαν στη Νοτιοδυτική Ασία και απ’ τα νησιά πέρασαν στην Πελοπόννησο… Τα επιχειρήματά του πάνω στο ζήτημα αυτό είναι ατράνταχτα και θα ’ρθει καιρός, που η γνώμη αυτή του Κορδάτου θα δημιουργήσει γόνιμες συζητήσεις».
Έτσι και έγινε. Σύγχρονοι και επιφανείς αρχαιολόγοι, όπως ο ξακουστός Γερμανός Δαίρπφελντ, στην Ελλάδα ο Άρης Πουλιανός, σπουδαγμένος στη Μόσχα αρχαιολόγος καθηγητής, ο Γεώργιος Χουρμουζιάδης, καθηγητής της Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο Α.Π.Θ., απέδειξαν με τα ευρήματά τους την αυθεντικότητα της ύπαρξης των Ελλήνων που δεν ήρθαν από τον Ευρωπαϊκό Βορρά, αλλά δημιούργησαν ριζωμένοι σ’ αυτόν τον χαρισματικό και ευλογημένο και από άποψη χωροταξικής φυσιογνωμίας τόπο.
Αυτό, λοιπόν το πρόβλημα, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα και τις μελέτες επ’ αυτού των αναφερομένων από τον Κυτόπουλο κορυφαίων αρχαιολόγων και ιστορικών της Ευρώπης και αναντίρρητα αποκλειστικών επαϊόντων, απαντήθηκε. Πώς γίνεται, τότε, να επικρατεί και μάλιστα να διδάσκεται στα σχολεία μας επί δύο ως τώρα αιώνες, το «γενναίον ψεύδος» για την ιστορική μας πραγματικότητα; Για τη νεότερη μελέτη της οποία από το μεγάλο μας ιστορικό Γιάννη Κορδάτο αρχίζοντας, αποφάνθηκαν και άλλοι επιφανείς ερευνητές και μελετητές. Ο αισθητικός Θ. Μουστοξύδης, λόγου χάρη, σε γράμματα του προς τον Κορδάτο, του ανάφερε: «Είδα τον Δαίρπφελντ και ο ίδιος έφερε κουβέντα πάνω στη θεωρία σου που πολύ τον ενθουσίασε…. Του άρεσε πολύ η πρωτοτυπία της θεωρίας σου και μου ομολόγησε πως ποτέ του δεν του έχει έρθει μια τέτοια ιδέα. Σου τα γράφω αυτά, όχι τόσο για να σε κολακέψω, αλλά μάλλον για να ελεεινολογήσω το Ελληνικό Κράτος που έχει ανθρώπους σαν και σένα και δεν ξέρει να τους μεταχειρισθεί…».
Και ο Κορδάτος, καταλήγοντας στον Πρόλογο Β΄ του πρώτου τόμου, από τους δεκατρείς της ιστορίας του, σημειώνει με θλίψη: «Είμαι υποχρεωμένος να παρατηρήσω πως αν και τον περασμένο αιώνα (19ο) πέρασαν από το Πανεπιστήμιο της Αθήνας, μερικοί φιλόλογοι, ιστορικοί και αρχαιολόγοι που τίμησαν το όνομά τους και την ελληνική επιστήμη, στα χρόνια μας το κατάντημα της Φιλοσοφικής Σχολής είναι απερίγραπτο. Τον ξεπεσμό της τον καταλαβαίνουν ακόμα και οι πρωτοετείς φοιτητές».
Και να που πρόσφατα, στις αρχές του 2006 ένας μη αρχαιολόγος, αλλά απλός δημοσιογράφος και γνωστός έγκριτος και βραβευμένος λογοτέχνης συγγραφέας, ο συνάδερφος εν όπλοις στον εθνικοαπελευθερωτικό και κοινωνικό αγώνα και στη δημοσιογραφία, ο Νίκος Κυτόπουλος, με την έκδοση του περικαλλούς βιβλίου του «Ο μύθος των ινδοευρωπαίων και οι πέντε πολιτισμοί» και με παράτιτλο «Καιρός να ξαναγραφεί η ιστορία», ήρθε και τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα του ελληνικού ακαδημαϊκού κατεστημένου. Έστειλε αντίτυπα του σκληρά επί πέντε έτη εντατικής μελέτης και συγγραφής πονήματός του σε ειδικούς αρχαιολόγους, ερευνητές, ιστορικούς, καθηγητές. Συμπληρώνεται χρόνος από τότε, στη διάρκεια του οποίου διαβάστηκε και προξένησε εντύπωση, όπως μου είπε ο Νίκος. Και δεν υπάρχει κανένα δείγμα που να υπαινίχθηκε από κάποιον απόρριψη, που περισσότερο πολεμική. Αλλά κανείς τους ακόμη δεν βρήκε την ευκαιρία ή την αφορμή ή και την τόλμη που θα οδηγούσε στη δημόσια τοποθέτησή του.
Μόνη εξαίρεση αποτελεί ο διδάκτωρ της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου και επίτιμος Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου κ. Φ.Κ. Βώρος από το Πικέρμι, που σε επιστολή του προς τον Ν. Κυτόπουλο, ύστερα από την ανάγνωση του έργου του ως δοκιμίου ακόμα, εκφράστηκε με εντυπωσιακή επιστημονική σοβαρότητα και ικανοποίηση. Στην επιστολή του αυτή, που ο συγγραφέας την καταχώρησε ως πρόλογό του βιβλίου του, ο κ. Βώρος, ανάμεσα στις δέκα θετικές εντυπώσεις του, σημειώνει στην όγδοη : «Δεν παραλείπω να σημειώσω ότι οι σελίδες σου, όσες δεν είναι απλά πληροφοριακές, (που όφειλες έτσι να τις δομήσεις με ακριβολογία και σαφήνεια) είναι γοητευτικές για λόγους τρεις:
- Αποτελούν δείγμα επιστημονικής διερεύνησης
- Έχουν λογοτεχνική χάρη
- Εκφράζουν ήθος κοινωνικής αντίληψης ή επιστημονικής διαμαρτυρίας με ευθύτητα και εντιμότητα.
Ως προς το τελευταίο αυτό γνώρισμα (σύμπτωμα) της διαμαρτυρίας νομίζω σωστά να προσθέσω ότι : το παράπονό σου για αδράνεια ή ατολμία του επιστημονικού ή ακαδημαϊκού ή κοινωνικού κατεστημένου με βρίσκει σύμφωνο και επαινώ τη στάση σου».
Ο έμπειρος και ως προς την παρατηρητικότητά του κ. Βώρος δεν παραλείπει να επισημάνει ότι η αδράνεια ή η ατολμία των επιστημόνων μπορεί συχνά να οφείλεται «και σε ελλιπή ενημέρωση» από έγκυρες πηγές, πράγμα που εμποδίζει στο «να διατυπώσουμε γνώμη τεκμηριωμένη». Ως εκ τούτου, συμπεραίνει ο κ. Βώρος : «η συγγραφή σου αγγίζει πεδία δύσβατα ή δυσθεώρητα για βραδυκίνητους ή πολυάσχολους».
Παραπλήσια γνώμη εκφράζει και ο Νίκος επικαλούμενος όμως τις τραγικές συγκυρίες που έζησε η μαχόμενη Αριστερά, συγκυρίες που μας προκαλούν ρίγη συγκίνησης. Και αποφαίνεται: «Νομίζουμε πως επιβεβαιώνεται ότι όλα αυτά (η παροξυσμική αντίδραση της «Αυγής» και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στο βιβλίο του Κυτόπουλου) οφείλονται στη μακρά απουσία από την έρευνα στο χώρο αυτό της μαχόμενης Αριστεράς. Από τους διωγμούς, τους κατατρεγμένους και τα εκτελεστικά, δεν είχε ούτε το χρόνο, ούτε τις σχετικές συνθήκες ν’ ασχοληθεί».
Και σήμερα, όμως, μετά τη διάλυση του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού και την έξαλλη, άγρια φασιστική επίθεση του … αναπτερωμένου υπερφίαλα καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, με την απεγνωσμένη προσπάθειά του να παγκοσμιοποιηθεί, δεν είναι και πάλι ευνοϊκές οι συνθήκες για ολοκλήρωση της μελέτης του μεγάλου εθνικού προβλήματος με το οποίο ασχολήθηκε ο Νίκος Κυτόπουλος. Ιδιαίτερα στη χώρα μας δεν είναι μόνο η δυσκολία να βρει κανείς εύκολα τις απόκρυφες, πολλές φορές, ιστορικές πηγές που προσφέρονται για έρευνα και μελέτη, αλλά και η άσκηση μιας ανενδοίαστης αντιλαϊκής πολιτικής, που μετά την αντίστοιχη πολυετή ΠΑΣΟΚική διακυβέρνηση, επί κυβερνήσεων της ΝΔ το 1990-93 και από το 2004 επί κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή, του νεότερου, προσέλαβε σαρωτικές διαστάσεις και στον χώρο του πολιτισμού, της Παιδείας σ’ όλα τα επίπεδά της, και εντατικότερα στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, στην Ακαδημία Επιστημών, στα ΜΜΕ, με σκοπό την παράδοσή της στις ορέξεις της πλουτοκρατίας, της οποίας τα κελεύσματα νομοθετεί! Εξ ου οι δισταγμοί, η φοβία, η ανησυχία για το μέλλον που εμποδίζουν πολλούς διανοούμενους, διανοητές, στοχαστές δημιουργούς να πάρουν θέση, όπως στο προκείμενο της διδαχής του «γενναίου ψεύδους» ως προς την πραγματική προέλευση του ελληνικού γένους και της καταγωγής του οικουμενικού πολιτισμού του. Για να εμπεδωθεί στα μυαλά και στην ψυχή των σύγχρονων Ελλήνων η ψευδής συνείδηση, που μας την έφεραν οι ξένοι δυνάστες, βοηθούμενοι και από τους αυτόχθονες ιστοριογράφους.
Και σε τέτοιο σημείο σύγχυσης έφτασε το ζήτημα, ώστε ακόμη και ο αξιόλογος, κατά τα άλλα, ιστορικός Κων/νος Παπαρηγόπουλος, στη γνωστή πολύτομη ιστορία του, με καταπληκτική προχειρότητα, ακρισία ή παραδρομή, αποδεχόμενος τη θεωρία από τους δυτικούς «σοφούς» Ινδοευρωπαϊστές, έγραψε σχετικά: «Επί του οροπεδίου Παμίρ ώκουν ποτέ αι άρισται του ανθρωπίνου γένους φυλαί, αίτινες εξορμήσασαι από των υψωμάτων τούτων, επρωταγωνίσθησαν εις την ιστορίαν του κόσμου …»!! για να προσθέσει ένας από τους μεγαλύτερους ιστορικούς, όπως γράφει ο Κυτόπουλος, ο Γκόρντον Χίλντε, που απαρνήθηκε τις έρευνές του για την προέλευση των Ινδοευρωπαίων ως «μια από τις πιο μεγάλες μωρίες που έγραψε ποτέ».
Να γιατί βροντερό ακούγεται το μεγάλο, πανελλαδικό σχεδόν, ερώτημα, όπως το διατυπώνει ο συγγραφέας του «Μύθου των Ινδοευρωπαίων» : «Πρέπει ή δεν πρέπει, λοιπόν, να αποκατασταθεί η αλήθεια; Να ξαναγραφούν τα σχολικά βιβλία της ιστορίας;»
Εξάλλου η αναζητούμενη αλήθεια, με τις πειστικότατες αποδείξεις που ακολούθησαν, κυρίως στα μέσα και στα τέλη του 20ου αιώνα, αποκάλυψε και τη θεωρητική επινόηση για τους Ινδοευρωπαίους με ρατσιστική μάλιστα, και φασιστική θωράκισή της από τους «Άριους» του χιτλερισμού, που χειρότερα από τους Ούνους του Αττίλα, ματοκύλισαν την ανθρωπότητα. Ο σύγχρονος διεθνούς φήμης θεωρητικός, γλωσσολόγος και αρχαιολόγος Τζον Μάλλορυ εξηγεί σχετικά : «Όλοι ξέρουμε πολύ καλά με ποιόν τρόπο οι εθνικοσοσιαλιστές στη Γερμανία εφάρμοσαν την έννοια της φυλετικής ανωτερότητας και θα ήταν μεγάλο λάθος να φαντασθούμε, ότι αυτή η γελοία ιδεοληψία για τους Ινδοευρωπαίους ή όπως ήταν γνωστότεροι τότε, τους Αρίους, ήταν απλά δημιούργημα μιας χούφτας φανατικών ναζί. Η γοητεία που ασκούσαν οι Άριοι ήταν αναπόσπαστο συστατικό το περιβάλλοντος κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα».
Και όμως ο Νίκος Κυτόπουλος, χωρίς καμία έπαρση για το κατόρθωμά του, με τη γνωστή του σεμνότητα, παρά το αξιωματικό ύφος με το οποίο διατυπώνει στον παράτιτλο του βιβλίου του, την επιταγή της ιστορίας να ξαναγραφεί, δεν θεωρεί το βιβλίο του ότι τα είπε όλα. Διαπιστώνει το μεγάλο βάθος και την ευρύτητα του θέματος και προτείνει να αρχίσει μια σοβαρή συζήτηση από όλους, ει δυνατόν, τους ασχοληθέντες, τους ασχολούμενους ειδικούς αρχαιολόγους, ιστορικούς μελετητές και της νέας γενιάς, σπουδάζοντες και επαγγελματίες. Με την προϋπόθεση να συνδράμει και η Πολιτεία με τα Υπουργεία Παιδείας και Εξωτερικών ιδιαίτερα. Για να δοθεί οριστικά η τελική απάντηση στην ιστορική πρόκληση και αποκατασταθεί η αλήθεια τεκμηριωμένη από τη συμβολή του συνόλου ή της πλειοψηφίας των αρμοδίων παραγόντων. Το ζητούν η μαθητιώσα και σπουδάζουσα νεολαία, όλος ο λαός, για να κλείσει το κενό που η Ιστορία δεν το ανέχεται.
Ο λαϊκός μας ποιητής Κώστας Βάρναλης, όταν προϋπάντησε τη έκδοση του Πρώτου Τόμου της «Μεγάλης Ιστορίας της Ελλάδας» του Γιάννη Κορδάτου, πρώην Γενικού Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, λίγο μετά την ίδρυσή του και μετέπειτα εξαιρετικού ιστορικού και κοινωνιολόγου, ανάμεσα στα άλλα προέβη στην εξής διαπίστωση και παραίνεσή του: «Αυτήν την ιστορία δημοσιεύει ο Κορδάτος. Βιβλίο τόσο ενδιαφέρον όσο και ωφέλιμο. Δεν επιτρέπεται να το αγνοεί κανένας από εκείνους που αγωνίζονται για την προκοπή του Έθνους. Είναι μάθημα και οδηγία και πίστη στο μέλλον».
Προσωπικά, όταν διάβασα το βιβλίο του Νίκου Κυτόπουλου, επαναλαμβάνοντας την ανάγνωση πολλών χωρίων του από ανάγκη, φυσιολογικά ανέβηκε στους διαλογισμούς μου η σκέψη που το εξέλαβε σαν τον 14ο τόμο της Ιστορίας του Κορδάτου, γραμμένη από τον ίδιο. Τέτοια ικανότητα χρησιμοποίησης του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού στην τόσο επιτυχημένη γενναία προσπάθεια να φωτισθεί μια σοβαρή πτυχή της ιστορίας μας!
1. Αντίθετα προς τον δάσκαλό του, τον Πλάτωνα, ο μαθητής του Αριστοτέλης, ο μεγαλύτερος κατά τον Ένγκελς, οικουμενικός φιλόσοφος της αρχαιότητας, πρέσβευε ότι: οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι και ελεύθεροι και κανείς δεν γεννιέται δούλος˙ δούλος γίνεται με το νόμο από τους άρχοντες της Πόλης. Γι’ αυτό οι άνθρωποι –πολίτες έχουν και αυτοί τις δυνατότητες και ικανότητες να κυβερνούν. Και όλοι να μάθουν να άρχουν και να άρχονται. Και να μετατίθενται, ανάλογα με τις ανάγκες και τις αποφάσεις της Συνέλευσής τους, από τις κυβερνητικές θέσεις στα προηγούμενα κοινωνικά επαγγέλματα τους και αντίστροφα.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΗ ΑΓΓΕΛΙΔΗ
Ο Παρίσης Αγγελίδης, από το Κάρς της παλιάς Ρωσίας όπου γεννήθηκε το 1914, τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ., άσκησε τη δημοσιογραφία από τον Μάιο του 1941, αμέσως μετά τη δραπέτευση του από τη Φολέγανδρο και ανέλαβε υπεύθυνος του παράνομου Εκδοτικού Μηχανισμού του Μακεδονικού – Θρακικού Γραφείου του ΚΚΕ και της εφημερίδας του «ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ» καθ’ όλη τη διάρκεια της ξένης τριπλής φασιστικής κατοχής. Μετά την απελευθέρωση της χώρας χρημάτισε αρχισυντάκτης της ίδιας εφημερίδας, ημερήσιας πια, και σε κανονικό σχήμα.
Όταν φούντωσε ο εμφύλιος πόλεμος, στάλθηκε στο βουνό, όπου τοποθετήθηκε μέλος της Επιτροπής Διαφώτισης του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ και υπεύθυνος της εφημερίδας του «Εξόρμηση» ως την υποχώρηση του αντάρτικου. Συνέχισε σαν διευθυντής της ίδιας εφημερίδας στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν, με αλλαγμένο τον τίτλο της την άνοιξη του 1949 ως «Προς τη Νίκη» από το βουνό ακόμη. Ακολούθως μετατέθηκε στη Σύνταξη του Ραδιοσταθμού «Ελεύθερη Ελλάδα» στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας και από το 1957 ως το 1980 διευθυντής της εφημερίδας «Δημοκράτης» της Ένωσης των Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων στην Πολωνία «Νίκος Μπελογιάννης», ενώ παράλληλα, κατά περιόδους, χρημάτισε διευθυντής της εφημερίδας «Ελεύθερη Πατρίδα» στο Λονδίνο για τους απανταχού στο εξωτερικό ομογενείς μας και ιδίως για τους διαφυγόντες, κατά χιλιάδες, από τη χούντα των φασιστών συνταγματαρχών αντιφασίστες.
Στην περίοδο 1969-1972 εκπροσώπησε τους αντιδικτατορικούς Έλληνες δημοσιογράφους σε τρεις διεθνείς διασκέψεις, στην πρωτεύουσα της Λαϊκής Κορέας Πιονγκ-Γιανγκ, στη Βαγδάτη του Ιράκ υπό την καθοδήγηση της Ένωσης Δημοκρατών Δημοσιογράφων με έδρα την Πράγα και στο Λένινγκραντ με πρόσκληση της Ένωσης των Σοβιετικών Δημοσιογράφων. Το 1970 επαναπατρίζεται. Το 1980 πέρασε στη σύνταξη εξακολουθώντας να ασχολείται με τη δημοσιογραφία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου